«Εδώ γράφει “διάσταση” ή μήπως “διάσπαση”;» αναρωτιέται η φιλόλογος Μαρίνα Α., διορθώτρια επί χρόνια στο μάθημα της Εκθεσης για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Σταματά για λίγα δευτερόλεπτα πάνω από τη σελίδα, φέρνει το γραπτό πιο κοντά στο φως και προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τη λέξη ανάμεσα σε βιαστικές καμπύλες, κολλημένα γράμματα και μουντζουρωμένες γραμμές από μπλε στιλό.
Γύρω της, στοίβες από γραπτά προοικονομούν τη συνέχεια. «Κάθε χρόνο είναι και χειρότερα. Περίπου 8 στα 10 γραπτά είναι δύσκολο να καταλάβεις με μια ανάγνωση τι λένε» λέει χαρακτηριστικά στο «Β». Θυμάται την περυσινή διαδικασία διόρθωσης των γραπτών για τις Πανελλαδικές και την προσπάθειά της να μην «κόβει» συχνά μόρια από τους υποψηφίους λόγω του δυσανάγνωστου χαρακτήρα των γραπτών τους. Αναρωτιέται: Οι νέοι ξέχασαν να γράφουν; Ή μήπως η γενιά τους δεν έμαθε ποτέ;
Ηδη η πρεμιέρα των φετινών πανελλαδικών εξετάσεων έγινε την Παρασκευή και για πολλούς υποψηφίους (και τους εκπαιδευτικούς τους), στην πίεση και το άγχος του διαβάσματος, επανήλθε τώρα πιεστική μια αγωνία που τους βασανίζει από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου. «Αν δεν κάνεις καλά γράμματα, θα χάσεις βαθμούς. Οι διορθωτές έχουν εκατοντάδες γραπτά, δεν θα κάτσουν να ασχοληθούν με το δικό σου». Αυτή είναι μια φράση που ο 17χρονος Παναγιώτης Π. ακούει συνεχώς τα τελευταία χρόνια τόσο από τους καθηγητές όσο και από τους γονείς του, ωστόσο ποτέ δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία. «Τόσα χρόνια κάνω πως δεν το ακούω, αλλά φέτος με τις Πανελλαδικές, που το ξανασκέφτομαι, με πιάνει τρομερό άγχος στην ιδέα ότι θα χάσω βαθμούς λόγω του γραφικού μου χαρακτήρα» μοιράζεται με το «Β» ελαφρώς αναστατωμένος.
Τι ακριβώς συμβαίνει; Φταίει η διαρκής έκθεση σε οθόνες και η άρνησή μας να γράψουμε, χαμένοι πάνω από πληκτρολόγια και αυτόματα συστήματα διόρθωσης; Πάντως, οι εκπαιδευτικοί παρατηρούν ότι τα τελευταία χρόνια ο γραφικός χαρακτήρας των μαθητών και μαθητριών έχει αλλάξει αισθητά: Γράμματα που ενώνονται μεταξύ τους, λέξεις που «τρέχουν» χωρίς τέλος, ακανόνιστες αποστάσεις και μια γενική εικόνα βιασύνης εμφανίζονται ολοένα συχνότερα στα τετράδια και στα διαγωνίσματα. Το φαινόμενο, εξηγούν, έγινε ακόμη πιο έντονο μετά την πανδημία και την πολύμηνη εξ αποστάσεως εκπαίδευση.
«Γράφω, αλλά όχι με το χέρι…»
«Τα παιδιά σήμερα γράφουν διαρκώς, αλλά σχεδόν ποτέ με το χέρι» λέει η Μαρίνα Α. «Επικοινωνούν με μηνύματα, κινητά, tablets, voice notes, autocorrect. Ο εγκέφαλος λειτουργεί πλέον με την ταχύτητα του πληκτρολογίου, όχι του στιλό». Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί έφηβοι καλούνται να αποδώσουν μέσα σε τρεις ώρες χειρόγραφης εξέτασης έναν τεράστιο όγκο σκέψης, παρ’ όλο που πλέον γράφουν πιο συχνά χρησιμοποιώντας πληκτρολόγιο παρά στιλό.
Η Μαρίνα (για ευνόητους λόγους δεν θέλει να αποκαλύψει τα στοιχεία της καθώς βαθμολογεί και φέτος τα γραπτά υποψηφίων) παρατηρεί τους μαθητές τα τελευταία χρόνια προκειμένου να κατανοήσει πλήρως από πού προκύπτει ο ξαφνικός πολλαπλασιασμός των περιπτώσεων δυσανάγνωστων γραπτών. «Πολλοί μαθητές δυσκολεύονται ακόμη και στον τρόπο που κρατούν το στιλό ή το μολύβι, ενώ η πολύωρη χρήση κινητών τηλεφώνων και tablets φαίνεται να επηρεάζει τη λεπτή κινητικότητα των δαχτύλων. Παλαιότερα βλέπαμε κάλους από τη συνεχή γραφή. Σήμερα βλέπεις δάχτυλα που έχουν “λυγίσει” διαφορετικά από τη χρήση του κινητού» συνεχίζει χαρακτηριστικά. Η ίδια θεωρεί πως αρκετά παιδιά έχουν χάσει μέρος της κινητικής δεξιότητας που απαιτεί η χειρόγραφη γραφή, ενώ συχνά δεν διαθέτουν ούτε την υπομονή να ασχοληθούν με το πόσο ευανάγνωστο ή προσεγμένο είναι το γραπτό τους.
«Ισως βιαστήκαμε να υποτιμήσουμε τη σημασία της καλλιγραφίας» σημειώνει ο διορθωτής και εκπαιδευτικός Δημήτρης Πατώκος, εκτιμώντας πως η συστηματική εξάσκηση στη χειρόγραφη γραφή δεν αφορούσε τελικά μόνο την αισθητική του γραπτού, αλλά και μια συνολικότερη καλλιέργεια δεξιοτήτων συγκέντρωσης, ρυθμού και λεπτής κινητικότητας. Οπως εξηγεί, «δεν μπορείς ξαφνικά στα 17, λίγο πριν από τις Πανελλαδικές, να ζητήσεις από έναν μαθητή να αλλάξει τον γραφικό του χαρακτήρα». Και υπογραμμίζει ότι η φροντίδα για τη σωστή γραφή και τη διαχείριση του στιλό πρέπει να ξεκινά ήδη από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολείου.
Επισήμως, οι βαθμολογητές δεν αφαιρούν μονάδες επειδή κάποιος «γράφει άσχημα». Οπως συμπληρώνει ο κ. Πατώκος, «υπάρχει κάθε καλή διάθεση και υπομονή ώστε να μην αδικηθεί κανένας. Αν όμως μια λέξη δεν μπορεί να διαβαστεί ή ένα ολόκληρο απόσπασμα μοιάζει περισσότερο με κώδικα παρά με κείμενο, τότε το ζήτημα παύει να είναι αισθητικό και γίνεται ουσιαστικό, και εκεί δεν υπάρχει άλλη επιλογή».
Βαθμοί, λοιπόν, μπορούν να αφαιρεθούν όταν ένα γραπτό, παρά την προσπάθεια διορθωτών και συντονιστών, δεν μπορεί να διαβαστεί. Αντίστοιχα, βαθμοί μπορούν να χαθούν ακόμη και από «τεχνικά προβλήματα», ιδιαίτερα στο μάθημα της Εκθεσης. Ενα σημαντικό στοιχείο, το οποίο μάλιστα παρατηρείται όλο και πιο συχνά, είναι η μη παραγραφοποίηση.
Οι μαθητές δηλαδή φαίνεται να χάνουν όλο και περισσότερο την αίσθηση της δομής και της οργάνωσης του λόγου τους. «Δεν υπάρχει συνοχή και σωστή διάρθρωση, παραδίδουν ένα γραπτό που αρχίζει και τελειώνει χωρίς το απαραίτητο κενό πριν από μια νέα παράγραφο. Αυτά όμως είναι βασικές γνώσεις» υπογραμμίζει η Μαρίνα, τονίζοντας ότι ακόμη και τέτοιες φαινομενικά μικρές αδυναμίες μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη βαθμολογία.
Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό αναλυτή Γιώργο Χατζητέγα, «διαπιστώνεται πλέον ολοένα και συχνότερα έντονη επιδείνωση στον γραφικό χαρακτήρα των μαθητών ως αποτέλεσμα της ιδιαίτερα περιορισμένης εξάσκησης στη χειρόγραφη αποτύπωση. Γραπτά δυσανάγνωστα δυσχεραίνουν το έργο των βαθμολογητών στις πανελλαδικές εξετάσεις και αναπόφευκτα επηρεάζουν αρνητικά την αξιολόγησή τους. Οι διαγωνιζόμενοι πρέπει να αντιληφθούν ότι η καθαρότητα και η ευκρίνεια αποτελούν σημαντικά πλεονεκτήματα στη διόρθωση ενός ανώνυμου για τους διορθωτές γραπτού όπως είναι αυτό των Πανελλαδικών».
Η γραφή ανά τον κόσμο
Προβληματισμός για το θέμα υπάρχει σε πολλές χώρες της ΕΕ. Οι περισσότεροι μαθητές και μαθήτριες στη Γερμανία δεν μπορούν να γράψουν καλά. Στη Σουηδία επίσης σχολεία επιστρέφουν στο παραδοσιακό στιλό και χαρτί καθώς διαπιστώθηκε ότι νέοι που ακολουθούσαν πιο «ψηφιακούς δρόμους» παρουσίασαν τελικά σημαντικά μαθησιακά προβλήματα. Στη Φινλανδία, που είχε δώσει έμφαση στον ψηφιακό γραμματισμό, επίσης υπάρχει μια τάση «επιστροφής» στη διδασκαλία της καλλιγραφίας.
Πίσω στην Ελλάδα, όμως, η τελική δοκιμασία παραμένει ίδια. Ανάμεσα στις πιο κρίσιμες ώρες, στιλό, λευκές σελίδες και απόλυτη ησυχία, οι μαθητές καλούνται να γράψουν ευανάγνωστα υπό συνθήκες πίεσης και άγχους. Και στο τέλος ένας βαθμολογητής που προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και τη βιασύνη μιας ολόκληρης γενιάς πάνω στο χαρτί.
Ισως τελικά να υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό σε όλο αυτό. Μια γενιά που μεγαλώνει μπροστά σε οθόνες, που επικοινωνεί, σκέφτεται και εκφράζεται καθημερινά μέσα από πληκτρολόγια καλείται στις πιο καθοριστικές εξετάσεις να επιστρέψει αποκλειστικά στο χαρτί και στο χειρόγραφο. Και τότε το ζητούμενο δεν είναι μόνο η γνώση, αλλά και η ταχύτητα του χεριού, η αντοχή και η ευκρίνεια των γραμμάτων.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι μαθητές και μαθήτριες μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτό το σύστημα, αλλά αν το ίδιο το σύστημα έχει προσαρμοστεί στη δική τους πραγματικότητα.



