Ο Κώστας Στασινόπουλος έχει μόλις επιστρέψει από την Κύπρο. Βρισκόταν στη Μεγαλόνησο γιατί ετοιμάζει την επιμέλεια της κεντρικής έκθεσης «The Waves Crashing» της επικείμενης φουάρ σύγχρονης τέχνης VIMA Art Fair (15-17/5) στη Λεμεσό, η οποία μπαίνει αισίως στη δεύτερη διοργάνωσή της με τη δυναμική καθοδήγηση των δημιουργών της, Εντγκαρ Γκαντζίεφ, Λάρα Κοτρέλεβα και Ναντέζντα Ζινόβσκαγια.

Ο όρος «έκθεση» είναι βέβαια ευφημισμός, γιατί ο Στασινόπουλος είναι αποφασισμένος να διαφοροποιηθεί και να μη λειτουργήσει μόνο γύρω από μια παράθεση έργων τέχνης, αλλά και με διαδραστικά, ζωντανά προγράμματα, μουσικές παρεμβάσεις, artists’ films κ.ά. Οπότε προσκαλεί 25 εικαστικούς (ανάμεσά τους οι Πάκυ Βλασσοπούλου, Χρυσάνθη Κουμιανάκη, Μανώλης Δασκαλάκης-Λεμός, Χριστος Κυριακίδης, Στέλιος Καλλινίκου, Λουίζα Ντούρου (Ορλώφ) και κολεκτίβες (π.χ. Serapis Maritime), οι οποίοι/ες με τη σειρά τους θα καλέσουν άλλους δημιουργούς, φθάνοντας έτσι γύρω στους πενήντα συμμετέχοντες/συμμετέχουσες.

Ολοι/ες θα δραστηριοποιηθούν  στους υπαίθριους χώρους του βιομηχανικού συγκροτήματος που φιλοξενεί τη φουάρ, The Warehouse by IT Quarter, εκεί όπου κάποτε λειτουργούσε το εργοστάσιο της ΣΟΔΑΠ ανάμεσα στο παλιό και το νέο λιμάνι της Λεμεσού: «Αντιλαμβάνομαι σε βάθος τη θέση μου σε κάθε εγχείρημα που αναλαμβάνω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είμαι ένας έλληνας επιμελητής με βάση το Λονδίνο, που έρχεται στην Κύπρο για να υλοποιήσει ένα πρότζεκτ παράλληλα με μια φουάρ, πίσω από την οποία βρίσκεται μια ρωσική ομάδα. Ολες αυτές τις παραμέτρους τις κατανοώ πλήρως και λειτουργώ μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχω τον επιμελητικό ρόλο, αλλά στόχος μου είναι να ενεργοποιηθεί και η τοπική κοινότητα. Θα πραγματοποιηθούν take overs από οργανισμούς, κολεκτίβες, artist-run spaces και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες, που θα αναλάβουν να αναπτύξουν το δικό τους πρόγραμμα ώστε να εμπλακεί όσο περισσότερος κόσμος γίνεται. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα συναντά κανείς έργα που παραμένουν απλώς στατικά, αντίθετα, τα ίδια τα έργα θα ενεργοποιούνται, θα αποκτούν διάλογο με το περιβάλλον και θα μετατρέπονται σε ζωντανές εμπειρίες».

Αυτή είναι η πρώτη μεγάλης κλίμακας δράση που επιμελείται επί ελληνικού ή κυπριακού εδάφους μόνος του, χωρίς να συνδράμει δηλαδή τον Χανς Ούλριχ Ομπριστ στην παρουσία της Serpentine Gallery στην Ελλάδα. Oπως στο «Marathon Marathon Project» που είχε λάβει χώρα το 2010 στο Μουσείο Ακρόπολης, ως μέρος των εορτασμών για την επέτειο των 2.500 χρόνων από τη μάχη του Μαραθώνα.

Η εκδήλωση αυτή ήταν μια πρωτοβουλία της επιμελήτριας Νάντιας Αργυροπούλου να φέρει έναν «μαραθώνιο» τέχνης και σκέψης στην Ελλάδα, με τη συμμετοχή διανοούμενων και καλλιτεχνών, εμπνευσμένο από παρόμοιες δράσεις που πραγματοποιεί η Serpentine στο Λονδίνο – τα λεγόμενα Serpentine Marathons, όπου ο Στασινόπουλος διατέλεσε για μια περίοδο curatorial assistant. Ή όπως στην έκθεση με έργα της Αυστριακής Μαρία Λάσνιγκ στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, σε συμπόρευση με την documenta 14, σε επιμέλεια Ομπριστ.

Ενας νέος Kyklos

Επεται βέβαια συνέχεια. Διότι από την 1η Απριλίου ο Κώστας Στασινόπουλος αναλαμβάνει τη θέση του διευθυντή Εκθέσεων και Προγραμμάτων του νεοσύστατου χώρου τέχνης και πολιτισμού Kyklos του Ιδρύματος Ντίνου και Λίας Μαρτίνου (Dinos and Lia Martinos Foundation – DLMF), η εκτελεστική διεύθυνση του οποίου έχει ανατεθεί στον σπουδαίο Χρήστο Καρρά. Ο Kyklos θα στεγάσει συλλογές με έργα τέχνης λαών της Αφρικής, της Ωκεανίας και άλλων περιοχών του πλανήτη, αλλά και σημαντικές περιοδικές εκθέσεις και πλήθος πολιτιστικών εκδηλώσεων σε ένα κτίριο που έχει σχεδιάσει ο Ρέντσο Πιάνο στο Νέο Φάληρο.

Ο Στασινόπουλος δεν μπορεί να πει πολλά, «πρέπει να περάσει κάποιος καιρός, να δουλέψω πρώτα» θα τονίσει, αλλά το σίγουρο είναι ότι κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο, αυτό της Αγγλίας, το οποίο κράτησε 22 ολόκληρα χρόνια: «Κάποια στιγµή ένιωσα την ανάγκη να αλλάξει κάτι, να προκύψει ένα επόµενο βήµα. Στη Serpentine έκανα κανονικά τον προγραµµατισµό για τη νέα χρονιά και τις επόµενες, αλλά ήθελα σύντοµα να προχωρήσω σε κάτι διαφορετικό. Τελικά αυτό ήρθε από µόνο του και το υποδέχθηκα µε χαρά, γιατί βρισκόταν ξεκάθαρα προς την κατεύθυνση που ήδη αναζητούσα».

Ο Στασινόπουλος ήξερε από μικρός ότι ήθελε να φύγει από την Ελλάδα. Γέννημα θρέμμα Αθηναίος, επέλεξε το ΙΒ στη Σχολή Μωραΐτη και έφυγε για το Λονδίνο για να σπουδάσει Βιοχημεία στο Imperial College. Η πορεία του, όμως, δεν ακολούθησε τον «προβλεπόμενο» δρόμο των ακαδημαϊκών του επιλογών, καθώς θα λοξοδρομούσε βορειότερα, στο Χάιντ Παρκ και τη Serpentine, όπου από το 2017 απέκτησε τη μόνιμη θέση και τον – μέχρι πριν από λίγες ημέρες ενεργό – τίτλο «Curator, Live Programs», στο πλευρό του ελβετού ιστορικού τέχνης, κριτικού και επιμελητή Χανς Ουλριχ Ομπριστ.

Ο ρόλος του ήταν να επιμελείται ανεξάρτητα επιμελητικά προγράμματα δουλεύοντας με performance, μουσική, κινηματογράφο, διαλέξεις, φεστιβάλ, καθώς και με δράσεις που συνδέονταν με τις εκθέσεις που φιλοξενεί η Serpentine. Οπως για παράδειγμα η πρόσφατη «House of Music», με έργα Πίτερ Ντόιγκ, που συνέδεσε τη ζωγραφική με τη μουσική από το προσωπικό αρχείο βινυλίων του καλλιτέχνη που μεταδιδόταν από σπάνια αναλογικά ηχεία. Στο πλαίσιό της ο Στασινόπουλος συνεπιμελήθηκε μια σειρά από βραδιές όπου καλεσμένοι όπως ο Μπράιαν Ινο κλήθηκαν να μοιραστούν τις προσωπικές τους μουσικές επιλογές και δείγματα ήχου.

«Η τέχνη ήταν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Νιώθω πολύ τυχερός που μεγάλωσα με γονείς που αγαπούσαν την τέχνη. Οπου κι αν πηγαίναμε, μας έπαιρναν μαζί, σε μουσεία με έβαζαν μπροστά από πίνακες και με γνώρισαν σε φίλους τους, ενεργούς καλλιτέχνες, όπως ο Αλέκος Λεβίδης, για παράδειγμα. Και, παρά το ενδιαφέρον μου για τη Βιοχημεία, δεν έβλεπα εκεί το επαγγελματικό μου μέλλον.

Η επαφή μου με το Λονδίνο, με τις αμέτρητες εκθέσεις και εκδηλώσεις που προσέφερε, με έκανε να ανακαλύπτω συνεχώς νέα πράγματα». Παράλληλα, φρόντισε να στηρίξει ακαδημαϊκά τα νέα ενδιαφέροντά του: με μεταπτυχιακά στις Πολιτιστικές και Δημιουργικές Βιομηχανίες από το King’s College και στην Ιστορία της Τέχνης από το Courtauld Institute of Art και το University of York, όπου έφτασε σε διδακτορικό επίπεδο, μέχρι τα απαραίτητα ενδιάμεσα internships σε Whitechapel, Serpentine και White Cube, που τον έφεραν σε επαφή με σχεδόν κάθε πτυχή της λειτουργίας ενός εικαστικού θεσμού: από το fundraising μέχρι τη διαμόρφωση, την παρουσίαση και την ουσιαστική απεύθυνση των έργων και των συλλογών στο κοινό τους.

Δημιουργικές προκλήσεις εντός έδρας

Η σύνδεσή του με την Ελλάδα και τους ανθρώπους του χώρου ήταν πάντα προτεραιότητα και φρόντιζε, όπως θα πει, να τη διατηρεί ενεργή: «Δεν αισθάνομαι ότι επιστρέφω στην Αθήνα για να ξεκινήσω από το μηδέν ή για να ανακαλύψω τα πάντα ξανά, ανέκαθεν διατηρούσα μια ενεργή σχέση με την πόλη. Παράλληλα, τα χρόνια που έχω περάσει μέσα σε έναν θεσμό, μου έχουν δώσει ένα ουσιαστικό know-how που με τον καιρό έχει μετατραπεί σε έναν δικό μου τρόπο σκέψης, σχεδόν σε έναν κώδικα. Το ενδιαφέρον για εμένα είναι πώς αυτός ο κώδικας μπορεί να προσαρμόζεται, να μετασχηματίζεται και να συνομιλεί με κάθε νέο περιβάλλον σε βάθος χρόνου. Ερχομαι, λοιπόν, με εφόδια, αλλά χωρίς έτοιμες απαντήσεις ή προσχεδιασμένες λύσεις».

Τι λείπει, λοιπόν, από την πόλη και τη χώρα, τι χρειάζεται το εικαστικό τοπίο; «Χρειάζονται περισσότερες φωνές. Οπως επιστρέφω εγώ, θα έπρεπε να επιστρέψουν άλλοι δέκα. Υπάρχει ανάγκη για περισσότερες πρωτοβουλίες, είτε ιδιωτικές είτε με δημόσια στήριξη, αλλά κυρίως για περισσότερο διάλογο και συνεργασίες. Αυτό είναι κάτι που στο εξωτερικό συμβαίνει όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια: βλέπεις θεσμούς, δημόσιους και ιδιωτικούς, να συνδέονται και να διαμορφώνουν κοινά πεδία δράσης. Στην Ελλάδα δεν το έχουμε ακόμη αξιοποιήσει πλήρως. Κι όμως, όσο πυκνώνουν οι συνεργασίες, ανοίγουν νέες δυνατότητες και προκύπτουν διαφορετικές διαδρομές, πέρα από την πεπατημένη.

Η συνεργασία που είχαμε κάνει με τη Serpentine με το Camden Arts Centre ήταν ένα πολύ όμορφο παράδειγμα, που λειτούργησε ως αφετηρία και οδήγησε σε νέες συνέργειες με άλλους θεσμούς, όπως το Sadler’s Wells. Κανένας θεσμός, καμία γκαλερί ή πρωτοβουλία δεν λειτουργεί ως απομονωμένο νησί, αλλά βρίσκεται πάντα σε σχέση με άλλους. Αυτό το πλέγμα σχέσεων είναι που πρέπει να ενισχυθεί και να υποστηριχθεί ουσιαστικά. Ο στόχος παραμένει σταθερός: η τέχνη να έρθει πιο κοντά στον κόσμο και να αναγνωριστεί ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, εξίσου σημαντικό με όλα τα υπόλοιπα. Να πάψει να αντιμετωπίζεται ως προνόμιο των λίγων».

Η ελληνική σκηνή τον απασχολούσε ανέκαθεν και, όπως λέει, θα συνεχίσει να τον απασχολεί: «Την έχω δει να εξελίσσεται και να αλλάζει πρόσωπο, συχνά μέσα από βλέμματα που την προσεγγίζουν με μια δόση εξωτισμού, κάτι που τελικά δεν βοηθά κανέναν. Οι καλλιτέχνες, όπως παντού, επιδιώκουν να δείξουν τη δουλειά τους και να βρουν αποδοχή από γκαλερί και θεσμούς. Οταν όμως αυτό το μοντέλο αναπαράγεται χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, όταν η ίδια η σκηνή δεν θέτει ερωτήματα στον εαυτό της, όταν απουσιάζει η κριτική σκέψη, τα κριτικά κείμενα που μπορούν να ανοίξουν τον διάλογο, οι εκδόσεις που θα καταγράψουν και θα διαδώσουν τις ιδέες, τότε η εξέλιξη περιορίζεται. Παράλληλα, το πλαίσιο στήριξης παραμένει στενό και συγκεκριμένο. Υπάρχουν λίγες, καθορισμένες ευκαιρίες χρηματοδότησης και open calls, στα οποία οι περισσότεροι προσπαθούν να προσαρμόσουν τη δουλειά τους, ώστε να ανταποκριθούν σε αυτά τα κριτήρια. Με αυτόν τον τρόπο, σχεδόν ανεπαίσθητα, διαμορφώνεται και η αισθητική κατεύθυνση της σύγχρονης παραγωγής. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ανοίξει το πεδίο: να υπάρξουν περισσότερες φωνές, περισσότερες πλατφόρμες, περισσότερα residencies και δομές που θα επιτρέψουν μεγαλύτερη ελευθερία και ουσιαστική εξέλιξη».

Ο Κώστας Στασινόπουλος πιστεύει ότι βρισκόμαστε σε ένα μεταίχμιο, σε μια μετά-documenta εποχή, έχοντας περάσει και την εμπειρία της πανδημίας, μέσα σε μια συγκυρία όπου επανέρχονται πολύ βασικά ζητήματα επιβίωσης, από το κόστος διαβίωσης, το κόστος της κατοικίας μέχρι τη δυνατότητα των καλλιτεχνών να διατηρούν τον χώρο εργασίας τους: «Την ίδια στιγμή, όσοι έρχονται από το εξωτερικό και παρακολουθούν την ανάπτυξη που συντελείται στην Ελλάδα, τη χρωματίζουν μέσα από τη δική τους οπτική. Το ερώτημα είναι πώς συνδέονται ουσιαστικά με αυτό που συμβαίνει εδώ και ποιοι είναι οι πραγματικοί διάλογοι που μπορούν να προκύψουν μέσα από αυτή τη συνάντηση.

GΟπότε από τη μία διακρίνονται πολλές δυνατότητες και δυνάμεις που επηρεάζουν τον τόπο, κυρίως την Αθήνα, και από την άλλη γεννιέται η ανάγκη να οριστεί πιο συνειδητά η κατεύθυνση αυτής της εξέλιξης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόθεσή μου είναι να δω πώς μπορώ κι εγώ να συμβάλω ενεργά σε αυτή τη διαμόρφωση. Ενα σημαντικό μάθημα από αυτά που κράτησα από τις σπουδές μου στο Courtauld, αλλά και στη μετέπειτα επαγγελματική μου πορεία, είναι το να μη στέκομαι μόνο στο μεμονωμένο έργο – στο γλυπτό ή στον πίνακα – αλλά να αντιμετωπίζω και κάθε έκθεση ή πρόγραμμα που υλοποιείται ως ένα σύνολο, ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, ως μια συνθήκη που θέτει εκ νέου το ερώτημα του γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε».