ΠΑΡΙΣΙ, 28 Φεβρουαρίου.


Στο Παρίσι δεν φοβούνται το παράδοξο. Η μόδα, η τέχνη του εφήμερου, έχει μπει ήδη στο Μουσείο. Ενα Μουσείο που συνδυάζει έρευνα, περιοδικές εκθέσεις και εργαστήρια ανοιχτά στο κοινό και δεν διστάζει να απαντήσει στις προκλήσεις των καιρών: ο «Εξωτισμός» είναι το θέμα της φετινής έκθεσης, καθώς το ενδιαφέρον σε όλον τον κόσμο είναι στραμμένο στις συναντήσεις ή συγκρούσεις των πολιτισμών. Συναντήσαμε τη Λυδία Καμίτση, εκ των κύριων υπευθύνων του Μουσείου και η κουβέντα είχε ενδιαφέρον.


«Ολα άρχισαν, όπως γίνεται πάντα, από μια γνωριμία» διηγείται η Λυδία Καμίτση. Στο γραφείο της, ανάμεσα στους φακέλους της δουλειάς και στα αντικείμενα σύγχρονης τέχνης, μια φωτογραφία ασπρόμαυρη, το πρόσωπο μιας γυναίκας, όμορφης, με τη λάμψη άλλων καιρών, σχεδόν παράταιρη. Μιλάει με θαυμασμό για την Yvonne Deslandres, τη διευθύντρια της Ενωσης των Τεχνών του Ενδύματος, που δεν ζει πια. «Ηταν η πρώτη που αντελήφθη ότι το ρούχο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης».


Συντηρήτρια, επιστημονική σύμβουλος επί του προγραμματισμού και της έρευνας στο γαλλικό Μουσείο της Μόδας και του Υφάσματος, η Λυδία Καμίτση διδάσκει παράλληλα στη Σορβόννη «Αρχαιολογία του ενδύματος από τον 18ο αιώνα ως τις ημέρες μας». Γεννήθηκε στον Λίβανο, μεγάλωσε στην Ελλάδα και το ’78 έφυγε για το Παρίσι, για να σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης. Στο Μουσείο εργάζεται από την πρώτη περίοδο της λειτουργίας του, το 1985.


Το Μουσείο της Μόδας


Σκοπός του Μουσείου της Μόδας είναι η μελέτη, η συντήρηση και η παρουσίαση του γαλλικού ενδύματος στην εξέλιξή του. Το βάρος δίδεται στην ποιότητα αλλά και στην καινοτομία. Οι συλλογές αποτελούνται από ιστορικά κομμάτια ή από μοντέλα υψηλής ραπτικής, με κριτήριο την τεχνική ή την αισθητική τους αλλά και από καθημερινά ρούχα από τις δωρεές ιδιωτών.


Η Λυδία Καμίτση δεν αντιλαμβάνεται το Μουσείο σαν κάτι στατικό. Πίσω από τις εκθέσεις – βιτρίνα, ερευνητές και συντηρητές μελετούν αδιάκοπα το αντικείμενο, συνεργάζονται με τους επαγγελματίες του χώρου και υποδέχονται σπουδαστές στα εργαστήρια και στη βιβλιοθήκη.


«Υπάρχει η πεποίθηση ότι το Μουσείο ακινητοποιεί τον χρόνο και δίνει εύσημα τελειότητας» παρατηρεί. «Πρόκειται για μιαν ιδέα πολύ καθησυχαστική αλλά εντελώς απατηλή και ψεύτικη. Γιατί δεν υπάρχει μία αλήθεια και γιατί η μνήμη είναι μια κατασκευή ανθρώπινη που δεν μένει ποτέ σταθερή. Το Μουσείο έχει ως ρόλο να θρέψει αυτή τη μνήμη και να τη συντηρήσει, όχι ως τόπο ανάμνησης, όχι με μια νοσταλγική θεώρηση της Ιστορίας αλλά ανακινώντας συνεχώς την αναζήτηση της ίδιας μας της ταυτότητας. Για αυτό και δεν εξαντλείται η μελέτη ενός αντικειμένου». Ποιος είναι λοιπόν ο στόχος; «Δεν είμαστε εδώ για να καθοδηγήσουμε το κοινό αλλά πιο πολύ για να το κάνουμε να αντιδράσει απέναντι στην ίδια την ιστορία του».


Τα ταγέρ ως έργο τέχνης



Πώς όμως το ένδυμα, κάτι κατ’ εξοχήν χρηστικό, συλλέγεται και εκτίθεται ως έργο τέχνης; «Ολα είναι τέχνη» ισχυρίζεται η Λυδία Καμίτση «με την έννοια ότι όλα είναι δημιουργία. Υπάρχουν κομμάτια στην υψηλή ραπτική που προφανώς φτιάχτηκαν για να προκαλέσουν μιαν αισθητική απόλαυση. Που δεν έγιναν για να φορεθούν και κανείς δεν τα αγοράζει. Υπάρχουν άλλα που έγιναν για να καταναλωθούν χωρίς καμία αισθητική ανησυχία. Εγώ δεν θέτω κάποιαν a priori ιεράρχηση».


Σε αυτούς που λένε «είναι αντιφατικό, η μόδα στο Μουσείο» η Λυδία Καμίτση απαντά ότι δεν είναι πιο αντιφατικό από ό,τι οι πίνακες στο Μουσείο. «Το Μουσείο ως θεσμός βασίζεται σε μια παρεκτροπή. Είναι ένα μέρος όπου έρχονται τα πράγματα όταν δεν έχουν πια ζωή».


Ενα Μουσείο της Μόδας δεν φαίνεται όμως αυτονόητο ούτε στους ανθρώπους του χώρου. Ο Jean – Paul Gaultier αρνούνταν πεισματικά, ως πρόσφατα, κάθε συνεργασία. «Υπάρχουν δημιουργοί που θεωρούν ότι το Μουσείο είναι καταξίωση και κάνουν τα πάντα για να είναι μέσα. Υπάρχουν άλλοι που βλέπουν το Μουσείο σαν νεκροταφείο και κάνουν τα πάντα για να μείνουν απ’ έξω. Και εδώ φαίνεται ο σχιζοφρενικός χαρακτήρας του θεσμού του Μουσείου: είναι την ίδια στιγμή ο ναός και η σκόνη. Είναι λογικό κάποιοι να μη θέλουν να θεωρούνται νεκροί».


Τι είναι μόδα


Τι ορίζεται όμως ως μόδα: αυτό που υιοθετεί ο πολύς κόσμος ή αυτό που προτείνουν οι δημιουργοί; «Εξαρτάται από την περίοδο» λέει η Λυδία Καμίτση. «Ανεξάρτητα από την πατρότητα της ιδέας, η μόδα είναι όμως το φαινόμενο γενίκευσης ενός ενστίκτου ή μιας διάθεσης σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Ορίζεται λοιπόν από το εφήμερο και από το ταυτόχρονο αυτής της επιθυμίας».


Η μόδα γεννιέται κατά την Αναγέννηση, όταν το άτομο αποκτά κοινωνική δυναμική. Ανά περιόδους κάποιες τάσεις εμφανίζονται στο ένδυμα, στη διακόσμηση ή στην αρχιτεκτονική. Η εξέλιξη του φαινομένου φαίνεται να ακολουθεί τη χειραφέτηση και την άνοδο της αστικής τάξης στη Δύση. Μετά τον 18ο αιώνα, τη μόδα λανσάρουν επαγγελματίες, ράφτες ή σχεδιαστές, που προτείνουν πλέον και δεν εκτελούν απλώς την ιδέα των πελατών τους. Από παραγγελιοδόχοι γίνονται δημιουργοί και εντολοδότες. «Σε σχέση με τις παραδοσιακές ενδυμασίες υπάρχει αυτή η αλλαγή: διαφέρει η πηγή» εξηγεί η Λυδία Καμίτση.


Η ίδια πιστεύει ότι το κίνητρο αυτής της διάθεσης είναι μέσα μας. «Αλλάζουμε για να αλλάξουμε. Αλλάζουμε για να επιβιώσουμε. Δεν υπάρχει αιτία στη μόδα, άλλη από αυτή την ανάγκη της ρήξης».


Ολες οι κοινωνίες δεν καλοδέχονταν όμως τις αλλαγές, τη διαφοροποίηση. «Η αλλαγή είναι ένας τρόπος επιβίωσης. Αλλά εξίσου και η επιθυμία της σταθερότητας» απαντά. «Δεν πρέπει να τις αντιδιαστέλλουμε, γιατί πρόκειται για δύο θεμελιώδεις ανάγκες του ανθρώπου. Εχουμε ανάγκη τόσο να διαφέρουμε σε σχέση με τον άλλον, είτε αυτός είναι ο πατέρας είτε ο γείτονας είτε ο γειτονικός λαός, όσο και να συγκλίνουμε. Αυτή η τάση του ανθρώπου να θέλει συνέχεια να αλλάζει, μένοντας όμως πάντα ο ίδιος, είναι δύο εκδηλώσεις του ίδιου ενστίκτου επιβίωσης». Το ρούχο, από απλό κάλυμμα, αποκτά και εκφράζει μια ταυτότητα.


«Πινελιές Εξωτισμού»


Ο προβληματισμός γύρω από το ρούχο και την ταυτότητα είναι ένα από τα θέματα της φετινής έκθεσης του Μουσείου με τίτλο: «Πινελιές Εξωτισμού». Την έκθεση συντόνισε η Sylvie Legrand, συντηρήτρια της συλλογής του 19ου αιώνα, και τα ντεκόρ είναι του περίφημου σκηνογράφου Ezio Frigerio. Διακόσια πενήντα κοστούμια, κοσμήματα και υφάσματα παρουσιάζονται σε ένα πανόραμα από τον 14ο αιώνα ως σήμερα.


Ο «εξωτισμός», η γοητεία του Αλλου, των μακρινών χωρών και των ξένων πολιτισμών γίνεται από πολύ νωρίς πηγή έμπνευσης για τη Δύση. Σε αυτή τη μόδα η τάση επανέρχεται σε διαδοχικές φάσεις με δάνεια στο μοτίβο, στη φόρμα ή στην τεχνική.


Αυτό που αρχικά αποτελούσε μια ιδιαιτερότητα στις ενδυματολογικές επιλογές, πήρε όμως στη δεκαετία του ’60 ιδεολογικό χαρακτήρα και απέκτησε διαστάσεις κοινωνικού κινήματος. Αυτό το ρεύμα δεν ήταν όμως καινοφανές.


«Από τα τέλη του 18ου αιώνα και κυρίως την περίοδο 1820-40, κάποιες προσωπικότητες ή μικρές ομάδες ταυτίστηκαν με τον αγώνα, πολιτικό ή ιδεολογικό, άλλων λαών, ενστερνιζόμενοι τον τρόπο ζωής τους και την ενδυμασία τους» θυμίζει η Λυδία Καμίτση. «Ο Disraeli διηγείται ότι όταν ζούσε στην Τουρκία, ντυνόταν σαν Τούρκος και ότι οι Τούρκοι δεν τον ξεχώριζαν γιατί είχε υιοθετήσει ακόμη και την περπατησιά τους. Φθάνει μάλιστα να πει: “Είμαι Τούρκος σε τέτοιο βαθμό, που κατέληξα να μισώ τους Ελληνες”. Ο λόρδος Βύρων, την ίδια εποχή ενστερνίζεται τον αγώνα των Ελλήνων και συμμετέχει στην Επανάσταση». Την εποχή του ρομαντισμού μια τέτοια τάση άγγιζε όμως κάποιες προσωπικότητες, δεν ήταν διαδεδομένο φαινόμενο.


Στη δεκαετία του ’60 τα ξένα δάνεια γενικεύονται και για πρώτη φορά αυτό που θα εξελισσόταν στη μόδα του «έθνικ» ξεκινά «από τον δρόμο», ως αυθόρμητο κίνημα. «Αυτό που είναι νέο στη δεκαετία του ’60 είναι ότι μια γενιά ολόκληρη υιοθετεί μια ξένη ιδέα, θα έλεγα όχι τόσο θετικά, για να ταυτιστεί μαζί της, όσο από άρνηση και απόρριψη της δικής της κουλτούρας, των αξιών του δικού της πολιτισμού».


Το κίνημα ασπάστηκαν πολύ γρήγορα οι σχεδιαστές και η υψηλή ραπτική, «είτε συνειδητά, για να εναρμονιστούν με αυτή τη διάθεση, είτε ασυνείδητα, γιατί απλώς ανήκαν σε αυτή τη γενιά». Ανθρωποι σαν τον Yves Saint Laurent, τη Sandra Rodes ή την Barbara Oulaniki της μπουτίκ Biba, είναι αυτής της γενιάς.


Η χρήση του όρου «εξωτισμός» στην έκθεση ίσως ξαφνιάζει, καθώς παραπέμπει σε μια επιφανειακή προσέγγιση της ξένης κουλτούρας και χρησιμοποιείται συνήθως αρνητικά. Αναρωτιέμαι αν η επιλογή αυτού του όρου σημαίνει και παραδοχή της κατηγορίας.


«Ο “εξωτισμός” δεν είναι μια έννοια πραγματικά αρνητική, δηλώνει όμως κάτι το επιφανειακό» λέει η Λυδία Καμίτση. «Γενικά, αυτό που ένας πολιτισμός δανείζεται από έναν άλλο δεν είναι ποτέ η ολότητα του Αλλου. Είναι πάντα μια εντύπωση. Για παράδειγμα, ο οριενταλισμός, που επηρέασε τόσο τη Δύση: από την Ανατολή δεν συγκρατούμε παρά την εικόνα της γυναίκας ως νωχελικής οδαλίσκης, της όμορφης κλεισμένης στο χαρέμι, δεν συγκρατούμε τη γυναίκα “σκλάβα” ή τη “μάμα”, τη “ματρόνα”!».


Θυμάμαι τους ροδοκόκκινους Αγγλους με τα έθνικ γιλέκα και τα patchwork φεσάκια στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, να πασχίζουν να μεταφερθούν σε άλλον τόπο και άλλο χρόνο, τόσο μακριά πάντα από την πραγματικότητα των ντόπιων γύρω τους. Για τη Λυδία Καμίτση όμως η πρόθεση αρκεί. «Ο Δυτικός θέλει να πλησιάσει τον Αλλο. Αυτή η συνάντηση μπορεί τελικά να μη γίνει. Αλλά η κίνηση αυτή προς τον Αλλο έχει σημασία».