«Πρώτα επίθεση, μετά σχεδιασμός». Αυτό το δόγμα φαίνεται να διέπει την εξωτερική πολιτική της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Το κόστος αυτής της προσέγγισης, που εφαρμόστηκε πρώτα στη Βενεζουέλα και έπειτα στο Ιράν, είναι πιθανόν το επόμενο διάστημα να υποστεί και η Κούβα. Το προ ημερών σχόλιο του αμερικανού προέδρου ότι «θα έχει την τιμή να πάρει την Κούβα» άνοιξε τη συζήτηση για το αν το νησί της Καραϊβικής έπεται στη λίστα «αλλαγής καθεστώτων» μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Βενεζουέλα και Ιράν. Στο ίδιο πλαίσιο, και ομνύοντας για μια ακόμη φορά στις διαπραγματευτικές του δάφνες από τον χώρο του real estate, o Τραμπ υποσχέθηκε σύντομα ένα πολύ καλό «deal», ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η Τεχεράνη προηγείται ως προτεραιότητα της Αβάνας.
Υπάρχει μια κοινή γραμμή που συνδέει τις τρεις περιπτώσεις, αφού πριν τις επεμβάσεις προηγήθηκαν εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις, με επίκεντρο την ενέργεια, ενώ η πολιτική μετάβαση συνδέθηκε με οικονομικές μεταρρυθμίσεις φιλικές προς τα αμερικανικά συμφέροντα. Το ερώτημα είναι αν θα ακολουθήσει η Κούβα το παράδειγμα της Βενεζουέλας και του Ιράν ή αν η πολιτική ηγεσία της θα αποδειχθεί πιο δεκτική απέναντι στις απαιτήσεις του Λευκού Οίκου.
Βενεζουέλα ή Ιράν;
Ο Μανουέλ Ορόζκο, διευθυντής του Κέντρου Ανάπτυξης και Μετανάστευσης στη δεξαμενή σκέψης Inter-American Dialogue στην Ουάσιγκτον, λέει στο «Βήμα» ότι «ο ενεργειακός αποκλεισμός που επέβαλαν οι ΗΠΑ αύξησε το κόστος για τους Κουβανούς, ωθώντας τους να δώσουν υποσχέσεις για οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, η διαπραγμάτευση αφορά και την πραγματοποίηση πολιτικών μεταρρυθμίσεων (απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, κατάργηση περιορισμών στην ιδιοκτησία, εγγύηση ατομικών ελευθεριών) και όχι μόνο ήσσονος σημασίας οικονομικές αλλαγές. Υπό αυτή την έννοια, η Κούβα δεν είναι Βενεζουέλα, όπου η βασική διαφορά αφορά την οικονομική ελευθερία της χώρας. Η κουβανική πολιτική ελίτ αποτελείται από άτομα που συνδέονται με τους δύο πιο κρίσιμους παράγοντες που κατέχουν την εξουσία: την οικογένεια Κάστρο και την GAESA, τον κρατικό φορέα που ελέγχεται από τις κουβανικές ένοπλες δυνάμεις και ελέγχει το εμπόριο. Η μοίρα της Κούβας, το αν θα διαπραγματευτεί με ή χωρίς την απειλή των αμερικανικών όπλων, εξαρτάται από τι θα συμφωνήσει η συγκεκριμένη ελίτ με τις ΗΠΑ. Κανείς πάντως δεν μπορεί να κάνει εκτιμήσεις για το πώς θα πράξει ο Λευκός Οίκος».
Παρόμοια εικόνα δίνει η κουβανοαμερικανή δημοσιογράφος και συγγραφέας Ατσι Ομπέχας, προειδοποιώντας ότι η Κούβα θυμίζει περισσότερο το Ιράν παρά τη Βενεζουέλα. «Πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές έχουν ανακηρύξει πολλές φορές νεκρό το καθεστώς, παραβλέποντας την ασυνήθιστη αντοχή του» σημειώνει σε άρθρο της στο «Politico». «Η πολιτική φύση του καθεστώτος, μαζί με τον κρίσιμο ρόλο του Στρατού στην οικονομία, διαμορφώνει ένα σκληροτράχηλο πλέγμα εξουσίας που προσιδιάζει περισσότερο στην περίπτωση του Ιράν». Στην Κούβα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ο μόνος νόμιμος πολιτικός οργανισμός ενώ οι πολιτικές αποφάσεις επικυρώνονται από την Εθνοσυνέλευση, η οποία ψηφίζει en bloc, καταλήγοντας συχνά σε ομόφωνες αποφάσεις.
«Οι Κουβανοί είναι ένθερμοι εθνικιστές. Αγωνίστηκαν πολλές φορές για να κερδίσουν και να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, ακόμη και όταν αυτό σήμαινε σύγκρουση με τις ΗΠΑ» τονίζει στον «Guardian» η Σάρα Κόζαμεχ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, με εξειδίκευση στην πολιτική ιστορία της Κούβας, προσθέτοντας μια ακόμη ομοιότητα με το Ιράν.
Οικονομικός πόλεμος
Προς το παρόν, παρά τη διακηρυγμένη πρόθεση του Τραμπ και του κουβανικής καταγωγής υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για αλλαγή καθεστώτος, η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ διαψεύδει τα σενάρια στρατιωτικής επέμβασης. Η οικονομική ασφυξία όμως που βιώνει το νησί και την οποία οι «New York Times» έχουν περιγράψει ως «τακτική απόλυτης πίεσης» οδηγεί αρκετούς αναλυτές να κάνουν λόγο για «οικονομικό πόλεμο».
Ρεπορτάζ ευρωπαϊκών και αμερικανικών μέσων επιβεβαιώνουν την οικτρή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Κούβα από όταν η Ουάσιγκτον αυστηροποίησε το εμπάργκο, απειλώντας με δευτερογενείς κυρώσεις οποιαδήποτε χώρα εξάγει καύσιμα στο νησί. Το περασμένο Σαββατοκύριακο το σύστημα ηλεκτροδότησης κατέρρευσε πλήρως, βυθίζοντας στο σκοτάδι 10 εκατομμύρια ανθρώπους τρίτη φορά μέσα σε λιγότερες από 20 μέρες. Τη ζοφερή εικόνα συμπληρώνουν αναφορές κρατικών αρχών για δεκάδες θανάτους λόγω έξαρσης εντομογενών ασθενειών (δάγκειου πυρετού και τσικουνγκούνια) και η υπολειτουργία του εθνικού συστήματος υγείας.
«Η Κούβα δεν έχει αυτάρκεια στα τρόφιμα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών από τις ΗΠΑ. Οι Κουβανοί δεν έχουν φαγητό στο τραπέζι σε καθημερινή βάση και ο αποκλεισμός των ΗΠΑ επιδείνωσε κατά πολύ τα πράγματα» προσθέτει ο Ορόζκο, επιβεβαιώνοντας την κρισιμότητα της κατάστασης.
Παράλληλα, σημειώνει ότι το οικονομικό μοντέλο της χώρας είναι μη βιώσιμο δομικά. «Το οικονομικό μοντέλο της Κούβας δεν κατάφερε να καλύψει τις ανάγκες όσων βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας. Οι εκτιμήσεις για το ΑΕΠ του 2025 κάνουν λόγο για μείωση κάτω από 14 δισ. δολάρια, έναντι 25 δισ. το 2022. Αυτά τα στοιχεία υπογραμμίζουν την εξάρτηση της χώρας από τα εμβάσματα, τον τουρισμό και τις εξαγωγές. Ο αντίκτυπος της μείωσης των εμβασμάτων, ιδίως μετά την πανδημία της COVID-19, είναι σημαντικός για την τοπική οικονομία, δεδομένων των εκθέσεων που δείχνουν ότι το 80% του πληθυσμού ζει σήμερα σε συνθήκες φτώχειας».
Ο Ορόζκο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάθε σενάριο αποτροπής μιας στρατιωτικής επέμβασης στο νησί περνάει μέσα από την οδό του συμβιβασμού. «Η Κούβα ή θα αλλάξει με στοιχεία του παλαιού καθεστώτος να επιβιώνουν σε περιβάλλον μεταρρύθμισης ή θα εμπλακεί σε μια κατάσταση διαρκούς εξαθλίωσης και αβεβαιότητας, όπου κάθε σενάριο είναι ανοικτό, ιδίως επί Τραμπ».
Σε παρόμοιο ύφος, η εξειδικευμένη σε ζητήματα Λατινικής Αμερικής δημοσιογράφος της «Wall Street Journal», Μέρι Αναστάζια Ο’ Γκρέιντι, προβλέπει ότι η σταθεροποίηση της οικονομίας είναι το υπ’ αριθμόν ένα καθήκον, ακόμη και σε περίπτωση που Ουάσιγκτον και Αβάνα καταλήξουν σε κάποιου είδους συμφωνία. Ωστόσο υπενθυμίζει ότι παρόμοια ανοίγματα προς την Κούβα επιχειρήθηκαν κατά τη δεκαετία του ’90 αλλά με βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα, έκθετο πάντοτε στην πολιτική κυριαρχία του καθεστώτος και της οικογένειας Κάστρο. Και καταλήγει εκτιμώντας πως αυτού του είδους η αναξιοπιστία ενδέχεται – όπως στην περίπτωση της Βενεζουέλας – να επιταχύνει με μοιραίο τρόπο τις εξελίξεις.






