Οταν δεν αισθάνομαι πολύ καλά, (ξανα)διαβάζω κάποιο βιβλίο του Κερτ Βόνεγκατ. Πηγαίνω ασυναίσθητα πια στη βιβλιοθήκη και διαλέγω κάτι. Την τελευταία φορά ήταν ο «Χρονοσεισμός» (μτφρ. Χριστόδουλος Λιθαρής, Εκδόσεις Πατάκη, 2000). Σε αυτό το βιβλίο, που κινείται – κατά το σύνηθες μοτίβο του Βόνεγκατ – μεταξύ αυτοβιογραφίας και επιστημονικής φαντασίας, κεντρικό ρόλο παίζει το φαινόμενο του τίτλου. Πρόκειται για μια ξαφνική επιστροφή του Σύμπαντος κάποια χρόνια πίσω, σε ένα χρονικό σημείο απ’ όπου όλοι και όλες αρχίζουν να επαναλαμβάνουν αναπόδραστα αυτά που είχαν κάνει μέχρι τη στιγμή που συμβαίνει ο χρονοσεισμός.

Με τον ίδιο τρόπο

Φανταστείτε, δηλαδή, να επιστρέφαμε από τις 18 Ιανουαρίου του 2026 στις 10 Φεβρουαρίου του 2021 και να αναγκαζόμασταν να ξαναζήσουμε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο αυτή την πενταετία, μέχρι να φτάσουμε πάλι στις 18 Ιανουαρίου του 2026. Ενα από τα πολλά ευρήματα του βιβλίου είναι ότι όταν τελικά οι άνθρωποι ξαναφτάνουν στο χρονικό σημείο του χρονοσεισμού, εκεί δηλαδή που τελειώνει η επανάληψη, αργούν να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν ξανά ελεύθερη βούληση, με αποτέλεσμα διάφορα ατυχήματα, αφού π.χ. οι οδηγοί άφηναν τα αυτοκίνητα στην τύχη τους, οι πεζοί δεν είχαν κατά νου να κάνουν το επόμενο βήμα, με συνέπεια να πέφτουν, κ.λπ.

Το βιβλίο, όπως όλα του Βόνεγκατ, είναι αστείο, τραγικό, ανθρώπινο, σε κάνει να σκέφτεσαι. Μια από τις δικές μου σκέψεις είναι το πόσοι άνθρωποι θα πρέπει να βιώνουν όντως τις συνθήκες που προκάλεσε ένας χρονοσεισμός. Δηλαδή, παγιδευμένοι σε μια επανάληψη με χαμένη την ελεύθερη βούλησή τους. Σκέφτομαι, ας πούμε, όσους και όσες ζουν υπό οικονομική πίεση, το ένα τέταρτο του πληθυσμού της χώρας που βρίσκεται στα όρια της φτώχειας. Κάθε μέρα μια επαναλαμβανόμενη μάχη για τα προς το ζην, κάθε μέρα μια κακοπληρωμένη δουλειά που δεν επέλεξες, στην προσπάθεια να εξασφαλίσεις κάποια χρήματα για πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα δεν θα διάλεγες· αν είχες επιλογή. Μου θυμίζει το παλιό μιμίδιο με τη συνέντευξη για δουλειά: «Και για ποιον λόγο θέλετε αυτή τη θέση;». «Εχω μια φυσική απέχθεια για τη λιμοκτονία».

Μήπως υπάρχει ελεύθερη βούληση όταν είσαι νέος ή φοιτήτρια και είναι να αποφασίσεις πού θα μείνεις; Οταν τα νοίκια είναι στα ύψη, διεκδικώντας τεράστιο μέρος των πενιχρών εισοδημάτων σου, ενώ όταν κάνεις μια βόλτα στον δρόμο βλέπεις παντού κλειστά σπίτια ή διαμερίσματα σε πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, προορισμένα για τους πελάτες της «βαριάς βιομηχανίας» μας;

Αλλά ας μη μείνουμε μόνο στις περιπτώσεις που σχετίζονται με τα χρήματα (και ειδικά με την απουσία τους). Είναι δείγμα ελεύθερης βούλησης το αυχενικό σύνδρομο από το μονίμως σκυμμένο κεφάλι πάνω από το κινητό; Κυκλοφορούμε στα social media, κάνοντας τις υποτιθέμενες επιλογές μας, ενώ στην πραγματικότητα ξέρουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος όσων βλέπουμε είναι διαμορφωμένο από αλγόριθμους που προσπαθούν να μας «ταΐσουν» το κατάλληλο περιεχόμενο, ώστε να δούμε τον «σωστό» αριθμό διαφημίσεων για προϊόντα ή ιδεολογίες.

Ερμαια

Επίσης, μοιάζει αρχικά ελευθερία επιλογής το ότι θα μπούμε σε ένα κατάστημα ρούχων και μπορούμε να διαλέξουμε τη μία μπλούζα έναντι της άλλης ή θα κάτσουμε σε μια καφετέρια και θα πάρουμε τον δείνα καφέ αντί του τάδε. Αλλά στην πραγματικότητα είμαστε από κοινού έρμαια του καταναλωτισμού: Ψωνίζω άρα υπάρχω.

Αυτοί που δεν υπάρχουν είναι οι (περισσότεροι) ήρωες και ηρωίδες του Βόνεγκατ στο συγκεκριμένο βιβλίο. Οι οποίοι έχουν συνείδηση της απώλειας της ελεύθερης βούλησης αλλά δεν μπορούν να κάνουν κάτι για αυτό. Σε αντίθεση με εμάς που μπορούμε να ανακτήσουμε τη χαμένη ελευθερία μας, αρκεί να καταλάβουμε ότι την έχουμε χάσει. Κάπου μεταξύ απανωτών κρίσεων και παρατεταμένου σκρολαρίσματος.