«Προβλέπω να ανοίγει άλλη μια νεοταβέρνα εκεί», σχολίασε μια φίλη στο άκουσμα της είδησης ότι κλείνει το Λεξικοπωλείο, ένας από τους ελάχιστους φιλόξενους χώρους που μπορούσε να βρει κανείς ακόμα στο Παγκράτι. Βιβλία στα ελληνικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά, όλα διαλεγμένα προσεκτικά, δημιουργούσαν για μένα ένα μέρος όπου ένιωθα πάντα καλά, ένιωθα ζεστασιά, φροντίδα, φιλία, μια αίσθηση κοινότητας.
Ακόμα κι αν δεν γινόταν κάποια εκδήλωση, ήταν πολύ πιθανό να συναντήσω εκεί κάποιον γνωστό, κάποιον από αυτούς τους ανθρώπους με τους οποίους γνωριζόμαστε από μακριά και πάντα έχει ενδιαφέρον όταν βρισκόμαστε τυχαία κάπου. Καταλαβαίνω από τις αναρτήσεις που βλέπω στα σόσιαλ ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι ένιωθαν το ίδιο. Και πράγματι είναι πολύ πιθανό να αντικατασταθεί από κάποια νεοταβέρνα ή νεοκαφέ από αυτά που φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλες τις γειτονιές πια και στο Παγκράτι ακόμα περισσότερο.
Δεν θα ήθελα να μπω στη γνωστή καταστροφολογία ότι ένα βιβλιοπωλείο κλείνει επειδή δεν υπάρχουν αρκετοί αναγνώστες, αν και σε έναν βαθμό αυτό σαφέστατα ισχύει. Ωστόσο δεν υπάρχουν αρκετές έρευνες στον χώρο του βιβλίου για να ξέρουμε ακριβώς τι συμβαίνει με τους αναγνώστες και αν μετακινούνται απλώς σε διαδικτυακά βιβλιοπωλεία. Μια τέτοια μετακίνηση ωστόσο δημιουργεί ήδη ένα πρόβλημα: η ανάγνωση βιβλίων είναι μια δραστηριότητα που γίνεται μοναχικά μεν, δημιουργεί κοινότητες δε. Το βιβλιοπωλείο είναι ένας τόπος όχι για να βρεις αυτό που έψαχνες εξαρχής, αλλά για να εμφανιστεί μπροστά σου αυτό που χρειαζόσουν και δεν το ήξερες ακόμη, είτε στον πάγκο είτε ως πρόταση του βιβλιοπώλη που σε γνωρίζει είτε και από κάποιον τυχαίο γνωστό με τον οποίο θα διασταυρωθείς.
Θυμάμαι ξαφνικά κάτι που είχα διαβάσει και μου είχε κάνει εντύπωση την περίοδο των lockdowns, ότι ένα από τα πιο αποπροσανατολιστικά πράγματα μέσα σε εκείνη την πρωτόγνωρη συνθήκη δεν ήταν τόσο ότι δεν βλέπαμε εξίσου τακτικά τους στενούς μας φίλους, με τους οποίους έτσι κι αλλιώς συνεχίζαμε να έχουμε επαφή, έστω και με άλλους τρόπους, αλλά ότι είχαν χαθεί εντελώς οι περιφερειακές σχέσεις, οι άνθρωποι που ξέρουμε ότι θα πετύχουμε κάπου και μας δημιουργούν μια αίσθηση συνέχειας και συνοχής.
Οταν κλείνουν χώροι – δημόσιοι χώροι επί της ουσίας – με ξεχωριστή ταυτότητα και αισθητική, νιώθουμε συχνά ότι χάνουμε έναν άνθρωπο, έναν περιφερειακό φίλο, χάνουμε τα πατήματά μας. Αυτή η αίσθηση γίνεται ακόμα πιο έντονη τώρα τελευταία, καθώς τα περισσότερα μαγαζιά που κλείνουν μετατρέπονται σε ομοιόμορφους χώρους εστίασης. Και οι περισσότεροι από αυτούς τους χώρους, ειδικά τα καφέ, ακολουθούν συνήθως τη λογική λίγα τραπέζια, πολύς άδειος χώρος, μέταλλο, τσιμέντο, μωσαϊκό, ψυχρός φωτισμός, άβολες καρέκλες – μη τυχόν και καθίσει κάποιος με τις ώρες.
Κάτι κλοτσάει σταθερά μέσα μου μπροστά σε αυτή τη μινιμαλιστική προσέγγιση που, από αντίδραση στην υπερκατανάλωση, και άρα πολιτική επιλογή, μετατράπηκε σε προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων και πανομοιότυπης αισθητικής εικόνων στο Instagram. Τα κοιτάς για λίγο και ο αλγόριθμος αποφασίζει ότι ανήκεις εκεί. Προβλέποντας και διαμορφώνοντας τις προτιμήσεις και το περιβάλλον σου, η ψηφιακή ζωή σου κλείνεται όλο και περισσότερο μέσα σε μία φούσκα όπου βλέπεις μόνο αυτά που αντέχεις, μόνο αυτά που συμφωνούν με την αισθητική σου, τις πολιτικές σου απόψεις ή, όταν πηγαίνουν κόντρα, εμφανίζονται με προσεκτικά σχεδιασμένο τρόπο ώστε να σε εξαγριώνουν για να περνάς περισσότερο χρόνο εκεί σκιαμαχώντας με απρόσωπους χρήστες που τελικά δεν αποκτούν ποτέ ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Το πρόβλημα προφανώς δεν είναι η ίδια η αισθητική – είναι η ομογενοποίηση. Οταν ένας αλγόριθμος αποφασίζει ποιο είδος χώρου είναι «cute» και ποιο «cozy», και το αποφασίζει για εκατομμύρια χρήστες ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα είναι η εξαφάνιση της τοπικής ιδιαιτερότητας. Ενα καφέ στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι ή στο Τέξας είναι πλέον πανομοιότυπα. Το Instagram και το TikTok δεν μεταφέρουν απλώς εικόνες, μεταφέρουν κανόνες για το τι αξίζει να φωτογραφηθεί, και άρα, σε βάθος χρόνου, για το τι αξίζει να υπάρχει. Τι συμβαίνει λοιπόν όταν μειώνονται δραματικά οι χώροι όπου παραδοσιακά μπορούσαν να συγχρωτιστούν και να μιλήσουν άνθρωποι που δεν θα επέλεγαν απαραιτήτως ο ένας τον άλλο; Ειδικά για τις λίγο μεγαλύτερες ηλικίες που δεν νιώθουν άνετα στα νέα μαγαζιά εστίασης;
Τον Ιανουάριο, το γαλλικό ερευνητικό κέντρο CEPREMAP δημοσίευσε μια μελέτη που εξέτασε το κλείσιμο 18.000 bars-tabacs (κάτι ανάμεσα σε παραδοσιακό καφενείο και πρακτορείο ΠΡΟΠΟ) στη Γαλλία μεταξύ 2002 και 2022, σε συνδυασμό με εκλογικά αποτελέσματα είκοσι πέντε χρόνων. Τα ευρήματα ήταν εντυπωσιακά και πολύ συγκεκριμένα: στις περιοχές που έχασαν ένα bar-tabac, το ποσοστό της Aκροδεξιάς αυξήθηκε κατά 1,3% έως 3,6%, με την υψηλότερη αύξηση στις αγροτικές κοινότητες όπου αυτά τα μαγαζιά ήταν συχνά ο τελευταίος τόπος κοινωνικής επαφής.
Και το εξίσου σημαντικό εύρημα: όπου ανοίγουν νέα bars-tabacs το ποσοστό της Aκροδεξιάς τείνει να μειώνεται, γεγονός που καταδεικνύει ότι αυτές οι δυναμικές δεν είναι αναπόδραστες. Ο ερευνητής Ούγκο Σιμπτίλ, που διεξήγαγε τη μελέτη, εξηγεί με σαφήνεια τον μηχανισμό: «Τα άτομα συναντιούνται λιγότερο, κοινωνικοποιούνται διαφορετικά. Καταλήγουν να βλέπουν μόνο ανθρώπους με τους οποίους μοιράζονται ήδη πολλά χαρακτηριστικά και απόψεις. Με αυτή τη σχεσιακή απόσυρση, υπάρχουν λιγότερες δυνάμεις που θυμίζουν στον καθένα ότι υπάρχουν διαφορετικές οπτικές. Η πολιτική γίνεται αντιπαράθεση ανάμεσα σε απομονωμένα άτομα και εθνικά μιντιακά αφηγήματα».
Διαφορετικοί χώροι ίσως, παρόμοια λειτουργία όμως. Η δυνατότητα να συναντηθείς με πιο αργούς ρυθμούς, και άρα να μπορέσεις να δεις τον άλλο ως ανθρώπινο ον, σαν εσένα, με προβλήματα και χαρές, με διαφορετικές απόψεις αλλά συχνά κοινές ανάγκες, με τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα πεδίο που γεμίζει από τη σύνδεση και δεν γλιστράει απλώς πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια των πάγκων με τα μάτσα λάτε και τα (ήδη ξεπερασμένα) τοστ αβοκάντο.
Το σημαντικότερο εύρημα της γαλλικής έρευνας είναι, κατά τη γνώμη μου, η επιβεβαίωση αυτού που ενστικτωδώς γνωρίζαμε. Οι φούσκες, η απομόνωση, η απώλεια δημόσιου χώρου και τόπων συνεύρεσης που ευνοούν την επαφή μεταξύ ανθρώπων με σάρκα και οστά, έχουν πολύ απτές και συγκεκριμένες προεκτάσεις, κοινωνικές και πολιτικές. Και οι θρήνοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν ένας τέτοιος χώρος χάνεται δεν είναι μόνο κούφια λόγια και άλλη μία ευκαιρία να πει κανείς την άποψή του, αλλά, ακόμη κι αν δεν διατυπώνεται με αυτούς τους όρους, ανησυχία για την όλο και λιγότερο ανεκτική και συμπεριληπτική κοινωνία που διαμορφώνεται όταν αυτού του είδους τα κενά πολλαπλασιάζονται.
Η κυρία Μυρσίνη Γκανά είναι ποιήτρια.



