Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή




Την ταινία «Το καλοκαίρι του Σαμ» («Summer of Sam») την είδαμε πρόσφατα στις ελληνικές αίθουσες. Ο σκηνοθέτης Σπάικ Λι έφερε πάλι τη φιγούρα του πανκ-ρόκερ στην ατζέντα της χολιγουντιανής παραγωγής. Πρόκειται για την ιστορία ενός κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου που έδρασε στη Νέα Υόρκη το 1977. Οι υποψίες πέφτουν σε κάποιον νεαρό πανκ και, όπως και κατά τη διάρκεια των πραγματικών γεγονότων, η νεογέννητη τότε νεανική κουλτούρα συνδέεται με τον αποτρόπαιο κόσμο του εγκλήματος. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μια αμερικανική πανκ μπάντα αυτοαποκαλούνταν «Sons of Sam» («Γιοι του Σαμ»), όνομα που είχε διαλέξει και ο εν λόγω δολοφόνος για να αυτοπαρουσιάζεται…



Αρχές της δεκαετίας του ’80, Βρετανία: η ηχητική μηχανή των Σεξ Πίστολς είχε παρασύρει όλο τον κόσμο της ποπ μουσικής στην τρελή της πορεία, ενώ τα μέλη της μπάντας τροφοδοτούσαν καθημερινά τον Τύπο με τα σκληρά και εξωφρενικά τους καμώματα. Οι πρωτοπάνκ Ραμόουνς είχαν ήδη γεμίσει με τη γρήγορη μουσική τους και την εφηβική τους ενεργητικότητα την ταινία «Rock ‘n’ Roll High School» (1979) του Αλαν Αρκας. Ο σκηνοθέτης Τζούλιεν Τεμπλ χρηματοδοτήθηκε από τον πανούργο μάνατζερ των Σεξ Πίστολς, Μάλκολμ Μακ Λάρεν, να βάλει το τελευταίο πετραδάκι στον πύργο της φήμης του συγκροτήματος. Η αναρχική «Μεγάλη απάτη του ροκ-εν-ρολ» («The Great Rock ‘n’ Roll Swindle», 1981) σοκάρισε το κοινό με τους τρελούς ρυθμούς της και την παρουσία του Ρόνι Μπιγκς, πρωτεργάτη της «μεγάλης ληστείας του τρένου», φυγόδικου και «εξαφανισμένου» στη Βραζιλία, δίπλα στους σκανδαλώδεις Σεξ Πίστολς. Εναν χρόνο νωρίτερα ο Λεχ Κοβάλσκι είχε γυρίσει ένα ντοκυμαντέρ («D.Ο.Α.», 1981) αφιερωμένο στη βραχύχρονη πορεία της μπάντας και στη μαζική της επιτυχία, δίνοντας ταυτόχρονα και μικρά πορτρέτα μερικών ακόμη εκπροσώπων του μουσικού ιδιώματος: των Ντεντ Μπόις, των Τζενερέισον Εξ και των Ριτς Κιντς. Ο θάνατος του μπασίστα των Σεξ Πίστολς, Σιντ Βίσιους, στάθηκε ικανός να τον ανεβάσει στον χώρο των ιερομαρτύρων του πανκ. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Βίσιους ζούσε κυριολεκτικά βυθισμένος στα ναρκωτικά και στη θυελλώδη σχέση του με τη Νάνσι Σπάνγκεν, μια άσημη κοπελίτσα που ακολουθούσε όποιο αστέρι της ροκ έβρισκε μπροστά της. Σε μια στιγμή παράνοιας η Σπάνγκεν έσβησε δολοφονημένη από το χέρι του εραστή της. Δίκη ποτέ δεν έγινε αφού ο δράστης πρόλαβε να πεθάνει σχεδόν ταυτόχρονα από υπερβολική δόση…


Τη βάναυση αγιογραφία του Σιντ Βίσιους έδωσε τελικά ο σκηνοθέτης Αλεξ Κοξ με το «Σιντ και Νάνσι» («Sid and Nancy», 1986). Η ταινία κατάφερε να ξεπεράσει τα πλαίσια της απλής κινηματογραφικής βιογραφίας και έγινε έργο με απαράμιλλη δύναμη. Σε αυτό συνέβαλαν κατά πολύ και οι δύο πρωταγωνιστές: ο ανερχόμενος τότε Γκάρι Ολντμαν και η Κλο Γουέμπ. Στην πραγματικότητα θα ήταν λίγο να μιλήσει κανείς για καλή ηθοποιία. Και οι δύο καταλήγουν να είναι τα άτομα που υποδύονται. Μετά το τέλος της προβολής ο θεατής χάνει την εικόνα των πραγματικών Βίσιους και Σπάνγκεν και στο μυαλό του έχουν πλέον καρφωθεί οι μορφές των δύο ηθοποιών.


Ο Αλεξ Κοξ δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενος στην πανκ κοινότητα. Ο ίδιος είχε εντρυφήσει στην κουλτούρα αυτή και αυτοπροσδιοριζόταν ως πανκ. Το 1984 είχε προβληθεί η ταινία του «Repo Man». Ενας πανκ, τον οποίο υποδύεται ο Εμίλιο Εστεβέζ, δουλεύει ως μεταφορέας αμαξιών και μπλέκεται σε μια περιπέτεια με εξωγήινους, εγκληματίες και γκροτέσκο χιούμορ. Κάποια στιγμή παρακολουθεί τη θρυλική καλιφορνέζικη μπάντα των Σερκλ Τζερκς να παίζει σε κάποιο μπαρ φορώντας κοστούμια, ένδυση κατάλληλη για τον χώρο. «Θεέ μου, και κάποτε μου άρεσαν» θα μονολογήσει. Η πανκ περίοδος του σκηνοθέτη θα κλείσει με το «Πέρα από την Κόλαση» («Straight to Hell», 1987), με πρωταγωνιστές τον Τζο Στράμερ (ηγέτη των Κλας) και την άγνωστη εκείνη την εποχή Κόρτνεϊ Λαβ, μια σταρλετίτσα που παρεπιδημούσε στο Λίβερπουλ.


Ο Κοξ όμως είχε να στείλει και μερικά σαφή μηνύματα. Στη συλλογή των χαρακτήρων του «Repo Man» είχε προσθέσει μια συμμορία τριών πανκ-ρόκερ των οποίων το κύριο σύνθημα ήταν «πάμε να εγκληματήσουμε». Φυσικά οι ήρωες-καρικατούρες του το μόνο που κατάφερναν ήταν να προκαλούν το γέλιο… Ηταν η άμεση απάντηση του σκηνοθέτη, εκ μέρους όλου του κινήματος, στην «Τάξη του 1984» («Class of 1984», 1982) του Μαρκ Λ. Λέστερ. Στην ταινία εκείνη μια παρέα πανκ μαθητών θα επιτεθούν στον καθηγητή τους, θα βιάσουν τη γυναίκα του και θα προλάβουν να διαπράξουν όλα τα εγκλήματα του ποινικού κώδικα, προτού ο εκδικητής-καθηγητής σώσει την κοινωνία από την απειλή αυτών των παιδιών με την εγκληματική συμπεριφορά. Πέρα από το ανούσιο σενάριο, σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Λέστερ βοήθησε στον σχηματισμό του στερεοτύπου για τους πανκ, εργασία στην οποία είχαν ήδη επιδοθεί τα αμερικανικά ΜΜΕ.


Το στερεότυπο αυτό θα προσπαθήσει να ανατρέψει η αυτόκλητη απολογητής του κινήματος Πηνελόπη Σφυρίς. Ελληνικής καταγωγής, είδε τον πατέρα της να δολοφονείται στα δέκα της και μεγάλωσε με τα προβλήματα που προέκυψαν και την αλκοολική μητέρα της. Με τη ματιά ενός ανθρωπολόγου ξεδιπλώνει τα ήθη της πανκ σκηνής στην Καλιφόρνια στην «Παρακμή του δυτικού πολιτισμού» («The Decline of the Western Civilization», 1981). Πλέκει τα πορτρέτα των θιασωτών της μέσω κινηματογραφημένων συνεντεύξεων αλλά και των συγκροτημάτων Φίαρ, Σερκλ Τζερκς, Εξ, Τζερμς. Το ντοκυμαντέρ στάθηκε σε ύψος ανώτερο του «D.Ο.Α.». Αλλά η κυρίως απάντησή της θα δοθεί με το «Suburbia» (1983). Το σενάριο αναλώνεται στην ιστορία μιας παρέας πανκ που μοιράζεται την καθημερινότητα ενός κοινοβίου. Η σκληρή εξωτερική τους εμφάνιση και η απώθηση που προκαλούν αντισταθμίζονται στην εικόνα που σχηματίζει ο θεατής από τους δεσμούς αγάπης και αλληλοβοήθειας που σχηματίζονται μεταξύ τους. Ο τρόπος ζωής τους όμως θα τους φέρει σε σύγκρουση με τους «καθώς πρέπει» κατοίκους της περιοχής και όλα θα τελειώσουν με την άδικη δολοφονία ενός δωδεκάχρονου πανκ. «Αν τα βάλεις με το σύστημα, είσαι τελειωμένος». Η αντιστροφή της πιο πάνω ιστορίας θα γυριστεί από τη Σφυρίς στα «Παιδιά της διπλανής πόρτας» («Boys Next Door», 1985). Δύο «φυσιολογικοί» νεαροί που μόλις τελείωσαν το σχολείο και ετοιμάζονται να πιάσουν δουλειά σε ένα εργοστάσιο μετατρέπονται σε κατ’ εξακολούθηση δολοφόνους… Τον προσωπικό της, τέλος, κύκλο γύρω από το πανκ η σκηνοθέτις θα τον κλείσει με το «Dudes» (1987).


Αν ο απολογητικός χαρακτήρας της Σφυρίς κράτησε τις ταινίες της σε ένα κλίμα ηθογραφίας και απλοϊκού δράματος, δεν συνέβη το ίδιο με τον Σλάβα Τσούκερμαν. Ο «Υγρός ουρανός» («Liquid Sky», 1985) παραμένει ακόμη μια ενδιαφέρουσα ταινία με καλλιτεχνικό βάρος. Η βασική ιστορία της είναι η εξής: εξωγήινοι τρέφονται με τις ενδορφίνες ατόμων σε κατάσταση οργασμού ή ηρωινομανών μετά τη χρήση. Μια αμφιφυλόφιλη πανκ γίνεται η παγίδα τους, ο φορέας μέσω του οποίου προσεγγίζουν τα θύματά τους. Η πρωταγωνίστρια Ανν Καρλάιλ αποδεικνύεται ο κρυφός άσος του σκηνοθέτη κινούμενη με φυσικότητα στον κόσμο τής γεμάτης σεξ, ναρκωτικά και μποέμ φιγούρες Νέας Υόρκης.


Οι σημαντικότερες όμως δημιουργίες της σκηνής του πανκ στάθηκαν δύο «εσωτερικές» παραγωγές της. Πρόκειται για τα ντοκυμαντέρ «Another State of Mind» των Ανταμ Σμολ και Πίτερ Στιούαρτ και «Christ – The Movie» της κολεκτίβας των Κρας. Το πρώτο αποτελεί καταγραφή της περιοδείας των συγκροτημάτων Γουθ Μπριγκέιντ και Σόσιαλ Ντιστόρσιον το 1982. Το δεύτερο είναι η δημιουργία του Μικ Ντάφιλντ, κινηματογραφιστή και μέλους του πολιτικού συγκροτήματος των Κρας, οι οποίοι θεωρήθηκαν από πολλούς η μόνη σοβαρή αντιπολίτευση στον θατσερισμό.


Παρόλο που πανκ-ρόκερ εμφανίστηκαν ως, αστείες συνήθως, φιγούρες σε αρκετές ταινίες, οι σοβαρές προσπάθειες καταγραφής των ηθών του χώρου στο κινηματογραφικό φιλμ ακολούθησαν φθίνουσα πορεία τη δεκαετία του ’90. Φαίνεται όμως ότι τα πράγματα δεν σταμάτησαν εντελώς. Εφέτος λοιπόν, πέρα από το «Καλοκαίρι του Σαμ» και το ντοκυμαντέρ του Ντον Λεχ «Westway to the World», αφιερωμένο στους Κλας, παρουσιάστηκε και το «SLC Punk», μια δημιουργία του πρώην πανκ-ρόκερ Τζέιμς Μερεντίνο. Ο ήρωας του φιλμ είναι ένας από τους ελάχιστους οπαδούς του ιδιώματος στο Σολτ Λέικ, μια τυπική συντηρητική αμερικανική πόλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το σημαντικό είναι ότι ο κινηματογραφιστής δεν απολογείται για τίποτε. Με χιούμορ κοιτάζει τη ζωή του ως «περιθωριακού» σε μια επαρχιακή πόλη και αυτοσαρκάζεται. Η ταινία καταλήγει απίστευτα αληθινή επειδή ακριβώς δεν θέλει να παρουσιαστεί αληθοφανής, να ηθικολογήσει και να υπερασπιστεί την υπόθεση με την οποία καταπιάνεται.