Η Τζοκόντα με το αινιγματικό της χαμόγελο φιγουράρει στο ίδιο κάδρο με γνωστό λογότυπο αγχολυτικού φαρμάκου. Την ίδια στιγμή συναντάμε και την εικόνα της βασίλισσας Ελισάβετ. Είναι μόλις 27 ετών, βρίσκεται στη στέψη της και κρατά στα χέρια της μία λαστιχένια μπάλα μπάσκετ γνωστής αθλητικής εταιρείας, ενώ η Μέγκαν Μαρκλ αποτυπώνεται απαστράπτουσα μέσα στο ολομέταξο νυφικό της, του οίκου Givenchy, να ξεφυλλίζει διαφημιστικό κατάλογο γνωστής εταιρείας επίπλων και ειδών σπιτιού, σχεδιάζοντας σε ένα παράλληλο σύμπαν το μελλοντικό της νοικοκυριό. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ευρηματικά κολάζ της εικαστικού Αλεξάνδρας Ντορέ, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση «Deceptive Realities» που εγκαινιάστηκε πρόσφατα στην γκαλερί Allouche Benias της οδού Κανάρη.

Δουλεύοντας πλέον µε την ψηφιακή µορφή του κολάζ, η εικαστικός ενσωματώνει λογότυπα πάνω σε εικόνες, προκειµένου να τροποποιήσει το αρχικό τους νόηµα. Το αποτέλεσµα που προκύπτει είναι νέες εικόνες που αµφισβητούν την αντίληψη των θεατών σχετικά µε την πραγµατικότητα. Αντλώντας έµπνευση από τα έργα των Αντι Γουόρχολ και Ζίγκμαρ Πόλκε, η τεχνική της Ντορέ συνδυάζει ψηφιακή εκτύπωση και µεταξοτυπία σε καµβάδες για να δηµιουργήσει προκλητικές συνθέσεις που εξετάζουν τις αντιφάσεις και τις ψευδαισθήσεις που ενέχουν. Η δουλειά της φέρει έναν χαρακτηριστικό σαρκασµό, αποτελώντας ένα καίριο σχόλιο πάνω στην υποκρισία της καταναλωτικής μας κοινωνίας, φέρνοντας αντιµέτωπους τους θεατές µε µία δυσάρεστη αλήθεια: η γραµµή µεταξύ γνήσιου και πλαστού είναι συχνά θολή στη σύγχρονη εποχή μας.

«Uber XL» (2022)

Κυρία Ντορέ, μιλήστε μας για την έκθεσή σας «Deceptive Realities» που παρουσιάζεται στην γκαλερί Allouche Benias.

«Η έκθεση αυτή, η οποία είναι και η πρώτη μου μεγάλη ατομική έκθεση, είναι χωρισμένη σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Στον χώρο θα δείτε έργα που σατιρίζουν μεγάλες στιγμές από τη δυναστεία Ωνάση, στιγμιότυπα από τη βασιλική οικογένεια του Ηνωμένου Βασιλείου έως και «ερωτικά διαφημιστικά» για την PANTENE και τη NASA».

Με τι αισθήματα θα θέλατε να φύγει ο θεατής από την γκαλερί;

«Με το συναίσθημα ότι οικείες εικόνες από τα media μεταφράστηκαν και ερμηνεύτηκαν από μια τελείως διαφορετική οπτική γωνία».

Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Deceptive Realities»;

«Σκοπός των έργων μου είναι η παραπλάνηση. Η μεγαλύτερη παραπλάνηση που έχει γίνει μέσω του προφίλ μου στο Ιnstagram αφορούσε ένα έργο μου που απεικόνιζε την Κιμ Καρντάσιαν και τον πρώην σύζυγό της Κένι Γουέστ να φιλιούνται με το λογότυπο της Benetton. O γνωστός φωτογράφος της Benetton στα 90s Ολιβιέρο Τοσκάνι αναδημοσίευσε το έργο μου στο δικό του προφίλ, και μέσα σε πολύ λίγα λεπτά όλοι πίστεψαν πως αυτή ήταν η καινούργια καμπάνια της εταιρείας».

Πράγματι στα έργα σας ενσωματώνετε λογότυπα πάνω σε εικόνες τροποποιώντας το αρχικό τους νόηµα. Τι θέλετε να καταδείξετε;

«Aυτό που αποτυπώνω στα έργα μου είναι η πρώτη μου αυθόρμητη σκέψη βλέποντας μια εικόνα. Είναι ένα παιχνίδι εικόνων και λέξεων που παίζω και εξελίσσω την τελευταία δεκαετία».

«Love hurts to the bone» (2023)

Μιλήστε μας για την ιδιαίτερη τεχνική σας.

«Η τεχνική που χρησιμοποιώ είναι μεταξοτυπία και μετά δουλεύω από πάνω το λογότυπο και κάποιες λεπτομέρειες με ακρυλικό».

Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που σας επηρέασε βαθιά;

«Από πολύ μικρή, στην ηλικία των εννέα ετών, άρχισα να συλλέγω από περιοδικά φιγούρες της Μπρίτνεϊ Σπίαρς, της Μαντόνα και άλλων διασήμων και να δημιουργώ ψεύτικα περιοδικά. Οταν σε μεγαλύτερη ηλικία ανακάλυψα την τέχνη του Αντι Γουόρχολ ταυτίστηκα με την εμμονή του στο αναγνωρίσιμο».

Γεννηθήκατε στην Αλβανία, μεγαλώσατε στην Ελλάδα. Σε ποιον βαθμό οι δύο κουλτούρες επηρέασαν την τέχνη σας;

«Παρόλο που ανήκω στη δεύτερη γενιά μεταναστών καθώς γεννήθηκα στα Τίρανα, μπορώ να πω πως είμαι πιο εξοικειωμένη με την ελληνική κουλτούρα και με το ελληνικό χιούμορ, τα οποία με σημάδεψαν ως παιδί. Δεν ένιωσα ποτέ διχασμένη, καθώς γεννήθηκα στα Τίρανα, μεγάλωσα στην Αθήνα και ωρίμασα στη Νέα Υόρκη. Σε όποια από τις τρεις αυτές πόλεις βρεθώ, αισθάνομαι πως είμαι στο σπίτι μου».

Πώς ξεκινά το ταξίδι σας στην τέχνη;

«Οταν εγκατασταθήκαμε με τη μητέρα μου στην Ελλάδα το 1995 δεν μιλούσα ελληνικά, οπότε ο τρόπος έκφρασής μου ήταν η ζωγραφική. Αυτός ήταν ο τρόπος επικοινωνίας μου με τους πρώτους μου φίλους στο νηπιαγωγείο».

Θυμάστε το πρώτο έργο που δημιουργήσατε;

«Το πρώτο έργο το οποίο θυμάμαι πολύ έντονα ήταν ένα κολάζ στην ηλικία των 12 ετών, το οποίο απεικόνιζε δύο πρόσωπα ελλήνων ηθοποιών, της Θάλειας Ματίκα και του Μέμου Μπεγνή. Ανταλλάσσοντας κάποια από τα χαρακτηριστικά τους δημιούργησα δύο εντελώς διαφορετικά πρόσωπα. Ηταν και η πρώτη φορά που θυμάμαι την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά για κάτι που εγώ δημιούργησα».

«Anxiety has many faces, Mona Lisa only one», (2022)

Μείνατε για μία δεκαετία στη Νέα Υόρκη. Τι θυμάστε πιο έντονα από τη μητρόπολη της τέχνης;

«Τα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και χρώματα στους δρόμους της».

Τι σας έκανε να επιστρέψετε στην Ελλάδα;

«Εφυγα από την Ελλάδα όταν ήμουν μόλις 20 ετών και επέστρεψα στα 30 μου μαζί με τον άνδρα μου Τζορτζ Μπενίας. Επιστρέψαμε για να κάνουμε όλα τα όνειρα που είχαμε για την τέχνη πραγματικότητα. Η Ελλάδα, όσον αφορά την τέχνη, είναι σαν ένας λευκός καμβάς που μπορείς να ζωγραφίσεις πάνω της. Τα τελευταία χρόνια επίσης έχει γίνει πολλές φορές επίκεντρο για τον κόσμο της διεθνούς τέχνης και αυτό είναι κάτι που με χαροποιεί πολύ».

Tα τελευταία χρόνια στο χρηματιστήριο της τέχνης βιώνουμε σαρωτικές αλλαγές με την αγορά έργων NFTs. Πώς σας κάνει να αισθάνεστε αυτή η νέα πραγματικότητα;

«Παρόλο που η αρχική μου ιδέα για ένα έργο αποτυπώνεται πρώτα σε ηλεκτρονική μορφή και έπειτα σε καμβά, πιστεύω πως υπάρχει μια μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον συλλέκτη και ένα έργο σε ηλεκτρονική μορφή. Σε πολύ αρχικό στάδιο προσπάθησα να δουλέψω με NFTs, αλλά ήταν κάτι που δεν με εκφράζει».

INFO

«Deceptive Realities»: Γκαλερί Allouche Benias (Κανάρη 1, Κολωνάκι), έως τις 6 Σεπτεμβρίου.