Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, σε αντίποινα για τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, σήμανε τον αποκλεισμό ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος. Για Ευρώπη και Ελλάδα, η τρέχουσα ενεργειακή κρίση ξανανοίγει τη συζήτηση γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια, θέτοντας το δίλημμα της στροφής σε πράσινη ενέργεια ή της επιστροφής σε παραδοσιακές επιλογές.
Ο Νταν Μπρουγέτ, πρώην υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ (2019-21) και πρώην υφυπουργός Ενέργειας (2017-19), πόστα στα οποία υπηρέτησε στη διάρκεια ολόκληρης της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, και νυν πρόεδρος του Ινστιτούτου Edison Electric, μίλησε στο «Βήμα» για την αμερικανική ενεργειακή στρατηγική και τη θέση της Ελλάδας.

Ο πόλεμος στο Ιράν για τις ΗΠΑ αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής για πετρελαϊκή κυριαρχία;
«Οι ΗΠΑ, υπό τον πρόεδρο Τραμπ, εφαρμόζουν μια συνεκτική στρατηγική που βασίζεται σε μια απλή αρχή: η ενέργεια είναι δύναμη. Οι υδρογονάνθρακες, τα κρίσιμα ορυκτά και οι ημιαγωγοί είναι τα νέα εργαλεία γεωπολιτικής μόχλευσης. Το γεγονός ότι το Ιράν βρίσκεται στη μία πλευρά των Στενών του Ορμούζ δεν είναι τυχαίος παράγοντας σε αυτή τη σύγκρουση, δεδομένου ότι το 20% των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών πετρελαίου διέρχεται από αυτή τη στενωπό. Οποιοδήποτε έθνος μπορεί να ελέγξει αυτή τη ροή διαθέτει την ικανότητα να επιβάλει εξελίξεις. Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να δεχτούν ότι το Ιράν θα έχει αυτή τη δυνατότητα. Πρόκειται για στρατηγική παραδοχή δεκαετιών, που διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις απέφυγαν να αντιμετωπίσουν άμεσα, σε αντίθεση με τη σημερινή.
Πέρα από την ενεργειακή κυριαρχία, δεν πρέπει να υποτιμάται η πυρηνική διάσταση. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν είναι διαχωρίσιμο από την ενεργειακή και περιφερειακή στρατηγική του. Δεν μπορείς να διαπραγματευτείς το ένα χωρίς το άλλο και η κυβέρνηση Τραμπ το καταλαβαίνει αυτό. Στόχος είναι η ριζική αλλαγή της στρατηγικής στάσης ενός καθεστώτος που αποσταθεροποιεί τη Μέση Ανατολή. Η ενέργεια είναι ο μοχλός. Η ασφάλεια είναι ο στόχος».

Θα ωθήσει η σύγκρουση στο Ιράν τον κόσμο στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης ή σε πιο παραδοσιακές μορφές ενέργειας;
«Εξαρτάται από τη χώρα και το χρονικό πλαίσιο. Βραχυπρόθεσμα, οι ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια θα κυριαρχήσουν. Αυτό σημαίνει περισσότερες επενδύσεις σε αξιόπιστες, ευέλικτες πηγές ενέργειας. Η Ευρώπη έχει ήδη πάρει αυτό το μάθημα με τον δύσκολο τρόπο, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Αυτό που περιμένω να δω παγκοσμίως είναι μια επαναβεβαίωση της αρχής που υποστηρίζω εδώ και χρόνια: ενεργειακή επέκταση, όχι ενεργειακή μετάβαση. Ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο από τα πάντα. Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ναι. Αλλά και φυσικό αέριο, πυρηνική ενέργεια και, όπου το επιτρέπει η γεωλογία, πετρέλαιο.
Τα έθνη που είναι ενεργειακά ασφαλή μπορούν να αντέξουν οικονομικά να βελτιστοποιήσουν το μείγμα τους με την πάροδο του χρόνου. Οι επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια θα συνεχιστούν. Τα οικονομικά της ηλιακής και αιολικής ενέργειας βελτιώνονται. Αλλά κάθε σοβαρός αναλυτής που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η σύγκρουση οδηγεί σε μαζική στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συγχέει τη φιλοδοξία με τη φυσική. Ο κόσμος λειτουργεί με ενέργεια που είναι διαθέσιμη, οικονομικά προσιτή και αξιόπιστη. Αυτό το πρότυπο εξακολουθεί να ευνοεί τους υδρογονάνθρακες τις επόμενες δεκαετίες».
Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, εξαρτώμενη από εισαγωγές ενέργειας, η αύξηση των τιμών συνιστά αναπόφευκτη εξέλιξη;
«Η Ελλάδα βρίσκεται σε πραγματικά δύσκολη θέση. Είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας με σημαντική έκθεση στις παγκόσμιες διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Εχει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή. Και έχει μια μεσογειακή γεωγραφία που ιστορικά σήμαινε εξάρτηση από το φυσικό αέριο αγωγών από πηγές που τώρα είναι είτε αναξιόπιστες είτε ενεργά εχθρικές προς τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Αυτή είναι μια δομική ευπάθεια, όχι μια προσωρινή ταλαιπωρία. Συνεπώς, το άμεσο σοκ στις τιμές θα γίνει αισθητό ευρέως σε όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Καταναλωτές και επιχειρήσεις θα πληρώσουν περισσότερα. Η πληθωριστική πίεση θα αυξηθεί.
Υπάρχουν όμως διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής. Η κυβέρνηση Τραμπ ήταν σαφής: το αμερικανικό LNG είναι διαθέσιμο και θέλουμε να το πουλήσουμε σε ευρωπαίους συμμάχους. Η Ελλάδα και οι γείτονές της θα πρέπει να κινηθούν επιθετικά για να ανταποκριθούν σε αυτή την προσφορά, να αναπτύξουν ικανότητα επαναεριοποίησης, να διαφοροποιηθούν ως προς το μείγμα τους. Ο διάδρομος EastMed, οι ενεργειακές διασυνδέσεις με το Ισραήλ και την Κύπρο και η επέκταση των υποδομών αποθήκευσης είναι όλες θεμιτές μεσοπρόθεσμες απαντήσεις.
Συμπερασματικά, οι αυξημένες τιμές είναι μια πραγματική και σοβαρή συνέπεια. Αλλά η λέξη “αναπόφευκτη” υπονοεί παθητικότητα, και η παθητικότητα είναι η λάθος στάση. Οι χώρες που χρησιμοποιούν αυτή την κρίση δυναμικά, σαν αφορμή για να ενισχύσουν τις ενεργειακές υποδομές τους, θα βρεθούν σε καλύτερη κατάσταση. Οι χώρες που περιμένουν να πέσουν οι τιμές και ελπίζουν για το καλύτερο θα βρεθούν στην ίδια θέση την επόμενη φορά που θα ξεσπάσει μια κρίση».
Ενας στασιμοπληθωρισμός σαν εκείνον που ακολούθησε την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70 πόσο υπαρκτός κίνδυνος είναι;
«Οι παραλληλισμοί με τη δεκαετία του 1970 είναι πραγματικές. Υπάρχει ένα σοκ προσφοράς που οφείλεται στη Μέση Ανατολή και οδηγεί το κόστος ενέργειας υψηλότερα σε παγκόσμια κλίμακα. Υπάρχει πληθωρισμός που δεν είχε πλήρως τιθασευτεί πριν από την άφιξη αυτού του νέου σοκ. Αυτό που διαφέρει από τη δεκαετία του 1970 είναι ότι οι ΗΠΑ είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο. Αυτή είναι μια βαθιά διαρθρωτική διαφορά. Στις πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 η Αμερική ήταν καθαρός εισαγωγέας, δεν είχε περιθώριο ελιγμών.
Σήμερα, η αμερικανική παραγωγή μπορεί να αποτελέσει παγκόσμιο σταθεροποιητή εάν έχει από πίσω της μια πολιτική που την υποστηρίζει. Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ, με την άρση των κανονιστικών εμποδίων, την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και την αύξηση της παραγωγής, είναι η σωστή απάντηση. Δεν θα αποτρέψει μια βραχυπρόθεσμη απότομη αύξηση των τιμών, αλλά θα μειώσει τη διάρκεια του φαινομένου. Αποψή μου είναι η εξής: ο στασιμοπληθωρισμός είναι ένας κίνδυνος, όχι κάτι βέβαιο. Κίνδυνος μεγαλύτερος για οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές, έχουν υψηλό χρέος και περιορισμένη νομισματική ευελιξία. Αυτός ο συνδυασμός χαρακτηριστικών περιγράφει περισσότερο μεγάλο μέρος της Ευρώπης παρά τις ΗΠΑ».







