Οι αφορισμοί του Ζορζ Μπρακ, συγκεντρωμένοι στο βιβλίο με τίτλο «Η μέρα και η νύχτα», είναι από εκείνα τα κείμενα που μιλούν για την τέχνη δίχως να φλυαρούν ολόγυρά της. Είμαι τυχερός, πιστεύω, που έχω στην κατοχή μου το βιβλιαράκι εκείνο που είχε βγάλει ο Γ. Π. Σαββίδης το 1964. Λίγο το καφετί, πολυκαιρισμένο εξώφυλλο, λίγο οι λέξεις που διάλεξε ο Σαββίδης για να αποδώσει τον Μπρακ, συντείνουν στη γοητεία που πάντα μου μετέδιδε το μικρό αυτό βιβλίο.
Γιατί όμως να ξεκινήσει κανείς να μιλάει για έναν ζωγράφο από τα κείμενά του; Δεν θα έπρεπε να ξεκινήσει από τους πίνακες; Πιθανώς. Στην περίπτωση του Ζορζ Μπρακ όμως τα λιγοστά αποφθέγματα που κατέγραψε στα τετράδιά του, ανάμεσα στο 1917 και στο 1955, μας χαρίζουν μια ενδιαφέρουσα υποψία: ο Μπρακ ίσως ήταν στην πραγματικότητα άλλος από αυτόν που νομίζουμε. Αν το καλοσκεφτούμε μάλιστα οι πίνακές του αλλάζουν μπροστά στα μάτια μας σαν καλειδοσκόπια. Εχει μια γήινη τρυφερότητα η ζωγραφική του Μπρακ. Μια τρυφερότητα βαθύτερη από την αίγλη της πρωτοπορίας που συχνά του αποδίδεται.
Ο Ζορζ Μπρακ στη συνείδηση των περισσοτέρων είναι ταυτισμένος με τον κυβισμό. Ο δε κυβισμός είναι ένα από αυτά τα «κινήματα» που απετέλεσαν τη βάση για την ορθόδοξη ερμηνεία της ιστορίας της τέχνης του 20ού αιώνα (δεν είναι τυχαίο ότι το τρομερό παιδί του αφηρημένου εξπρεσιονισμού, ο Τζάκσον Πόλοκ, δήλωνε πρωτίστως επηρεασμένος από τον κυβισμό). Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό να πει κανείς ότι οι «Δεσποινίδες της Αβινιόν» του Πάμπλο Πικάσο είναι η πρώτη περίσταση όπου ευοδώνεται η μοντέρνα αντίληψη για τον χώρο, αντίληψη που ο μοντερνιστής θεωρητικός Κλέμεντ Γκρίνμπεργκ την απέδιδε στον Εντουάρ Μανέ, στον Πολ Σεζάν και ύστερα στον Βασίλι Καντίνσκι, στον Πίιτ Μόντριαν και πάει λέγοντας…
Η ομορφιά του Ζορζ Μπρακ ξοδεύεται άνευρα μέσα σε αυτή την ερμηνεία. Ο Μπρακ είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις που – δίχως να διαθέτουν την εκρηκτική μεγαλοφυΐα ενός Πικάσο – άφησαν πίσω τους έργο δύσκολο να ενταχθεί στη θεωρία. Ο ίδιος – και εδώ είναι χρήσιμα τα λιγοστά γραπτά του – απεχθανόταν τη θεωρία. Οπως γράφει ο Σαββίδης στην εισαγωγή του, οι αφορισμοί αυτοί φανερώνουν «εμπιστοσύνη στα πράγματα, στις αισθήσεις και στον Πλάστη τους – δυσπιστία στις ιδέες, στους συλλογισμούς και στους κατασκευαστές τους».
Δύσκολα συνδυάζεται αυτή η αξιολόγηση με τη φήμη του Μπρακ ως πρωτοπόρου. Αν διαβάσει όμως κανείς, τη διαπιστώνει. Ο Μπρακ γράφει: «Η τέχνη είναι ένας τρόπος αναπαράστασης». Γράφει ακόμη: «Στην τέχνη δεν υπάρχει παρά ένα πράγμα που ν’ αξίζει: εκείνο που δεν μπορείς να εξηγήσεις». Λίγο παρακάτω: «Κάθε εποχή περιορίζει τις επιδιώξεις της· έτσι με τη συμπαιγνία γεννιέται η ψευδαίσθηση της προόδου». Και πάλι: «Δίνω τον ορισμό ενός πράγματος σημαίνει υποκαθιστώ το πράγμα με τον ορισμό». Και τέλος: «Να έχεις το κεφάλι σου ελεύθερο: η ιδέα σε θολώνει. Δεν είναι ύστερα από βαθιές σκέψεις που ο άνθρωπος ήπιε μέσα από τη φούχτα του».
Αν προσέξει κανείς τα λόγια αυτά ακούγονται σαν ψίθυροι από το βάθος των ιδιότυπων χώρων που ζωγράφισε ο Μπρακ. Θα έχουμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε εφέτος το καλοκαίρι: το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Ανδρο θα μας παρουσιάσει μεγάλη έκθεση με έργα του. Ασφαλώς είναι η πρώτη φορά που θα χαρούμε τον σπουδαίο αυτόν καλλιτέχνη στην Ελλάδα. Το κέρδος όμως θα είναι διπλό για όποιον τον πλησιάσει με όσο το δυνατόν λιγότερες διαμορφωμένες ιδέες. Ο Μπρακ είναι ένας ζωγράφος που τον ανακαλύπτει κανείς αναπάντεχα· σχεδόν δίχως να το καταλάβει…



