Εδώ και μήνες και συγκεκριμένα από τα μέσα του περασμένου Μαΐου, έπειτα από εκείνη τη θεμελιακού χαρακτήρα ομιλία του Πρωθυπουργού στο αμερικανικό Κογκρέσο, όπου τοποθετήθηκε καθαρά έναντι της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και τοποθέτησε την Ελλάδα, κατά τρόπο ευθύ, στον κύκλο των χωρών του ελεύθερου κόσμου που υπερασπίζονται τα δημοκρατικά ιδεώδη και στέκονται απέναντι σε αυταρχικές και αναθεωρητικές ηγεσίες, η Τουρκία ρητορεύει ακατάπαυστα εναντίον της Ελλάδας.

Οι τόνοι έχουν ανέβει στα ύψη και η προκλητικότητα περισσεύει. Σύσσωμη η τουρκική ηγεσία επιτίθεται σχεδόν καθημερινά στην πατρίδα και στον λαό μας, μας τοποθετεί όλους απέναντι, μας αντιμετωπίζει ως εχθρούς και, το χειρότερο, κινητοποιεί σε βάρος μας τους εκεί διαμορφωτές της κοινής γνώμης σε ένα μπαράζ ανθελληνισμού και εθνικιστικού μίσους.

Ο Ταγίπ Ερντογάν και οι συνεργάτες του, όλους αυτούς τους μήνες, ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιος θα εκτοξεύσει τα σκληρότερα και επιθετικότερα λόγια εναντίον μας. Αποδίδουν στην Ελλάδα προθέσεις και διεκδικήσεις που δεν έχει, ότι στεκόμαστε εμπόδιο στην πρόοδο και στην ανάπτυξή τους και, άκουσον-άκουσον, ότι δήθεν μεθοδεύουμε, από κοινού με τους Αμερικανούς, τη διάλυση της Τουρκίας!

Εφθασαν, κατόπιν αυτών, να απειλούν με αγοραίο ύφος ότι θα έρθουν νύχτα, ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου τούς ανήκουν, ότι έχουν παραχωρηθεί στην Ελλάδα από Συνθήκες που παραβιάζονται από εμάς και άλλα παιδαριώδη, που δεν αντέχουν κριτικής, ούτε καν σχολίων.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι κινεί την τουρκική ηγεσία και ποιοι είναι οι σκοποί της. Θέλει όντως να επιτεθεί στην Ελλάδα ή απλώς να τη σύρει σε μια συνολικού τύπου διαπραγμάτευση από θέση ισχύος έπειτα από ένα θερμό πλην ελεγχόμενο επεισόδιο; Είναι άραγε προϊόν σύγχυσης και αδιεξόδων ή υποκρύπτει κάτι βαθύτερο και πιο στρατηγικό;

Κανείς δεν μπορεί να δώσει ασφαλή απάντηση. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο Ταγίπ Ερντογάν, που επί δύο δεκαετίες διαφεντεύει τη γείτονα, δεν έχει συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι μπορεί να χάσει την εξουσία. Είναι προφανές ότι πιέζεται εσωτερικά, αλλά το χειρότερο είναι ότι τον συνοδεύουν βάρη και εγκλήματα ασυγχώρητα. Εξαιτίας του έχουν διωχθεί και εξοριστεί άπειροι πολίτες, πολλοί έχουν θανατωθεί και άλλοι έχουν συσσωρεύσει μίση και πάθη εναντίον του. Και εκείνος δεν έχει μπει στον κόπο ούτε τη διαδοχή να προετοιμάσει ούτε να διαπραγματευτεί με τους αντιπάλους του. Και γι’ αυτό δίνει μάχη επιβίωσης χωρίς μέτρο, σαν να μην υπάρχει αύριο. Οι ξένοι σύμβουλοι που διατηρεί τον προέτρεψαν, κατά τα φαινόμενα, να αναδείξει έναν εχθρό ικανό να κινητοποιήσει τον λαό του και του έδειξαν πως μόνο η ένταση με την Ελλάδα θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του.

Ταυτόχρονα όμως και επειδή, πέραν των άλλων, τον συνοδεύει ο μεγαλοϊδεατισμός και η κουλτούρα του ανατολίτικου παζαριού, άρχισε να συναλλάσσεται με τους πάντες. Πουλάει και αγοράζει κατά το δοκούν, συντροφεύει τους αυταρχικούς ηγέτες της Ανατολής, παίζει με τον Πούτιν, δοκιμάζει τους Κινέζους, τους Αραβες, τους Αιγύπτιους και τους Ισραηλινούς ακόμη. Τα καμώματά του σε διεθνές επίπεδο είναι πλέον παροιμιώδη, ιδιαιτέρως η ευκολία με την οποία συναλλάσσεται πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Με τον καιρό όμως το διαρκές παζάρι τον εξέθεσε ανεπανόρθωτα απέναντι στους κρισιμότερους των συμμάχων του. Ο κ. Ερντογάν έχει πλέον διαπιστώσει ότι οι Αμερικανοί δεν τον εμπιστεύονται. Τα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ τον έχουν στην κυριολεξία ξεγράψει. Θεωρούν ότι έχει «στρίψει», ότι σχεδόν εχθρεύεται τη Δύση και «παίζει» με την Ανατολή. Γι’ αυτό και δεν έχει εύκολη πρόσβαση στα νέα προηγμένα αεροσκάφη και όπλα. Αντιλαμβάνεται πως μη έχοντας άνετη πρόσβαση στα νέα όπλα θα χάνει δυνάμεις και δυνατότητες. Και το χειρότερο, με την ανάδειξη του λιμένα της Αλεξανδρούπολης τείνει να χάσει και το πλεονέκτημα των Στενών του Βοσπόρου.

Ολα μαζί καθιστούν τη θέση του δυσχερή. Και επειδή είναι απαίδευτος και μεγαλομανής δεν μπορεί να αποδεχθεί τα λάθη του, παρά αποδίδει την ευθύνη στην Ελλάδα, θεωρώντας ότι έτσι θα δημιουργήσει περιβάλλον αναγνώρισης και επανάκαμψης. Γι’ αυτό και είναι επικίνδυνος.

Η Ελλάδα ωστόσο δεν φταίει σε τίποτε για τον δικό του κατήφορο. Αυτός πρέπει να αλλάξει. Εμείς οφείλουμε ψυχραιμία, ενότητα και επαγρύπνηση. Την κυριαρχία μας δεν επιτρέπεται να την εκχωρήσουμε και τα νησιά μας εξοπλίζονται γιατί απλούστατα απειλούνται.

ΤΟ ΒΗΜΑ