«Πιτ;… Εσύ;». H διαπεραστική, ένρινη φωνή της εισβάλλει χοροπηδώντας πάνω από τον πάγκο της κουζίνας. Παύση. Ξανά. «Πιτ, εσύ ‘σαι, Πιτ;». Με ρόλεϊ φυτεμένα στα μαλλιά και στρώσεις φλοράλ στο φόρεμά της έρχεται να εναποθέσει ένα μπολ με κορν φλέικς στο ξύλινο τραπέζι στο κέντρο της σκηνής.
Από τις πρώτες φράσεις, από τις πρώτες κινήσεις, η Ράνια Οικονομίδου έχει σκιαγραφήσει ξεκάθαρα τη Μεγκ. H εναρκτήρια σκηνή την παρουσιάζει σε όλο το μεγαλείο της καθώς «τσιγκλάει» τον στωικό σύζυγο – έξοχος και ο Γιώργος Μωρόγιαννης – που μάταια προσπαθεί να διαβάσει την εφημερίδα του. Ο διάλογος εξελίσσεται απολαυστικά αγγίζοντας ποικιλία θεμάτων, από την τραγανότητα των νιφάδων καλαμποκιού ως το φύλο του μωρού που γέννησε η άγνωστη κυρία Σπλατ, τα τηγανόψωμα, τον νέο θίασο στο «Παλλάς», για να καταλήξει στο πρωταρχικό μέλημά της, τον νοικάρη της, τον Στάνλεϊ, που δεν έχει ακόμη κατεβεί για πρωινό.
Στην επόμενη σκηνή ο Στάνλεϊ δέχεται δυσαρεστημένος τις περιποιήσεις της, αρνείται να φάει τα κορν φλέικς, την ταπεινώνει, της λέει πόσο αίσχος νοικοκυρά είναι. H Μεγκ δεν πτοείται ιδιαίτερα, δεν χάνει μάλιστα ευκαιρία να τον πλησιάζει, να του κάνει νάζια, να του χαϊδεύει τα μαλλιά. Είναι προφανώς το «αγόρι» της και αυτή, η μάμα-Μεγκ πασών των πανσιόν, τον ταΐζει, τον κοιμίζει, τον φροντίζει, του αγοράζει παιχνίδια, αδιαφορώντας για την αδιαφορία του, τα νεύρα του, το οξύθυμο του χαρακτήρα του, τις προσβολές του. Της αρκεί που τον έχει, εκεί στο σπίτι της, να φωτίζει, έστω άθελά του, την γκρίζα παραθαλάσσια μοναχική ζωή της, να δέχεται, έστω κακομαθημένα, τις περιποιήσεις της, καθώς είναι πλέον προφανές ακόμη και σ’ αυτήν, την όχι και τόσο έξυπνη Μεγκ, ότι ο Στάνλεϊ, αποτυχημένος πιανίστας που έχει παραιτηθεί από την κοινωνία, δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από κοντά της γιατί απλούστατα δεν έχει πού αλλού να πάει.
Το κλίμα ανασφάλειας και κινδύνου καλλιεργείται σταδιακά, υπόκωφα: Γιατί είναι τόσο ανήσυχος ο Στάνλεϊ; Γιατί ταράχθηκε τόσο πολύ όταν άκουσε για τους δύο άνδρες που ψάχνουν δωμάτιο; Ο Πίντερ φροντίζει ώστε κάθε αίσθηση απειλής να μην έχει συγκεκριμένη αφετηρία ή αιτία, έτσι ώστε η εξέλιξη των πραγμάτων να πάρει διαστάσεις καφκικές. Γι’ αυτό η σκηνική παρουσίαση των Γκόλντμπεργκ και Μακ Καν προσφέρει μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες: ο σκηνοθέτης πρέπει να πατήσει σε λεπτή γραμμή μεταξύ ρεαλισμού και αλληγορίας. Οι δύο αυτοί ήρωες έχουν συγκεκριμένα ονόματα και συγκεκριμένη εθνικότητα. Πιστεύουν σε συγκεκριμένες θρησκείες. Ο πρώτος, πιο φιλοσοφημένος, πιο σίγουρος για τον εαυτό του και την «αποστολή» τους – τουλάχιστον αρχικά -, ο δεύτερος λιγότερο εύγλωττος, πιο νευρικός, πιο επιρρεπής στη βία. Δεν είναι όμως συνηθισμένες περιπτώσεις: ο λόγος τους, τόσο διαποτισμένος από κλισέ, αγγίζει τα όρια της ασυναρτησίας και οι ίδιοι φτάνουν να φαντάζουν χάρτινοι, καρικατούρες, όπως τα κούφια ιδεώδη που εκπροσωπούν.
Εκεί, στο μεταίχμιο, κινούνται οι δύο ήρωες – «τα κοινωνικο-θρησκευτικά τέρατα» τους αποκαλεί ο ίδιος ο Πίντερ – και εκεί καλούνται να τους ανακαλύψουν σκηνοθέτης και ηθοποιοί και να τους προσδώσουν ταυτότητα στο πλαίσιο της παράστασης. Εκεί αποτυγχάνουν παταγωδώς ο Γιάννης Τσορτέκης και ο Γιάννης Καρατζογιάννης. Παίζουν χωρίς σκοπό, χωρίς μέθοδο, διεκπεραιωτικά, χωρίς να έχουν αποφασίσει για τίποτε ουσιαστικό. Τους παρακολουθούμε έκπληκτοι να περιφέρονται, να λένε τα λόγια τους μηχανικά, να προκαλούν το ένα βραχυκύκλωμα μετά το άλλο οδηγώντας την παράσταση στην αμηχανία της α-νοησίας. Ο σκηνοθέτης δεν αδυνατεί μόνο να οραματιστεί το μέγεθος και την ποιότητα του εφιάλτη που βιώνει ο Στάνλεϊ. Το κρίσιμο πάρτι-θρίλερ είναι για κλάματα: το σκίσιμο του τυμπάνου, το σπάσιμο των γυαλιών, το «στραγγάλισμα» της Μεγκ, ο «βιασμός» της Λούλου, γίνονται εδώ περιστατικά ξέπνοα, ξεκούρδιστα, ασύνδετα, το ένα πιο κακοστημένο από το άλλο.
Μοναδικός φορέας έντασης ο Λαέρτης Βασιλείου στον ρόλο του Στάνλεϊ: αρκετά γόνιμος ο ψυχικός αναβρασμός της πρώτης πράξης, στη δεύτερη και στην τρίτη πράξη όμως τα μηνύματα γίνονται ολοένα πιο θολά ώσπου χάνονται εντελώς.
Χρησιμοποιώντας για χιλιοστή φορά τους ίδιους συνεργάτες στη μουσική και στα σκηνικά, ο Αντώνης Αντύπας σκηνοθέτησε μία ακόμη παράσταση με ψευτορεαλιστική σχολαστικότητα φέροντας εις πέρας μία ακόμη υπόθεση ρουτίνας.



