Ελληνες οι φοιτητές των αγγλόφωνων ιατρικών σχολών στις πρώην ανατολικές χώρες


ΔΕΝ είναι υπερβολή: στην Αθήνα αναλογεί ένας γιατρός ανά πολυκατοικία. Την ίδια στιγμή όπου ο μέσος όρος στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι ένας γιατρός ανά 400 κατοίκους (στη Βρετανία ένας ανά 536), στην Ελλάδα είναι ένας ανά 200 και στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας περίπου ένας ανά 140.


Και ενώ ο αριθμός των γιατρών που παράγουν τα ελληνικά Πανεπιστήμια αυξάνεται κατά γεωμετρική σχεδόν πρόοδο, δεκάδες απόφοιτοι από τρίτες (εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης) χώρες αναγνωρίζουν πτυχία με τρόπους που δεν παρέχουν καμία εγγύηση για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Γραπτά εξετάσεων στο ΔΙΚΑΤΣΑ αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Σημειωτέον ότι σε πολλές από τις χώρες αυτές (Αλβανία, πρώην Γιουγκοσλαβία) οι βασικές σπουδές της ιατρικής δεν είναι καν εξαετής, απαραίτητη προϋπόθεση για να ασκείται το ιατρικό επάγγελμα στις χώρες τής Ευρωπαϊκής Ενωσης.


Κάθε χρόνο μπαίνουν στις ιατρικές σχολές περίπου 800 σπουδαστές. Σε αυτούς προστίθενται άλλοι 800 περίπου με μετεγγραφές από πανεπιστήμια του εξωτερικού, περίπου 300 πτυχιούχοι από χώρες τής Ευρωπαϊκής Ενωσης και 1.000-1.500 από τρίτες χώρες που υποβάλλουν αίτηση για αναγνώριση πτυχίου στο ΔΙΚΑΤΣΑ. Στους τελευταίους περιλαμβάνονται οι Ελληνες που φοίτησαν σε πανεπιστήμια ανατολικών χωρών, παλιννοστούντες (Καζακστάν, Ρουμανία, Πολωνία, Αλβανία) και οι φοιτούντες σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια ανατολικών χωρών καθώς και σε μακρινές χώρες όπως η Δομινικανική Δημοκρατία και οι Ολλανδικές Αντίλες!


Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης έχει στηθεί μια «βιομηχανία παραγωγής ελλήνων γιατρών» μέσω των αγγλόφωνων Πανεπιστημίων. Εκτιμάται ότι το 80% αυτών που φοιτούν στα πανεπιστήμια αυτά είναι Ελληνες και το 20% Σαουδάραβες. Στις αγγλόφωνες σχολές της Τσεχίας, της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας φοιτούν περί τους 4.000 Ελληνες. Αγγλόφωνο τμήμα λειτουργεί και στο κρατικό πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, ενώ σχεδιάζεται η λειτουργία ενός άλλου στα Σκόπια.


Υπερπληθώρα γιατρών όμως σημαίνει ανεργία, αυξημένη προσφορά που δεν ανταποκρίνεται στη νοσηρότητα του πληθυσμού, πολυφαρμακία και ειδικά για τη χώρα μας, αν ληφθεί υπόψη ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η αναγνώριση πτυχίων από τρίτες χώρες, όχι τόσο υψηλή ποιότητα υπηρεσιών από μερίδα ιατρών.


Ο πληθωρισμός των ιατρών, λέει ο κ. Γ. Πατούλης, πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικευομένων Ιατρών Αθηνών – Πειραιώς, οδηγεί σε τεχνητή ζήτηση και συνεπώς σε αύξηση του κόστους για την υγεία. Η πολιτεία πληρώνει πολλά χρήματα για την εκπαίδευση και την εξειδίκευση ενός δυσανάλογα μεγάλου ποσοστού γιατρών σε σχέση με τις μετέπειτα παρεχόμενες ευκαιρίες για επαγγελματική αποκατάσταση.


Επιπλέον, επισημαίνει, υπάρχει το εξής παράλογο: ενώ υπάρχει υπερπληθώρα γιατρών, υπάρχει έλλειψη σε ειδικότητες που είναι απαραίτητες για την προληπτική ιατρική καθώς και σε ειδικότητες βιοϊατρικής τεχνολογίας. Αυτό το γεγονός δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνει η πολιτεία σε τόσο σημαντικά θέματα όπως είναι η καταγραφή των αναγκών.


Υπάρχουν επίσης γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη βασικών ειδικοτήτων, οι οποίες βρίσκονται συσσωρευμένες σε μεγάλα αστικά κέντρα. Και στην περίπτωση αυτή απουσιάζουν ο κρατικός προγραμματισμός και η παρέμβαση.


Υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξει η κατάσταση αυτή και η παραγωγή γιατρών να γίνεται βάσει προγραμματισμού; Βεβαίως, υποστηρίζει ο κ. Πατούλης, αρκεί να υπάρχει βούληση. Και προτείνει: α) άμεση καταγραφή των αναγκών σε ιατρικό δυναμικό μέσω των ιατρικών συλλόγων ανά νομό, β) συμμόρφωση της παραγωγής του ιατρικού δυναμικού προς τις εκάστοτε αντικειμενικές ανάγκες της χώρας, γ) σωστό επαγγελματικό προσανατολισμό από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και προσπάθεια να αποσυνδεθεί το ιατρικό λειτούργημα από την κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση, δ) φραγμό στις αδικαιολόγητες μετεγγραφές «ημετέρων», ε) αναβάθμιση των εξετάσεων του ΔΙΚΑΤΣΑ που, όπως φαίνεται, αρχίζει να δρομολογείται και στ) αξιοποίηση του υπάρχοντος εξειδικευμένου ιατρικού δυναμικού σε όλες τις κενές θέσεις εργασίας. Γι’ αυτό το τελευταίο υπάρχει μια θετική ρύθμιση στο νομοσχέδιο για την υγεία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκεί. Αναγνώριση πτυχίων χωρίς κανέναν έλεγχο


ΠΟΛΛΟΙ από τους πτυχιούχους γιατρούς που έρχονται από τρίτες χώρες (κυρίως πρώην σοσιαλιστικές) έχουν ελλιπείς σπουδές και κατ’ επέκταση γνώσεις. Σε ορισμένες από αυτές η διδακτέα ύλη είναι μειωμένη σε σχέση με εκείνη των πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ενωσης ενώ σε άλλες, όπως η πρώην Σοβιετική Ενωση, λόγω των αυξημένων αναγκών και ιδιαιτεροτήτων που αντιμετώπιζαν, υπήρχαν προγράμματα ταχύρρυθμης εκπαίδευσης που έδιναν πτυχίο και ειδικότητα σε λιγότερο από έξι χρόνια με στόχο να καλύψουν συγκεκριμένες ανάγκες.


Οι πτυχιούχοι αυτοί ερχόμενοι στην Ελλάδα για να αναγνωρίσουν το πτυχίο τους δίνουν εξετάσεις στο ΔΙΚΑΤΣΑ σε δύο μαθήματα: παθολογία (γραπτώς) και χειρουργική (προφορικώς). Στην παθολογία, όπου η εξέταση γίνεται γραπτώς, το ποσοστό που περνά τις εξετάσεις είναι πολύ χαμηλό αφού η «γραπτή απόδειξη» δίνει ένα δυνατό επιχείρημα στους εξεταστές να αντισταθούν στις πιέσεις που υφίστανται. Αλλά και αυτό δεν ισχύει πάντα. Ειδικά στην Αθήνα, όπου υπάρχουν πέντε έδρες παθολογίας και κάθε γραπτό βαθμολογείται από πέντε εξεταστές, το ποσοστό επιτυχίας είναι το μισό από ό,τι σε περιοχές όπου το γραπτό βαθμολογείται από έναν εξεταστή.