Η Κορτίνα ντ’Αμπέτσο δεν είναι προορισμός. Είναι συνήθεια. Ενα αλπικό ένστικτο που επιστρέφει κάθε χρόνο, σαν να το καλεί μια παλιά υπόσχεση. Οποιος την έχει δει μία φορά, καταλαβαίνει γιατί η λέξη «πολυτέλεια» εδώ δεν αφορά την τιμή, αλλά την απόσταση: από τον θόρυβο, από την υπερβολή, από την αγωνία του κόσμου. Η Κορτίνα δεν προσπαθεί να σε εντυπωσιάσει∙ σε αφήνει να την πλησιάσεις με τον ρυθμό σου. Και αυτό, σήμερα, είναι ίσως η πιο σπάνια μορφή κύρους.
Είναι ένα αλπικό παλίμψηστο. Κάθε εποχή άφησε επάνω της ίχνη κομψότητας, κοινωνικής ισχύος, πολιτισμικού βάρους. Η ίδια η γεωγραφία της λειτουργεί σαν υπογραφή: οι Δολομίτες δεν στέκονται ως φόντο, αλλά ως χαρακτήρας. Το πρωί, το τοπίο βάφεται με ροζ-γκρι πινελιές, το απόγευμα παίρνει το χρώμα του κεχριμπαριού, το βράδυ κλείνει σε ένα σιωπηλό μπλε που επιβάλλει χαμηλούς τόνους. Η πόλη δεν επιβάλλεται στο βουνό. Συνομιλεί με αυτό. Σαν να έχει μάθει πως εδώ ο όγκος δεν είναι επίδειξη, είναι ηθική.

Πολύ προτού γίνει διεθνές σύμβολο χειμερινής πολυτέλειας, η «ολυμπιακή» Κορτίνα ήταν τόπος ανθρώπων που έμαθαν να ζουν «μαζί» με το βουνό, όχι «εναντίον» του. Αυτό φαίνεται ακόμη και στη γλώσσα: εκτός από τα ιταλικά, οι κάτοικοι μιλούν την ampezzano, μια παραλλαγή της λαντινικής οικογένειας, που δεν επιβιώνει ως φολκλόρ, αλλά ως καθημερινή υπενθύμιση καταγωγής. Η παράδοση εδώ δεν είναι ντεκόρ∙ είναι δομή. Οι «Regole», οι συλλογικοί κανόνες διαχείρισης της γης, ακούγονται σήμερα σαν σύγχρονη έννοια βιωσιμότητας, όμως στην πραγματικότητα είναι μια παλιά, ορεινή σοφία: ο τόπος δεν ανήκει σε κανέναν, τον υπηρετούν όλοι.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι πρώτοι «μυημένοι» ταξιδιώτες της Ευρώπης – αυστρογερμανική αριστοκρατία, βρετανική ανώτερη και μεσαία τάξη, βιομήχανοι και καλλιτέχνες – ανακάλυψαν εδώ ένα χειμερινό καταφύγιο που δεν λειτουργούσε ως απόδραση, αλλά ως στάση ζωής. Το σκι δεν «υιοθετήθηκε» ως άθλημα αλλά ως τελετουργία. Ως κοινωνική πράξη με ρούχο αυστηρό, ώρα συγκεκριμένη, και με ένα απεριτίφ μετά την κατάβαση που έμοιαζε να επισφραγίζει την ημέρα. Η Κορτίνα έγινε το αλπικό σαλόνι της Ευρώπης προτού καν εφευρεθεί η λέξη «lifestyle».
Το 1956, όταν φιλοξένησε τους πρώτους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες που έγιναν ποτέ στην Ιταλία, η πόλη μπήκε οριστικά στο διεθνές λεξιλόγιο του στυλ. Ηταν η εποχή που η χώρα αναζητούσε μια νέα ταυτότητα: δυναμική, σύγχρονη, κοσμοπολίτικη. Η Κορτίνα έγινε το αλπικό πρόσωπο αυτού του ονείρου. Και σήμερα, εβδομήντα χρόνια αργότερα, επιστρέφει στο προσκήνιο με τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες Μιλάνο Κορτίνα 2026, όχι για να αποδείξει κάτι, αλλά για να υπενθυμίσει τι σημαίνει διάρκεια. Είναι ένας τόπος που ξέρει να φιλοξενεί τον κόσμο χωρίς να χάνει τον εαυτό του.
Αυτή η διοργάνωση είναι, με έναν τρόπο, ταιριαστή στην ψυχολογία της Κορτίνα: δεν έρχεται σαν εισβολή, αλλά σαν προσεκτικό πέρασμα. Δεν είναι ένα ενιαίο, συμπαγές ολυμπιακό σκηνικό, αλλά ένα δίκτυο χώρων που απλώνονται από την πόλη μέχρι τις κορυφογραμμές, από τα παγοδρόμια του Μιλάνου έως τις πίστες των Δολομιτών. Αυτή η «διάχυση» δεν είναι αδυναμία. Είναι επιλογή. Είναι ένας τρόπος να υπάρξει η μεγάλη γιορτή χωρίς να καταπιεί τον τόπο. Να ακουμπήσει ελαφρά το τοπίο, όπως το φρέσκο χιόνι, και να αποχωρήσει αφήνοντας πίσω της μνήμη, όχι βάρος.

Πολυδιάστατη ταυτότητα
Στις πλαγιές, τα αθλήματα είναι σαν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης φιλοδοξίας. Το αλπικό σκι – με εκείνες τις στροφές που μοιάζουν με χειρουργείο ταχύτητας – δεν συγχωρεί. Το σώμα διαπραγματεύεται με τη βαρύτητα και το λάθος τιμωρείται αμέσως, χωρίς μελόδραμα. Το σκι αντοχής και το δίαθλο είναι άλλη ιστορία: μια μυστική συμφωνία ανάμεσα στην αναπνοή και την υπομονή, ένα τεστ χαρακτήρα όπου η κούραση γίνεται δεύτερη φύση. Το άλμα με σκι και το σνόουμπορντ αιωρούνται πάνω από το τοπίο με εκείνη τη φευγαλέα αίσθηση πως, για λίγα δευτερόλεπτα, η βαρύτητα αναστέλλεται. Και στα αθλήματα ολίσθησης – μπόμπσλεϊ (ή μπόμπσλεντ), λουτζ, σκέλετον – ο άνθρωπος συναντά τη διαδρομή σαν να μπαίνει σε τούνελ: γρήγορα, σφιχτά, χωρίς περιθώριο για δεύτερη σκέψη.
Στον πάγο, η αφήγηση αλλάζει ύφος. Το καλλιτεχνικό πατινάζ έχει τη σπάνια ποιότητα να μοιάζει και με άθλημα και με εξομολόγηση. Το short track speed skating είναι καθαρό ένστικτο και τακτική – μια έκρηξη σε στενή πίστα, όπου το αποτέλεσμα κρέμεται από κλάσματα του δευτερολέπτου. Το χόκεϊ επί πάγου φέρνει τον θόρυβο, την επαφή, τη σκληρότητα του χειμώνα, σαν να θυμίζει ότι η ομορφιά εδώ δεν είναι μόνο κομψότητα, είναι και σύγκρουση. Ολα αυτά θα συμβούν μπροστά σε ένα παγκόσμιο κοινό, αλλά η Κορτίνα δεν θα χάσει την αλπική σιωπή της. Θα τη διαφυλάξει ανάμεσα στα events.

Photo Como Hotels and Resorts ALPINA DOLOMITES
Γιατί η πόλη δεν είναι μόνο αθλητικό σύμπαν. Είναι ένας μηχανισμός λεπτών εντυπώσεων, χτισμένος πάνω σε κανόνες που δεν γράφονται. Στον πεζόδρομο Corso Italia η πολυτέλεια έχει τη δική της γραμματική. Δεν κραυγάζει. Υπονοεί. Οι βιτρίνες είναι από ξύλο και μέταλλο, όχι νέον. Οι διεθνείς οίκοι προσαρμόζονται στο αλπικό μέτρο, σαν να ξέρουν ότι εδώ το «πολύ» φαίνεται αγενές. Το στυλ δεν χρειάζεται λογότυπο: φοριέται σε κασμίρ, σε μάλλινο tweed, σε επώνυμα γυαλιά ηλίου ακόμη και μέσα στο χιόνι – όχι από πόζα, αλλά από συνήθεια (και πρακτική ανάγκη). Είναι μια πασαρέλα χαμηλών τόνων, όπου η αισθητική προηγείται της μόδας. Και αυτή η σιωπηλή αυτοπεποίθηση είναι το πραγματικό status symbol.
Στα ξενοδοχεία, η Κορτίνα δεν ανταγωνίζεται σε ύψος ή υπερβολή. Ανταγωνίζεται σε ιστορία. Τα σαλόνια με τα ξύλινα ταβάνια, τα τζάκια που καίνε σταθερά όχι μόνο «για ατμόσφαιρα», οι σουίτες που κοιτούν «στα ίσα» τις κορυφές, φτιάχνουν μια φιλοξενία που δεν έχει ανάγκη από επιδεικτικές λέξεις. Τα spas εδώ δεν υπόσχονται μεταμόρφωση. Προσφέρουν αποσυμπίεση: ατμός, πέτρα, νερό. Τίποτα περιττό. Και αυτό ακριβώς είναι το point – να φύγει από πάνω σου η σκουριά του κόσμου.
Στο τραπέζι, η πόλη αποκαλύπτει έναν άλλον εαυτό – λιγότερο «σκηνοθετημένο», πιο αληθινό. Η κουζίνα της δεν είναι φλύαρη. Είναι ουσιαστική. Casunziei με παντζάρι, ζυμαρικό λεπτό, σχεδόν διαφανές. Πολέντα που μυρίζει δάσος. Πιάτα με κυνήγι, συνταγές μαγειρεμένες με σεβασμό, όχι για επίδειξη. Τυριά από το Νότιο Τιρόλο, κρασιά που δεν φωνάζουν αλλά επιμένουν. Τα δείπνα εδώ δεν έχουν βιασύνη∙ η συνομιλία είναι μέρος της γεύσης. Μια πόλη που έμαθε να κινείται γρήγορα στις πίστες, επιβραδύνει μόλις κάτσει στο τραπέζι.

Photo Como Hotels and Resorts
Χέμινγουεϊ, Μποντ και Ρίπλεϊ
Αυτό το «βάθος» είναι που κάνει την Κορτίνα να αντέχει πέρα από την εικόνα. Η πολιτισμική της πλευρά είναι λιγότερο προβεβλημένη, αλλά πυκνή. Ενα μουσείο μοντέρνας τέχνης που δεν ζητεί να εντυπωσιάσει, ένα εθνογραφικό αφήγημα που εξηγεί γιατί οι άνθρωποι εδώ έμαθαν να οργανώνουν την κοινότητά τους σαν συλλογικό σώμα.
Κι έπειτα, η λογοτεχνική παράδοση: η πόλη ως καταφύγιο σκέψης, ως χώρος όπου οι λέξεις βρίσκουν ρυθμό στο υψόμετρο. Ο Χέμινγουεϊ, ο Ντίνο Μπουτζάτι, ο Σολ Μπέλοου και άλλοι πέρασαν από εδώ όχι για να «εμπνευστούν» με τουριστικό τρόπο, αλλά για να ζήσουν για λίγο σε μια άλλη ταχύτητα. Να περπατήσουν. Να συζητήσουν. Να γράψουν. Σαν να τους ενδιέφερε το κρύο όχι ως δυσκολία, αλλά ως καθαρμός.
Η σχέση του Χέμινγουεϊ με την Κορτίνα είναι σχεδόν μυθιστορηματική. Μετά την απώλεια μιας βαλίτσας γεμάτης χειρόγραφα της πρώιμης περιόδου του στον σιδηροδρομικό σταθμό Gare de Lyon στο Παρίσι το 1922, ο συγγραφέας πήρε λίγο χρόνο μακριά από όλα. Την ίδια εποχή βρέθηκε στην Κορτίνα, όπου έγραψε το διήγημα με τίτλο «Out of Season» που εκδόθηκε το 1923. Το τοπίο, το ψύχος, η αίσθηση απομόνωσης χωρίς μοναξιά – όλα φαίνεται πως λειτούργησαν ως σιωπηλός επιμελητής της γραφής του σε αυτό το νέο ξεκίνημα.

Photo IMAGO Via Reuters Connect
Αυτή η λογοτεχνική παράδοση δεν έμεινε στο παρελθόν. Με τα χρόνια, μετατράπηκε σε θεσμό. Από το 2009, η Κορτίνα φιλοξενεί δύο φορές τον χρόνο το πρόγραμμα Una Montagna di Libri («Ενα Βουνό από Βιβλία»), ένα από τα πιο κομψά και ουσιαστικά λογοτεχνικά ραντεβού της Ιταλίας. Συγγραφείς διεθνούς βεληνεκούς, όπως η Αζάρ Ναφίσι, ο Πίτερ Κάμερον και ο Εμανουέλ Καρέρ, έχουν ταξιδέψει εκεί όχι για παρουσιάσεις ρουτίνας, αλλά για συνομιλίες με το κοινό σε έναν τόπο που αντιμετωπίζει το βιβλίο ως φυσικό στοιχείο του τοπίου.
Ο κινηματογράφος όμως ήταν που σφράγισε την εικόνα της Κορτίνα. Τα βουνά της χρησιμοποιήθηκαν σε ταινίες όπως «Βαρομετρικό χαμηλό» (Cliffhanger, 1993), «Krull» (1983) και «Ο Ροζ Πάνθηρας» (1963), ενώ αποτέλεσαν βασικό σκηνικό στο σπαγγέτι γουέστερν «Ο εκδικητής του διαβόλου» (The Great Silence, 1968) του Σέρτζιο Κορμπούτσι, όπου η Κορτίνα μεταμορφώθηκε σε Γιούτα του 1898. Η λάμψη του Χόλιγουντ κορυφώθηκε με το δράμα μυστηρίου «Πλαστές καταστάσεις» (Ash Wednesday, 1973) με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, αλλά και – κυρίως – με το «Για τα μάτια σου μόνο» (For Your Eyes Only, 1981). Εκεί, ο Τζέιμς Μποντ του Ρότζερ Μουρ συναντά τον κόσμο της Κορτίνα: σκηνές με φόντο την κορυφή Τοφάνα, καταδιώξεις στο παγοδρόμιο του μπόμπσλεϊ, μοτοσικλέτες με καρφιά επάνω στο χιόνι, μια βιτρίνα που γίνεται όπλο. Από τότε, η πόλη κουβαλά μια ανεπαίσθητη αύρα κινηματογραφικού κινδύνου, ένα στυλ δράσης που δεν ακυρώνει την κομψότητα.
Ως και η λογοτεχνία της αγωνίας βρήκε εδώ τον χώρο της (στο μυθιστόρημα «Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ» της Πατρίσια Χάισμιθ, η Κορτίνα εμφανίζεται ως ένα χειμερινό ραντεβού που λειτουργεί ως σύμβολο μιας ζωής κομψής, επικίνδυνης και αβέβαιης). Το μέρος έχει διαρκώς μια ανεπαίσθητη αύρα κατασκοπικής κομψότητας: την αίσθηση ότι κάτι μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, αλλά με αψεγάδιαστο στυλ.

(Photo by Manuel Romano/NurPhoto)
Αλπική φιλοξενία
Ακόμη και όταν δεν συμβαίνει τίποτα, η πόλη δείχνει σαν να «κρατά» μια ιστορία για αργότερα. Kρυμμένη ίσως μέσα σε ένα από τα ξενοδοχεία-παλάτια της στις αετοφωλιές. Εμβληματικότερο όλων (και ανενεργό από το 2023) το Hotel Miramonti Majestic Grand Hotel, πεντάστερο, ηλικίας άνω των 100 ετών, που ξεκίνησε τη ζωή του ως πολυτελές καταφύγιο της αριστοκρατίας. Με 105 δωμάτια και βαριά ιστορία, το Miramonti έγινε παγκοσμίως γνωστό όταν φιλοξένησε σκηνές της ταινίας «Για τα μάτια σου μόνο», χαρίζοντας στην Κορτίνα μια μόνιμη θέση στο υπέρλαμπρο κινηματογραφικό σύμπαν.
Δίπλα του, μια σειρά ξενοδοχείων με ξεχωριστό χαρακτήρα συνθέτουν τον σύγχρονο χάρτη της διαμονής: το Hotel Ciasa Lorenzi στη Via Cantore, το Hotel Montana στον πεζόδρομο Corso Italia, το Hotel Menardi στη Via Majon, το Hotel Villa Gaia στη Via Guide Alpine και το Grand Hotel Savoia στη Via Roma. Κανένα δεν επιδιώκει την επιδεικτική πολυτέλεια· όλα επενδύουν στη διακριτική άνεση, στη θέα, στη γαλήνη. Σφράγισαν τον μύθο της Κορτίνα και λειτουργούν όπως οι μεγάλοι οίκοι μόδας: δεν ακολουθούν το luxury, το ορίζουν. Οπως οι Gucci, Bulgari και Loro Piana, ανήκουν στη διαχρονική, αθόρυβη αριστοκρατία του στυλ.
Πιο ψηλά, στο βουνό, τα καταφύγια – Rifugio Faloria, Rifugio Son Forca, Rifugio Capanna Tondi, Rifugio Duca d’Aosta – λειτουργούν ως γαστρονομικοί και κοινωνικοί σταθμοί. Εκεί, το φαγητό έχει άλλη γεύση, ο χρόνος άλλη πυκνότητα, και η πολυτέλεια ορίζεται από το υψόμετρο και το φως.
Στην Κορτίνα, η έννοια του lifestyle δεν είναι κατασκευή. Είναι συνέχεια. Από τα χέρια των παλιών τεχνιτών μέχρι τις προθήκες των σύγχρονων οίκων, από τα ιστορικά ξενοδοχεία μέχρι τα ορεινά καταφύγια, ο τόπος διατηρεί μια σπάνια συνοχή. Και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που, παρά τη φήμη, το κόστος και τη λάμψη, η Κορτίνα παραμένει κάτι περισσότερο από προορισμός. Παραμένει στάση ζωής.

Photo Zuma Press Via Reuters
Υπεράνω εποχών
Πέρα από τον χειμώνα, υπάρχει και η άλλη Κορτίνα, εκείνη που πολλοί δεν γνωρίζουν: το καλοκαίρι των Δολομιτών. Πεζοπορίες σε μονοπάτια που ανοίγουν σε απρόσμενες θέες, αναρρίχηση σε βράχους που μοιάζουν σμιλεμένοι, ποδηλασία σε υψόμετρα που καθαρίζουν το μυαλό. Το καλοκαίρι εδώ είναι εσωστρεφές, σχεδόν φιλοσοφικό: λιγότερος κόσμος, περισσότερος χώρος. Η πολυτέλεια της ησυχίας. Και το φθινόπωρο, το foliage κάνει την πόλη να μοιάζει σαν ζωγραφιά που αλλάζει καθημερινά αποχρώσεις, σε έναν διάλογο ανάμεσα στο χρυσό των λάρικων και στο ψυχρό γαλάζιο των κορυφών.
Ολα αυτά συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα που δεν είναι διαφημιστικό, αλλά υπαρξιακό: η Κορτίνα δεν κινδυνεύει να αλλοιωθεί από την προβολή. Εχει αποδείξει ότι μπορεί να ανοίγεται διατηρώντας τον πυρήνα της ακλόνητο.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα φέρουν αναβαθμίσεις, επισκέπτες, κάμερες από κάθε γωνιά του πλανήτη. Θα φέρουν το μεγάλο ραντεβού του Φεβρουαρίου, με τον κόσμο να κοιτάζει προς τους Δολομίτες. Ομως η πόλη ξέρει πώς να φιλοξενεί χωρίς να παραδίνεται. Να γίνεται δημόσια σκηνή χωρίς να χάνει την ιδιωτικότητά της.
Για τον επισκέπτη, η Κορτίνα δεν είναι απλώς ένα μποξάκι στην checklist. Δεν είναι «τι να δεις σε δύο ημέρες». Είναι εμπειρία ρυθμού. Ξύπνημα με θέα τις κορυφές, πρωινός καφές χωρίς βιασύνη, σκι ή περίπατος, μεσημεριανό που κρατά όσο πρέπει, απόγευμα με φως που αλλάζει, βράδυ με χαμηλό φωτισμό και συζήτηση. Ενας κύκλος που επαναλαμβάνεται όχι από ανία, αλλά με τελειότητα. Σαν να σου λέει ο τόπος: εδώ δεν χρειάζεται να κάνεις πολλά για να νιώσεις πολλά.
Το 2026 θα περάσει. Οι αγώνες θα τελειώσουν. Οι δημοσιογράφοι θα φύγουν, οι κάμερες θα κλείσουν, οι κερκίδες θα αδειάσουν. Και η Κορτίνα θα μείνει. Οπως πάντα. Σταθερή, κομψή, ελαφρώς απόμακρη. Ενας τόπος που δεν προσπαθεί να σε κερδίσει∙ σε αφήνει να τον ανακαλύψεις. Και, όταν φύγεις, δεν σου υπόσχεται ότι θα σε περιμένει. Απλώς ξέρεις ότι θα είναι εκεί – με την ίδια σιωπή, την ίδια γραμματική πολυτέλειας, την ίδια ακριβή, αλπική διάρκεια.

Photo Zuma Press Via Reuters
Το αθλητικό ραντεβού με το Μιλάνο
Στο Milano Cortina 2026, η διοργάνωση δεν απλώνεται σε έναν μόνο τόπο, αλλά σε μια γεωγραφία που αναπνέει χειμώνα. Από τα παγοδρόμια της πρωτεύουσας της Λομβαρδίας μέχρι τις κορυφογραμμές της Κορτίνα ντ’Αμπέτσο, οι επικείμενοι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες θα κινηθούν σαν αφήγηση που αλλάζει υψόμετρο: πάγος, χιόνι, πόλη, βουνό. Δεν θα υπάρχει ένα ενιαίο Ολυμπιακό Χωριό-σύμβολο, αλλά πολλοί διάσπαρτοι κόμβοι δεμένοι μεταξύ τους, από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό προϋπήρχαν και από μια συνειδητή επιλογή λιτότητας.
Τα αθλήματα θα ξεδιπλωθούν σαν διαφορετικές όψεις του ίδιου χειμώνα. Το αλπικό σκι και το Super-G (super giant slalom) θα χαράξουν τις πλαγιές με ταχύτητες που δεν συγχωρούν λάθος. Το σκι αντοχής και το δίαθλο θα μετρήσουν την ανθεκτικότητα του σώματος στον ρυθμό της αναπνοής και της σιωπής. Το άλμα με σκι και το σνόουμπορντ θα αιωρηθούν για δευτερόλεπτα πάνω από το τοπίο, εκεί όπου η βαρύτητα μοιάζει διαπραγματεύσιμη. Στον πάγο, το καλλιτεχνικό πατινάζ και το short track θα φέρουν την ακρίβεια της κίνησης, ενώ το χόκεϊ επί πάγου θα δώσει τον θόρυβο, την επαφή, την ένταση που σπάνια χωρούν δίπλα στη λέξη «κομψότητα». Ακόμη και τα αθλήματα ταχύτητας, όπως το μπόμπσλεϊ και το λουτζ, θα μοιάζουν λιγότερο με επίδειξη μηχανικής και περισσότερο με διάλογο ανθρώπου και διαδρομής.

Photo BRIDGEMAN-IMAGES Via Reuters Connect
Η ίδια η διοργάνωση έχει επιλέξει να μην επιβληθεί στο τοπίο. Οι Αγώνες θέλουν να περάσουν χωρίς να αφήσουν βαριά ίχνη, σαν φρέσκο χιόνι που λιώνει την άνοιξη. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή μιλά για βιωσιμότητα, αλλά στην Κορτίνα και το Μιλάνο αυτό μεταφράζεται πιο απλά: σεβασμός στον χώρο που ήδη υπάρχει, στις πόλεις που δεν χρειάζονται να μεταμορφωθούν για να φιλοξενήσουν τον κόσμο.
Κι έτσι, οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες Μιλάνο Κορτίνα δεν υπόσχονται υπερβολή. Υπόσχονται μια διοργάνωση που θα ακουμπήσει ανάλαφρα τον τόπο, θα φωτίσει για λίγο τις πλαγιές και τις πίστες, και μετά θα αποχωρήσει. Οχι σαν γεγονός που καταλαμβάνει τον χώρο, αλλά σαν ιστορία που περνά, αφήνοντας πίσω της μόνο εικόνες: μια στροφή στο χιόνι, έναν παγωμένο αγωνιστικό χώρο και τη βεβαιότητα ότι ο χειμώνας, όταν τον σεβαστείς, ξέρει να φιλοξενεί.
Η μεγάλη λαμπαδηδρομία και το Ski Mo
Οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 2026, γνωστοί και ως Milano Cortina 2026, είναι προγραμματισμένοι να διεξαχθούν στο Μιλάνο και την Κορτίνα ντ’Αμπέτσο από τις 6 έως τις 22 Φεβρουαρίου, σε μια διοργάνωση που υπόσχεται να συνδυάσει αθλητική μεγαλοπρέπεια, πολιτιστική λάμψη και διεθνή συμμετοχή υψηλού επιπέδου.
Το παγκόσμιο event θα φέρει στο προσκήνιο τους κορυφαίους αθλητές από όλον τον πλανήτη, με περίπου 2.900 συμμετέχοντες από 90 χώρες να αγωνίζονται σε 16 διαφορετικές αθλητικές κατηγορίες. Η διοργάνωση φέρνει επίσης νέες προσθήκες και εξελίξεις στο πρόγραμμα, όπως το ski mountaineering (SkiMo) – ένα δυναμικό και απαιτητικό άθλημα βουνού που περιλαμβάνει ταχύτητα, αντοχή και τεχνική –, προσδίδοντας μια νέα διάσταση στην ολυμπιακή εμπειρία.
Το Milano Cortina 2026 χαρακτηρίζεται από το γεωγραφικά εκτεταμένο του μοντέλο: τα αγωνίσματα θα φιλοξενηθούν όχι μόνο σε Μιλάνο και Κορτίνα, αλλά και σε πολλές περιοχές της Βόρειας Ιταλίας, συμπεριλαμβανομένων των Βερόνα, Μπόρμιο, Αντερσέλβα, Λιβίνιο και Πρεντάτσο.
Το Μιλάνο θα αναλάβει τις περισσότερες παγοδρομίες, όπως καλλιτεχνικό πατινάζ, short track speed skating και χόκεϊ επί πάγου, με σύγχρονες εγκαταστάσεις όπως το Unipol Forum di Assago (Milano Ice Scating Arena) και τη Santa Giulia Ice Hockey Arena.
Η ιστορική Κορτίνα ντ’Αμπέτσο, ήδη γνωστή από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1956, θα φιλοξενήσει τα κυριότερα χιονοδρομικά και ορεινά αγωνίσματα, ενώ ειδικά έργα όπως το νέο Eugenio Monti Sliding Centre – μια σύγχρονη πίστα για μπόμπσλεϊ (αγωνιστικό έλκηθρο), λουτζ και σκέλετον – έχουν ήδη δοκιμαστεί από διεθνείς αθλητές.
Η λαμπαδηδρομία στην ιταλική επικράτεια ξεκίνησε τον Δεκέμβριο, με τη φλόγα να διασχίζει και τις 110 επαρχίες της χώρας, σε ένα ταξίδι που τιμά την ενότητα, τη συμμετοχή και το ολυμπιακό πνεύμα.
Από τα χιονισμένα μονοπάτια των Δολομιτών μέχρι τις παγωμένες πίστες των σύγχρονων παγοδρομίων, το Milano Cortina 2026 υπόσχεται να γραφτεί στις σελίδες της Ολυμπιακής Ιστορίας ως μια διοργάνωση που γιορτάζει την ανθρώπινη προσπάθεια, τη φιλία και την υπέρβαση.



