Η χρυσή σουφραζέτα
Μετά από κάθε βόλτα στο «Bazaar» την πρωτοποριακή για την εξέλιξη του μίνι φορέματος μπουτίκ της Μαίρης Κουάντ στο Τσέλσι του Λονδίνου επέστρεφε στο διαμέρισμα με τους «δύο ξανθούς θεούς» της: τον Τέρενς Σταμπ εραστή της την περίοδο αυτή και τον Μάικλ Κέιν. «Ηταν ψηλότεροι από οποιονδήποτε άλλον, ήταν ξανθότεροι από οποιονδήποτε άλλον, είχαν τόσο πολλή αυτοπεποίθηση που έλαμπαν κυριολεκτικά». Τότε, γύρω στα τέλη της δαιμόνιας δεκαετίας του ’60, όταν η ίδια ήταν ακόμη 25 και κάτι χρόνων, μια κατάξανθη νεράιδα του προφεμινιστικού «λόμπι». Οι τρεις τους διάβαζαν για καμιά οντισιόν, χάζευαν στην τηλεόραση κανένα επεισόδιο της σειράς «Adams Family», έτρεχαν με αντιμιλιταριστικά πλακάτ στην πλατεία Grosvenor να διαδηλώσουν ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, γέμιζαν τα πνευμόνια τους με μιαν αθεράπευτα swinging ποπ κουλτούρα που απλώς δεν είχε ούτε ιερό ούτε όσιο. «Το καλύτερο πάντως σ’ εκείνη τη συγκατοίκηση ήταν ότι είχαν μια γυναίκα στο σπίτι που έφτιαχνε τις πιο απίθανες κρεατόπιτες!».
Η Τζούλι Κρίστι γεννήθηκε το 1941, εκεί κοντά στις φυτείες τσαγιού του πατέρα της στο Ασάμ της Ινδίας. Τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής της κυκλοφορούσε ξυπόλυτη και κούρνιαζε στην ποδιά τής ayah, της διαπιστευμένης ινδής νταντάς της. Αίφνης βρέθηκε οικότροφος σε ένα λονδρέζικο σχολείο με πρωινό εγερτήριο, γκρίζα τοπία και μοκασίνια. «Οι κόρες τής ayah μου οι αδελφές μου μου εκμυστηρεύθηκαν αργότερα πόσο επώδυνη ήταν αυτή η αλλαγή και για την ayah μου και για μένα την ίδια. Ισως αυτό εξηγεί γιατί έχω τόσο λίγες αναμνήσεις από αυτή τη συγκεκριμένη εποχή. Τα παιδιά κρατούν κάθε φορά εκείνο που μπορούν να αντέξουν». Στα 16 της αποφάσισε να σπουδάσει ζωγραφική στο Παρίσι. Υστερα από λίγο όμως άλλαξε γνώμη, εγκατέλειψε τον Σηκουάνα, γύρισε στον Τάμεση και γράφτηκε στη Central School of Music and Drama. Το 1957 γίνεται μέλος του θιάσου ρεπερτορίου Frinton-on-Sea. Θα μείνει εκεί για τα επόμενα τρία χρόνια. Αναμένοντας εναγωνίως τους αληθινούς ρόλους και τα εξωπραγματικά ’60s.
Γοητευτικές ατέλειες
Το επίσημο ντεμπούτο της θα γίνει στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Α for Andromeda». Ο Κεν Ανακιν είναι ο πρώτος συμπατριώτης της που θα «μυριστεί» θησαυρό, όμως οι δύο ρόλοι που θα της προτείνει το 1962 στα «Ανώνυμοι απατεώνες» και «Η γρήγορη κυρία» θα περάσουν μάλλον απαρατήρητοι, όπως άλλωστε και οι ίδιες οι ταινίες. Ευτυχώς δηλαδή που βρέθηκε ο Τζον Σλέσιντζερ και της χάρισε τη Λιζ στο «Μπίλι ο ψεύτης» (1963), δίπλα στον δεόντως μυθομανή Μπίλι Φίσερ (Τομ Κόρτνεϊ). Και μάλλον είναι η πρώτη φορά που διαφαίνεται το ταλέντο της παρέα με αυτό το ανολοκλήρωτο της φυσικής ομορφιάς της. Ουδείς κατάφερε να το διατυπώσει καλύτερα από τον Φρανσουά Τρυφό: «Τι πράγμα, αλήθεια, είναι αυτή η Τζούλι Κρίστι; Πρώτα απ’ όλα έχει ένα στόμα αταίριαστο. Ακόμη και σε ένα πρόσωπο σαν το δικό της φαντάζει τεράστιο! Η Τζούλι είναι ένα μείγμα από γοητευτικές ατέλειες: ένα πρόσωπο ζωώδες, αιλουροειδές, σε ένα κοριτσίστικο σώμα…».
Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές, η ίδια όμως δεν φαινόταν να «πολυσκάει». Το 1965 προσγειώνεται αισίως ως «πόρνη» στο καστ της ταινίας «Ο επαναστάτης και η χορεύτρια» των Τζακ Κάρντιφ και Τζον Φορντ. Ενα μικρό διάλειμμα, κάμποσα μαθήματα υποκριτικής στο Μπέρμιγχαμ και το «Darling» η ταινία που στήνουν πάνω της ο Σλέσιντζερ και ο συγγραφέας Φρέντερικ Ράφαελ είναι δικό της. Το βρετανικό Νέο Κύμα δεν έχει πλέον τίποτε να φοβηθεί. Η ακραιφνώς amorale ηρωίδα Νταϊάν Σκοτ που ποζάρει ως μοντέλο, φλερτάρει ενίοτε τον κινηματογραφικό φακό, εγκαταλείπει τον σύζυγο και εξαπατά τον εραστή της θα μείνει θρυλική για τη θεόπνευστη ελευθερία και την αυτοκαταστροφική ανεξαρτησία της. Η ταινία θα προταθεί για πληθώρα βραβείων, όμως το Οσκαρ α’ γυναικείου ρόλου είναι το πιο αξιομνημόνευτο διότι, σύμφωνα με έναν άγγλο κριτικό, «με την Τζούλι Κρίστι το βρετανικό σινεμά πήρε το τρένο για τον Νότο».
Η φιγούρα της θα αποτελέσει στερεότυπο της αλλοπρόσαλλης δεκαετίας του ’60 η εκπάγλου καλλονής επαναστάτρια, η εκκεντρική, η αντικορφορμίστρια που μισεί τον γάμο και τα αξεσουάρ του νοικοκυριού, που φοράει μίνι φορέματα στις απονομές και αλλάζει τους ερωτικούς συντρόφους σαν τα παρδαλά πουκάμισα που επιμένει να λανσάρει μεταξύ αυτών βεβαίως ο Γουόρεν Μπίτι. «Η αλήθεια είναι ότι υπήρξα μια μόδα» θα συνοψίσει η ίδια μερικά χρόνια αργότερα. «Μερικοί θέλησαν να γίνω σύμβολο, αλλά περίμεναν πρώτα να δουν πώς θα εξελιχθώ… Αναγκάστηκα να τρέφομαι αποκλειστικά με δυνατό τσάι και χοτ ντογκς… Εχω φίλους μποέμ, μου αρέσει η μοντέρνα ζωγραφική, μου αρέσει να χορεύω, να γελώ, να αγοράζω σκανδαλώδη ρούχα, να απολαμβάνω αστικότατα ωραία γαλλικά φαγητά στο σπίτι μου…». Αποφεύγει τα μίντια όπως ο διάβολος στο λιβάνι, δίνει σπανίως συνεντεύξεις και όταν το κάνει, τις κλείνει τηλεφωνικώς η ίδια, χωρίς τη διαμεσολάβηση ατζέντη, όχι σε απρόσωπα δωμάτια ξενοδοχείων πέντε αστέρων αλλά σε μουσεία της Νέας Υόρκης. «Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για οτιδήποτε έχει να κάνει με την απομυθοποίηση, τη δική μου και των άλλων γύρω μου, γιατί ζούμε στον κόσμο του απόλυτου ψεύδους».
Εχει έρθει η ώρα να ταξιδέψει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στους κόλπους της MGM θα ερωτευθεί σφοδρώς τον δόκτορα Ζιβάγκο (Ομάρ Σαρίφ) στο ομώνυμο φιλμ (1965) του Ντέιβιντ Λιν. Η ίδια επιμένει ότι δεν θυμάται και πολλά από εκείνα τα γυρίσματα, πλην της αμοιβής της (δεν ήταν και λίγες οι 150.000 στερλίνες) και του αρκετά εμφανίσιμου εικονολήπτη («ή μήπως ήταν ο βοηθός εικονολήπτη; ή μήπως και οι δύο;»). Ενα χρόνο μετά, ο Τρυφό την καλεί να συνυπάρξει με ανθρώπους-βιβλία στο «Φαρενάιτ 451», το βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι. Ακουλουθεί ο ρόλος της βικτωριανής ηρωίδας στο «Μακριά από το αγριεμένο πλήθος» (την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τόμας Χάρντι) υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του παλιού της γνώριμου Τζον Σλέσιντζερ οι αμερικανοί κριτικοί το κατακεραύνωσαν, στη Γηραιά Αλβιώνα όμως είχε καλύτερη μοίρα. Εν συνεχεία η ψυχεδελική «Πετούλια» (1968) του Ντικ Λέστερ και το αγγλοϊταλικό μελόδραμα «Αναζητώντας τον Γκρέγκορι» (1969) σε σκηνοθεσία Πίτερ Γουντ.
Πολιτισμικό σοκ
Η δεκαετία του κιτς αυτή του ’70 θα της φανεί λίγο πολύ «χάσιμο χρόνου». Είναι η περίοδος που θα αρχίσει να πειραματίζεται με ιδεολογίες, θρησκείες (με μια κάποια προτίμηση στον βουδισμό) και οικολογικές αναζητήσεις. Δεν θα αργήσει να κλείσει εισιτήριο πίσω για το Λονδίνο, απόφαση που θα συνοδευθεί από ένα οξύτατο πολιτισμικό σοκ. «Εχοντας ζήσει για καιρό στο Μπέβερλι Χιλς αισθάνθηκα πράγματι ευγνωμοσύνη που βρέθηκα ξανά στην πατρίδα μου και είδα ηλικιωμένες γυναίκες να μοιάζουν με ηλικιωμένες γυναίκες, με γκαμπαρντινούλες και σακούλες από το σουπερμάρκετ, αντί για κοσμήματα, τόνους μέικ απ και ακριβά μοντελάκια. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει και το τονίζω αυτό ότι εγώ θα αφήσω ποτέ τον εαυτό μου να κυκλοφορεί με γκρίζο μαλλί και καροτσάκι για τα ψώνια» (σ.σ.: το αποδεικνύει άλλωστε και η ίδια σήμερα στα 57 της χρόνια μετά την αναπόφευκτη πλαστική επέμβαση).
Το 1971 πρωταγωνιστεί στην ταινία «Ο μεσάζων» του Τζόζεφ Λόουζι και κερδίζει δάφνες στην Κυανή Ακτή. Σε λίγο ο επί σειράν ετών σύντροφός της Γουόρεν Μπίτι θα την παρασύρει ως συμπρωταγωνίστριά του στο πλατό τού «Η έντιμη κυρία και ο χαρτοπαίκτης» εξασφαλίζοντάς της μια υποψηφιότητα για Οσκαρ. Ο σκηνοθέτης της ταινίας Ρόμπερτ Αλτμαν θα υποκύψει με τη σειρά του στη σαγήνη της. «Η Τζούλι δεν θέλει να είναι σταρ. Θέλει απλώς να παίζει» θα πει σε συνέντευξή του. «Αν ήταν στο χέρι της, θα επέλεγε έναν καλούτσικο ρόλο που θα την κρατούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας». Στο «Μετά τα μεσάνυχτα» (1973) του Νίκολας Ρεγκ ενσαρκώνει τη δυστυχή σύζυγο του Ντόναλντ Σάδερλαντ με φόντο την πλατεία του Αγίου Μάρκου και τις βενετσιάνικες γόνδολες. Οσο για το «Ο Παράδεισος μπορεί να περιμένει» (1978) σε σκηνοθεσία Μπίτι, η ερμηνεία της Κρίστι φέρεται από πολλούς το βασικό μήπως και μοναδικό; ατού της ταινίας.
Χωρίς μητρικό φίλτρο
Η δεκαετία του ’80 θα την βρει να ανιχνεύει ρόλους που έχουν πραγματικά κάτι να πουν χωρίς, οφείλει κανείς να ομολογήσει, ιδιαίτερη επιτυχία ενώ παράλληλα τροφοδοτεί την πάντα ακόρεστη πολιτικοποίησή της. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1983 πρωταγωνιστεί στο φεμινιστικού προϋπολογισμού «The Gold Diggers» της Σάλι Πότερ όπου όλοι οι συντελεστές είναι υποχρεωτικά γυναίκες και όπου ο μισθός είναι ο ίδιος για όλες. Η προσωπική ζωή της ακολουθεί λίγο πολύ τους ίδιους ανεξέλεγκτους ρυθμούς και η προοπτική ενός γάμου είναι απλώς «out of the question»: «Ειλικρινά ουδέποτε μπόρεσα να καταλάβω γιατί παντρεύεται ο κόσμος». Οσο για το πανταχού παρόν μητρικό φίλτρο, η Κρίστι δηλώνει αδύναμη να το φιλοξενήσει: «Δεν νομίζω ότι έχω μετανιώσει που δεν έκανα ποτέ παιδιά, γιατί δεν νομίζω ότι θα είχα γίνει καλή μητέρα. Είναι τεράστια ευθύνη να είσαι γονιός, να μεγαλώνεις κάποιον που θα μπορεί στο μέλλον να προσαρμοστεί και να προσφέρει κάτι στην κοινωνία. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα τα έβγαζα πέρα».
Μετά τον «Αμλετ» του Κένεθ Μπράνα και τα πιο πρόσφατα «Συζυγικά παιχνίδια» (μία ακόμη υποψηφιότητα για Οσκαρ για τη μεσήλικη πλέον σουφραζέτα της Εβδόμης Τέχνης) η Τζούλι Κρίστι αναρωτιέται γιατί άπαντες στο Χόλιγουντ επιμένουν να την αντιμετωπίζουν με σεβασμό. «Πού τον κέρδισα, αλήθεια; Τελευταία, μου απένειμαν ένα βραβείο για τη συνολική λέει προσφορά μου στον κινηματογράφο και σκέφτηκα: “Μα πώς γίνεται αυτό; Εγώ μόλις τώρα ξεκίνησα”».



