Ω  ς ιστορικό πρόσωπο, η Τζέιν Σέιμουρ υπήρξε η τρίτη σύζυγος του Ερρίκου Η’, διάδοχος της Αν Μπολέιν και μητέρα του μετέπειτα βασιλιά Εδουάρδου Στ’. Στην όπερα «Αννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέτι παρουσιάζεται παγιδευμένη ανάμεσα στον έρωτα για τον βασιλιά και την ενοχή απέναντι στη βασίλισσα, την οποία υπηρετεί ως κυρία των τιμών.

Ιστορία και μυθοπλασία μπλέκονται, με την Τζοβάννα – στην «ιταλοποιημένη» εκδοχή του ονόματός της – να αναδεικνύεται σε περσόνα εξίσου τραγική με την Αννα: Αν η Μπολένα οδηγείται στο ικρίωμα, η Σέιμουρ, καταλαβαίνοντας ότι η άνοδός της στον θρόνο είναι άρρηκτα δεμένη με την καταστροφή της «αντιζήλου» της, τη βιώνει ως τιμωρία και όχι ως θρίαμβο.

Ρόλος δύσκολος φωνητικά και ερμηνευτικά, σύμφωνα με τη μεσόφωνο Μιράντα Μακρυνιώτη που θα τον ερμηνεύσει στη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – σε μουσική διεύθυνση Ζακ Λακόμπ και σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση –, πλάι στους Μαρία Κοσοβίτσα, Πέτρο Μαγουλά, Γιάννη Χριστόπουλο κ.ά.: «Μοιάζει σαν αγώνας δρόμου. Με την πρόκληση να αφορά κυρίως το πώς να ισορροπήσεις ανάμεσα στο σωστό στυλ του μπελκάντο, την τεχνική αρτιότητα και την απαραίτητη ενέργεια και αντοχή, ώστε να φθάσεις στο τέλος ακέραιος».

Πόσο εύκολο (ή δύσκολο) ήταν τελικά να μπείτε «στα ρούχα» της Τζοβάννας;

«Το να μπεις «ρόλου» που ερμηνεύεις θεωρώ πως είναι ακατόρθωτο. Δεν είναι κάτι βιωματικό – καλείσαι να αναπαραγάγεις µια συνθήκη. Παρ’ όλα αυτά, είναι μια διαδικασία πολύ προσωπική και μακροσκελής, που δεν σταματά να πλάθεται και να ωριμάζει ως και την τελευταία παράσταση».

Εν προκειμένω δεν είναι, νομίζω, η κλασική κακιά. Πώς τη διαβάζετε ως χαρακτήρα; Πώς δικαιολογείτε τις πράξεις της;

«Κακιά και φιλόδοξη θα μπορούσε να φανεί στην πρώτη ανάγνωση, αλλά υπάρχουν και βαθύτερες, πιο σύνθετες πλευρές του χαρακτήρα. Σίγουρα δεν είναι αθώα. Ιστορικά, δεν ξέρουμε αν η Σέιμουρ ήταν φίλη με την Μπολέιν – όπως παρουσιάζεται στην όπερα –, γνωρίζουμε όμως ότι υπηρέτησε ως κυρία επί των τιμών πολλά χρόνια πριν από την πτώση της Μπολέιν, από την εποχή που βασίλισσα ήταν η Αικατερίνη της Αραγωνίας. Η εύνοια του βασιλιά μπορεί να ήταν για εκείνη μια στρατηγική επιβίωσης, τόσο για τον εαυτό της όσο και για την οικογένειά της. Θα μπορούσε να την αρνηθεί, αλλά τότε θα είχε εξαφανιστεί κοινωνικά. Το ότι θα δεχόταν τον Ερρίκο μόνο εντός γάμου δεν σημαίνει ότι ήξερε για την εκτέλεση της Αννας. Γνώριζε ότι αυτός ο γάμος τελειώνει, αλλά όχι πώς. Οι τύψεις τη βαραίνουν γιατί η ίδια έγινε η αιτία του θανάτου της Αννας».

Υπάρχει κάποιο σημείο στην όπερα που σας συγκινεί ιδιαίτερα;

«Ισως να φανεί τετριμμένο, αλλά ένα σημείο που με αγγίζει βαθιά είναι η άρια της Αννας «Al dolce guidami» από τη δεύτερη πράξη. Ο συνδυασμός της ονειρικής μελωδίας με το κείμενο, που ανακαλεί μια εποχή πιο αθώα λίγο πριν από την εκτέλεσή της, μου αφήνει ένα βαρύ, γλυκόπικρο συναίσθημα».

Photo Κοσμάς Κουμιανός

Τι σημαίνει για εσάς η συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή;

«Νιώθω μόνο ευγνωμοσύνη και χαρά που μου δίνεται μια ευκαιρία όπως αυτή, όχι μόνο για τη βαρύτητα που έχει το ίδιο το έργο ως ένα από τα σημαντικότερα του ρεπερτορίου, αλλά και για τη δυνατότητα να συνεργαστώ με μια δημιουργική ομάδα εξαιρετικά ταλαντούχων ανθρώπων».

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με την όπερα και γενικότερα με τη μουσική;

«Το πρώτο έργο κλασικής μουσικής που άκουσα ποτέ, και μάλιστα από βινύλιο, σε παιδική ηλικία, ήταν η «Λίμνη των κύκνων». Με είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ήθελα να το ακούω συνεχώς· ήταν σαν να είχε ανοίξει μια πύλη σε άλλη διάσταση. Πάντα αναζητούσα τρόπους να εκφράζομαι μέσα από τη μουσική και το θέατρο· ήταν για εμένα μια αυθόρμητη, φυσική ανάγκη. Η αγάπη μου για την όπερα και η επαγγελματική μου ενασχόληση με αυτήν προέκυψε σχεδόν αναπόφευκτα».

Ποια ήταν η στιγμή στην καριέρα σας που νιώσατε ότι «μεγαλώσατε» καλλιτεχνικά; Πόσο έχει αλλάξει η προσέγγισή σας στη μελέτη ενός ρόλου από τα πρώτα σας βήματα μέχρι σήμερα;

«Προσωπικά, θεωρώ πως η καλλιτεχνική ωρίμανση δεν προκύπτει σε μία μόνο στιγμή. Είναι μια συνειδητή, καθημερινή προσπάθεια βελτίωσης, η οποία συχνά δεν γίνεται αντιληπτή από τους γύρω. Μπορεί να εκφράζεται στις στιγμές που κάτι «δουλεύει» στην πρόβα ή στην παράσταση, ενώ δεν είχε λειτουργήσει σε προηγούμενες, ή απλώς σε στιγμές εσωτερικής επεξεργασίας και συνειδητοποίησης. Αυτό που έχει αλλάξει για εμένα σε σχέση με παλαιότερα είναι ότι προσπαθώ να είμαι πιο επιεικής με τον εαυτό μου: δίνω χώρο στο λάθος, τον απαραίτητο χρόνο και, απλά εμπιστεύομαι τη διαδικασία».

Εχετε είδωλα, ανθρώπους που σας εμπνέουν, και αν ναι ποια είναι αυτά;

«Θα μπορούσα να αναφέρω πολλούς καλλιτέχνες που θαυμάζω και από τους οποίους αντλώ έμπνευση. Παρ’ όλα αυτά, για εμένα τα πραγματικά πρότυπα είναι οι άνθρωποι που προσφέρουν ουσιαστικά στο κοινωνικό σύνολο, μέσα από τον εθελοντισμό, τον ακτιβισμό, τη φιλοζωία κ.ά. Είναι κάτι που θα ήθελα να κάνω κι εγώ πιο ενεργά και έμπρακτα στη ζωή μου».

Πώς είναι η καθημερινότητα μιας λυρικής τραγουδίστριας κατά τη διάρκεια των προβών; Βάζετε αυστηρό πρόγραμμα και περιορισμούς στον εαυτό σας;

«Προσπαθώ να κρατάω μια ισορροπία σε σχέση με τους περιορισμούς, γιατί αλλιώς φθάνεις στο άλλο άκρο – δεν μπορείς να ζεις μέσα σε γυάλα. Εχω όμως κάποιους βασικούς κανόνες που με βοηθούν. Για παράδειγμα, προσέχω τη διατροφή μου, καθώς έχω χρόνιο στομαχικό πρόβλημα που επηρεάζει άμεσα τις φωνητικές χορδές, προσπαθώ να κοιμάμαι καλά, να γυμνάζομαι και να αποφεύγω την ομιλία όταν νιώθω τη φωνή μου κουρασμένη – κάτι που, ομολογουμένως, δεν είναι πάντα ευχάριστο για τους κοντινούς μου ανθρώπους».

Ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που σας έχει διδάξει η μουσική για τον εαυτό σας;

«Η μουσική μού έχει διδάξει κυρίως να ακούω και να παρατηρώ – όχι μόνο τους άλλους, αλλά και τον εαυτό μου. Μέσα από κάθε νότα, κάθε ρυθμό, κάθε στίχο, συνειδητοποιώ πώς αντιδρώ, τι με συγκινεί και τι με εμπνέει. Αυτό με έχει βοηθήσει να κατανοώ καλύτερα τον κόσμο γύρω μου και να βλέπω τα πράγματα με μεγαλύτερη ευαισθησία. Η μουσική δεν είναι μόνο ήχος· είναι τρόπος να μαθαίνεις ποιος είσαι».

Ποια προσόντα θεωρείτε απαραίτητα για έναν καλλιτέχνη που θέλει να κάνει καριέρα σήμερα, πέρα από το ταλέντο;

«Θα έλεγα το να διαθέτει υπομονή και επιμονή, γιατί όλα εξαρτώνται από το σωστό timing, καθώς και πειθαρχία, συνέπεια και ευγένεια. Πλέον, στις μέρες μας, υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός, με όλο και πιο νέους ανθρώπους, όμορφους και με υπέροχες φωνές, και, δυστυχώς, ουδείς είναι αναντικατάστατος. Το ζητούμενο είναι να σε επιλέξουν στη δουλειά γιατί εμπνέεις σιγουριά».

Τι σας αποφορτίζει έπειτα από μια παράσταση; Πώς ξεκουράζεστε από την ένταση της δουλειάς;

«Είναι αστείο, αλλά θα το πω όπως είναι: ένα ποτό, αρκετά τσιγάρα και καλή παρέα. Μετά την ένταση της σκηνής νιώθω την ανάγκη να χαλαρώσω χωρίς περιορισμούς – είναι μια μικρή «ανταμοιβή». Ιδανικό για εμένα είναι να μην έχω κάποια επαγγελματική ή κοινωνική υποχρέωση την επομένη, ώστε να μπορώ να κοιμηθώ μέχρι αργά και να επιτρέψω στον εαυτό μου λίγη αφωνία. Είναι ο τρόπος μου να επανέρχομαι».

Τι ακούτε όταν δεν ακούτε (και δεν μελετάτε) όπερα; Και τι σας αρέσει να κάνετε στον ελεύθερο χρόνο σας;

«Συνήθως προτιμώ την απόλυτη ησυχία. Αλλά όταν αποφασίσω να ακούσω μουσική – εκτός από κλασική – πάντα επιστρέφω στα τραγούδια των δεκαετιών του ’40 και του ’50. Αγαπώ το στυλ εκείνης της εποχής και τους καλλιτέχνες της, όπως ο Τσετ Μπέικερ, η Ελα Φιτζέραλντ, ο Χάρι Μπελαφόντε, η Νίνα Σιμόν… Η λίστα των αγαπημένων μου θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα. Αλλα πράγματα που αγαπώ να κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου είναι το σινεμά, μια αυθόρμητη απογευματινή έξοδος για ποτό, να ψήσω ένα κέικ, να καλέσω φίλους στο σπίτι… Κυρίως δραστηριότητες που με χαλαρώνουν».

Πιστεύετε ότι η όπερα παραμένει επίκαιρη στον 21ο αιώνα ή χρειάζεται μια νέα «γλώσσα» για να πλησιάσει τους νέους;

«Αν μιλήσουμε για την όπερα των περασμένων αιώνων – και όχι για τη σύγχρονη –, θέλοντας και μη ανήκει σε ένα μουσειακό είδος που, πιστέψτε με, έχει το κοινό του ανεξαρτήτως ηλικίας. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να κάνεις επίκαιρο ένα λιμπρέτο που, αν γραφόταν σήμερα, δεν θα ήταν πολιτικά ορθό. Η τάση του εκμοντερνισμού στην όπερα υπάρχει εδώ και χρόνια, αλλά όλοι έχουμε δει και απόπειρες όχι τόσο επιτυχημένες. Είναι καθαρά θέμα καλού γούστου και μέτρου. Το κοινό, εν τέλει, θα εκτιμήσει το καλό θέαμα. Κατά την ταπεινή μου άποψη, η σωστή δίοδος για να πλησιάσουμε τους νέους είναι η εκπαίδευση από μικρότερες ηλικίες, όπως πλέον γίνεται, με δράσεις στα σχολεία, εκπαιδευτικά προγράμματα και παιδικές όπερες».

Υπάρχει κάποιος ρόλος (ή κάποιοι ρόλοι) που αποτελεί το «απωθημένο» σας ή το μεγάλο σας όνειρο για το μέλλον; Αλήθεια, τι ονειρεύεστε για τη ζωή σας;

«Δύσκολη ερώτηση. Δεν έχω κάποιο απωθημένο, υπάρχουν όμως τόσο πολλοί ρόλοι που θα ήθελα να ερμηνεύσω! Αν ξεχωρίσω τρεις που μου έρχονται αυθόρμητα στο μυαλό, θα έλεγα τη Μουζέτα από την «Μποέμ» του Πουτσίνι, την Κοντέσσα από τους «Γάμους του Φίγκαρο» του Μότσαρτ και τη «Ρουσάλκα» του Ντβόρζακ. Πάνω απ’ όλα, όμως, ονειρεύομαι να είμαι υγιής, να έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπώ και να συνεχίζω να εξελίσσομαι, τόσο καλλιτεχνικά όσο και προσωπικά».

INFO

«Aννα Μπολένα»: Εθνική Λυρική Σκηνή (ΚΠΙΣΝ),

Αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος», στις 26 & 29 Μαρτίου

και στις 2, 5, 15 & 19 Απριλίου.

Χορηγοί παράστασης:

Eurobank, Metlen Energy & Metals.