Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

” Θέλω να αποκαταστήσω την εικόνα του μουσείου ”





Αφορμή για τούτη τη συνέντευξη που παραχωρεί η διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης τέχνης Αννα Καφέτση στάθηκαν οι δηλώσεις του νεοδιορισθέντος προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του μουσείου, ζωγράφου και ομοτίμου καθηγητή του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Σωτήρη Σόρογκα. Οι δηλώσεις του νέου προέδρου προς το «Βήμα» (16.11.2004), από τις οποίες προκύπτει αντίθεση απόψεων με τη διευθύντρια του μουσείου, ήταν οι εξής: «Υπάρχουν σήμερα κυριαρχούσες απόψεις για το τι είναι τέχνη και θα ήθελα με τη συμβολή μου – με επιχειρήματα, ασφαλώς – να πείσω το διοικητικό συμβούλιο και πρωτίστως την κυρία Καφέτση ότι η κατάσταση δεν είναι μονοδιάστατη, ότι δεν είναι μόνο αυτή η τέχνη. H ζωγραφική, ας πούμε, είναι εντελώς περιθωριακή. Σε αντίθεση προς την επικρατούσα κατάσταση, πιστεύω ότι η πρωτοπορία, την οποία βλέπουμε, είναι ήδη παρηκμασμένη. H ζωγραφική, από την άλλη, μπορεί να περικλείει πολλά νοήματα. Αυτή είναι η πρώτη μου ένσταση. H δεύτερη αφορά το εξής: πρέπει να προωθηθούν καθαρά ελληνικές δυνάμεις. Πρόκειται για ένα εθνικό μουσείο. Οι άνθρωποι που ζουν εδώ θα προτείνουν πώς βλέπουν τα πράγματα. Πρέπει να συγκροτηθεί ένα πρόσωπο δικό μας, να διαμορφωθεί εικαστικά μια ιδιοπροσωπία, δεν μπορούμε διαρκώς να προσπαθούμε μιμούμενοι να προλάβουμε μια πρωτοπορία η οποία μας αφήνει πίσω. Αυτοί είμαστε. Και αυτά πρέπει να δείξουμε».




– Ο νέος πρόεδρος του ΔΣ του μουσείου Σωτήρης Σόρογκας δήλωσε ότι θα επιθυμούσε να σας πείσει να αλλάξετε την πολιτική που έχετε εφαρμόσει ως τώρα…


«Κατ’ αρχήν, το γεγονός ότι δέχομαι να δώσω αυτή τη συνέντευξη σήμερα οφείλεται σε έναν λόγο: να αποκαταστήσω την εικόνα του μουσείου μετά την επίθεση που δέχτηκε την παραμονή της εναρκτήριας συνεδρίασης του νέου διοικητικού συμβουλίου. Δημοσιοποιήθηκε δηλαδή μια αντίθεση ριζική, η οποία δεν αρμόζει στη συμπεριφορά ενός προέδρου και ούτε δικαιολογείται από τον θεσμικό ρόλο του. Είναι η πρώτη και τελευταία φορά που κάνω κάτι τέτοιο και το κάνω ακριβώς επειδή υπάρχει ευθεία ρήξη όχι μόνο με το πρόσωπό μου ως διευθύντριας του μουσείου – αυτό είναι σοβαρό αλλά δεν είναι το σοβαρότερο – αλλά και με τους σκοπούς ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης».


– Ποιοι είναι λοιπόν οι σκοποί;


«Θα μου επιτρέψετε να σας παραπέμψω στον Νόμο 2557/1997, με τον οποίον ιδρύθηκε το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Ο ιδρυτικός νόμος λοιπόν ορίζει ότι οι σκοποί του ΕΜΣΤ είναι: “α) H διάσωση και η ανάδειξη έργων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, τα οποία ανήκουν στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης, και έργων διαφόρων τάσεων της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής, ελληνικής και ξένης, με πρωτοποριακό και πειραματικό χαρακτήρα. β) H προαγωγή της αισθητικής καλλιέργειας και της καλλιτεχνικής παιδείας του κοινού. γ) H ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας σε θέματα ιστορίας και θεωρίας της σύγχρονης τέχνης και της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας. δ) H εξυπηρέτηση της εξειδίκευσης στη μουσειολογία ιστορικών και θεωρητικών της τέχνης”. Ο νόμος ορίζει επίσης ότι οι σκοποί του μουσείου εκπληρώνονται με “τη συγκρότηση συλλογών ζωγραφικής, γλυπτικής, κατασκευών και εγκαταστάσεων με πολυμέσα, σχεδίων και χαρακτικών, φωτογραφίας, βιντεοτέχνης και έργων τέχνης με σύγχρονα οπτικοακουστικά και άλλα τεχνολογικά μέσα, σπανίων εκδόσεων τέχνης, αντικειμένων βιομηχανικού σχεδιασμού και άλλων συναφών αντικειμένων”. Περιορίζομαι σε αυτό επειδή είναι το επίμαχο – πράγματα που αφορούν τη φύλαξη, τεκμηρίωση, κτλ., τα θεωρώ αυτονόητα. Ως ιδρυτική διευθύντρια του μουσείου λοιπόν κλήθηκα από την πολιτεία να υλοποιήσω ένα όραμα που ήταν στα χαρτιά. Οφειλα, και αυτό κάνω, να στηριχτώ στον ιδρυτικό νόμο».


– Πιστεύετε ότι ο τρόπος που επέλεξε ο πρόεδρος να παρέμβει είναι ο ενδεδειγμένος;


«Πρώτα από όλα, θεωρώ άηθες να δημοσιοποιείται μια ρήξη και μάλιστα εκτός θεσμικού πλαισίου. Δηλαδή ανήμερα της πρώτης συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου δημοσιεύεται αυτή η αήθης συνέντευξη του κ. Σόρογκα. Ο ρόλος του ΔΣ δεν είναι να συζητεί επί θεωρητικών θεμάτων – μπορούμε να διοργανώσουμε συνέδρια για να μιλήσουμε για το τι είναι σύγχρονη τέχνη. Εχουμε πολύ συγκεκριμένο ρόλο να επιτελέσουμε ο καθένας από εμάς. Ο ίδιος ιδρυτικός νόμος δίνει στον διευθυντή την “αποκλειστική ευθύνη να σχεδιάζει το σύνολο του επιστημονικού και καλλιτεχνικού προγραμματισμού σύμφωνα με τους σκοπούς και την πολιτιστική πολιτική του μουσείου και να μεριμνά για την πραγματοποίησή του”. Οι σκοποί είναι δεδομένοι. H πολιτιστική πολιτική επίσης δεδομένη, διότι το μουσείο δεν αρχίζει τη λειτουργία του τώρα, έχει ήδη πίσω του πέντε χρόνια λειτουργίας. H πολιτική ήδη δίνει καρπούς με τη συγκρότηση των συλλογών και με τον εκθεσιακό προγραμματισμό. Το μουσείο έχει ήδη παρουσιάσει δέκα οκτώ εκθέσεις, εκ των οποίων οι περισσότερες διεθνείς. Ο διευθυντής ασκεί αποφασιστικό ρόλο στον σχεδιασμό της πολιτιστικής πολιτικής. Εκεί που έχει εισηγητικό ρόλο είναι στον εμπλουτισμό των συλλογών και σωστά το προέβλεψε ο νομοθέτης, προκειμένου ο διευθυντής να μην είναι ανεξέλεγκτος, επειδή υπάρχει το οικονομικό στοιχείο. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όμως, το ΔΣ δεν μπορεί να αντιεισηγηθεί. Μπορεί να απορρίψει την εισήγηση του διευθυντή και να του ζητήσει άλλη αλλά δεν μπορεί να εισηγηθεί. Ο νόμος ορίζει επίσης τον θεσμικό ρόλο του προέδρου του ΔΣ, ο οποίος είναι διοικητικής φύσεως. Ο επιστημονικός υπεύθυνος αυτού του ιδρύματος είναι ο διευθυντής».


– Πέραν του κατά πόσον είναι «άηθες», το να δημοσιοποιείται η ρήξη, βλέπετε ουσία στην κριτική του νέου προέδρου;


«Ο κύριος Σόρογκας λέει ότι πρέπει να προωθηθούν καθαρά ελληνικές δυνάμεις. Ηδη ο ιδρυτικός νόμος αντικρούει αυτή την άποψη όταν αναφέρεται στη “διάσωση και ανάδειξη έργων ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών”. Ο κ. Σόρογκας, εφόσον αποδέχθηκε τη θέση του προέδρου, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ο βασικός σκοπός του μουσείου είναι αυτός. Ας μην μιλούμε με συνθήματα, ας μιλήσουμε με πραγματικότητες. Το μουσείο ξεκίνησε χωρίς ούτε ένα έργο. Στο βιβλίο εισαγωγής του μουσείου εγγράφονται αυτή τη στιγμή 541 έργα. Υπάρχουν 86 καλλιτέχνες. Κατά περίεργη συγκυρία είναι ακριβώς 43 Ελληνες και 43 ξένοι. Από τα 541 έργα, τα 399 ανήκουν σε Ελληνες και τα 142 σε ξένους. Διοργανώσαμε, όπως σας είπα, 18 εκθέσεις. Από αυτές, οι οκτώ ήταν ατομικές παρουσιάσεις Ελλήνων ή παραγωγές καινούργιων έργων. Τέσσερις ήταν ξένων καλλιτεχνών. Εξι ήταν μεικτές. Αν τα νούμερα σημαίνουν κάτι, αυτή είναι η πραγματικότητα».


– Και σχετικά με το «μονοδιάστατο» της πολιτικής και με την «περιθωριοποίηση της ζωγραφικής»;


«Δεν θα ήθελα να απλουστεύσω ούτε να φτωχύνω το ζήτημα θεωρώντας ότι η ζωγραφική είναι τέχνη ενώ τα άλλα όχι. Ως ιστορικός της τέχνης και επιστημονικός διαχειριστής, με τον θεσμικό ρόλο που έχω αυτή τη στιγμή, οφείλω να βλέπω τα πράγματα στην πολυφωνία τους και να υπερβαίνω συντεχνιακά συμφέροντα. Το να πει κανείς ότι η ζωγραφική “περικλείει περισσότερα νοήματα” από κάτι άλλο, αποτελεί μια φτωχή συζήτηση που δεν είμαι διατεθειμένη να παρακολουθήσω. Στον βαθμό που οι αριθμοί έχουν τη σημασία τους, και πάλι, περί τα 300 από τα 541 έργα των συλλογών είναι ζωγραφικά. H εποχή μας ωστόσο δεν επιτρέπει μια συζήτηση περί “καθαρότητας”. Και, αν θέλετε, αυτό σχετίζεται και με το προηγούμενο ζήτημα σχετικά με την “ελληνικότητα”. Κανείς δεν μπορεί να με κατηγορήσει ότι δεν πονάω τους έλληνες καλλιτέχνες, έχω αφιερώσει χρόνια από τη ζωή μου στη μελέτη του ζητήματος της “ελληνικότητας”. Αλλά πιστεύω ότι η στήριξή τους έχει να κάνει με τη σχέση που έχουν με όσα συμβαίνουν στον διεθνή χώρο και όχι με την αποκλειστική παρουσίασή τους εδώ. Λέμε ότι οι έλληνες καλλιτέχνες δεν αναδεικνύονται στο εξωτερικό, και είναι αλήθεια. Αλλά δεν θα το λύσουμε αυτό με ψευτοκολακείες και διαφημιστικά τερτίπια. Το μουσείο έχει τον ρόλο να δώσει στην ελληνική τέχνη τη διεθνή προοπτική της. Και γι’ αυτό έχουμε διοργανώσει εκθέσεις που επιτρέπουν σε Ελληνες να συνδιαλεχθούν ισοτίμως με τους ξένους καλλιτέχνες. Εντάσσει δηλαδή το “εθνικό” στο διεθνές πλαίσιο. Από αυτό πάσχουν οι έλληνες καλλιτέχνες. Και ο τρόπος να το διορθώσουμε είναι να συμμετέχουν ισότιμα σε σημαντικές διεθνείς εκθέσεις. Αυτό έχουμε κάνει και αυτό κάνουμε. Με διαβεβαίωση της ηγεσίας του υπουργείου Πολιτισμού, έχω την απόλυτη στήριξή της να προχωρήσω ώστε το μουσείο να είναι έτοιμο το 2007. Και θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου ώστε να μη ματαιωθεί η προσπάθεια που έχουμε κάνει. Είμαστε πολύ κοντά στο να γίνει το όνειρο πραγματικότητα».