Γιαγιά, µαµά και δύο παιδάκια. Ολοι καλοντυµένοι, περιποιηµένοι, άρτι αφιχθέντες από τα µαγαζιά, όπως µαρτυρούσαν οι τσάντες που κρατούσαν – µα, τι ωραία εκτόνωση που είναι τα ψώνια! Κάθισαν δίπλα μας, σε ένα εστιατόριο στο κέντρο την Αθήνας, μεσημέρι Σαββάτου, και ο λόγος για τον οποίο τράβηξαν αμέσως την προσοχή μου ήταν η χαρά που απέπνεαν τα παιδιά. Ο ενθουσιασμός τους για τα πράγματα που είχαν αγοράσει, για τη βόλτα που είχαν κάνει, για τα αστεία που τους έλεγε η γιαγιά τους, για το φαγητό και για το παγωτό που πιθανώς θα απολάμβαναν μετά. Ο οποίος ενθουσιασμός ήταν μεταδοτικός. Λειτούργησε ως ένεση αισιοδοξίας για εμάς, που ανακατεύαμε ανόρεχτα με τα πιρούνια μας τη σαλάτα, που είχαμε στραβώσει λίγο επειδή το ροζέ που είχαμε παραγγείλει ήταν χλιαρό και που γκρινιάζαμε για το πόσο πληκτική είναι η καλοκαιρινή Αθήνα.

Εστησα αφτί για να ακούσω κάθε μία από τις λέξεις (δεν ήταν δύσκολο, γιατί μιλούσαν δυνατά) που τα παιδικά στόματα εκτόξευαν με ταχύτητα, κελαηδιστά και γάργαρα. Με μερικά σίγμα να γίνονται θίγμα και με τα γράμματα να βιάζονται και να καβαλάνε το ένα το άλλο, δημιουργώντας χαριτωμένους αναγραμματισμούς. Θυμήθηκα ένα κινούμενο σχέδιο από τα εισαγόμενα από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που πρόβαλλε η δημόσια τηλεόραση όταν ήμουν μικρός: Εδειχνε κάτι παιδιά τόσο ευτυχισμένα που ενώ τραγουδούσαν ξαφνικά από το στόμα τους άρχιζαν να πετάγονται (πολύχρωμες, υποθέτω, γιατί εγώ το έβλεπα ασπρόμαυρο) καραμέλες. Θυμήθηκα και τη συγκλονιστική, μέσα στη λιτότητά της, φράση από τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιπο: «Tα παιδιά είναι παιδιά, και είναι όλα τα ίδια». Ετσι ενθουσιώδεις ήμασταν κι εμείς ως παιδιά. Πώς αλλάξαμε; Ρητορική είναι η ερώτηση, γνωρίζω πολύ καλά και το πώς και το γιατί. Χαίρομαι κάθε φορά που το παιδί ξυπνάει για λίγο μέσα μου. Το εκλαμβάνω ως επιβεβαίωση πως δεν με έχει καταθλίψει εντελώς το γκρίζο που έχει επιβληθεί γύρω μου και που το έχω δει να καταπίνει ανθρώπους και να σβήνει από τα πρόσωπά τους κάθε υποψία χαμόγελου. Τα παιδιά του διπλανού τραπεζιού συνέχιζαν να θορυβούν χαρούμενα, η γιαγιά προσπάθησε να τα ηρεμήσει, «γιατί έτσι όπως φωνάζετε ενοχλείτε τους διπλανούς». Τη διαβεβαιώσαμε πως δεν μας ενοχλούσαν, το αντίθετο, και συνεχίσαμε να μιλάμε για την επικαιρότητα των ημερών. Δηλαδή για εγκλήματα, για αρπαγές ανηλίκων, για διεφθαρμένα πολιτικά συστήματα, για βιτριόλια και για τις βιτριολικές γλώσσες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για τις προκλήσεις των Τούρκων, για τις δολοφονίες των μαύρων, για την επιστροφή της πανδημίας… Ξανακοίταξα τα παιδιά με ζήλια που δεν τα απασχολούσε τίποτε από αυτά. Και με κάτι σαν λύπη για όσα τα περίμεναν.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω