Η συζήτηση ξεκίνησε, αν και μοιάζει να μη σταμάτησε ποτέ. Ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να εκκινήσει τις διαδικασίες συνταγματικής αναθεώρησης.

Εάν ευοδωθεί, θα είναι η πέμπτη αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975, του ιδρυτικού κειμένου της Μεταπολίτευσης. Εδώ όμως αρχίζουν τα ερωτήματα: είναι αναγκαία η επικαιροποίηση του καταστατικού μας χάρτη ή επιχειρείται διά της αναθεώρησης να αντιμετωπιστούν άλλα πολιτικά και θεσμικά προβλήματα; Και εάν είναι αναγκαία, είναι άραγε και εφικτή;

Θα πρέπει ίσως να τοποθετήσουμε τη συζήτηση αυτή στο ευρύτερο πλαίσιο της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης. Από τη μία, καταγράφεται μια συστηματικά χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα και σε βασικούς θεσμούς της πολιτείας – ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία της Metron Analysis, ο δείκτης πολιτικής εμπιστοσύνης κινείται το τελευταίο διάστημα σε μια μέση τιμή 3,2 στην κλίμακα 0-10, δηλαδή σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Και από την άλλη, ένα κομματικό σύστημα σε κατάσταση ρευστότητας και πολυδιάσπασης αδυνατεί να προσφέρει ισχυρές σχέσεις εκπροσώπησης.

Αν το Σύνταγμα αποτυπώνει τις βασικές ορίζουσες της κοινής μας ζωής, τίθεται το ερώτημα μήπως σε αυτό το περιβάλλον εδραιωμένης δυσπιστίας τίθεται εν αμφιβόλω το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης όπως το ξέραμε.

Τα στοιχεία της έρευνας που παρουσιάζουμε δείχνουν ότι το ερώτημα δεν είναι αβάσιμο. Με αφορμή την εκκίνηση της διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης από την κυβέρνηση, τίθεται κατ’ αρχάς το ερώτημα εάν οι πολίτες πιστεύουν πως το Σύνταγμα ως έχει σήμερα γίνεται σεβαστό. Η απάντηση που δίνουν σχεδόν 2 στους 3 είναι: κατά περίπτωση.

Μόλις 1 στους 10 πιστεύει ότι οι προβλέψεις του Συντάγματος εφαρμόζονται σχεδόν πάντα, ενώ περίπου 1 στους 4 πιστεύει, αντίθετα, ότι δεν εφαρμόζονται σχεδόν ποτέ. Το πρώτο στοιχείο, λοιπόν, που καταγράφεται είναι μια διάχυτη αντίληψη à la carte εφαρμογής του Συντάγματος. Και δεν είναι συμπτωματικό ότι όσο χαμηλότερη πολιτική εμπιστοσύνη αισθάνονται οι ερωτώμενοι τόσο περισσότερο τείνουν να πιστεύουν ότι το Σύνταγμα στην πράξη δεν γίνεται σεβαστό.

Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται κατόπιν το ερώτημα εάν το σημερινό πολιτικό περιβάλλον επιτρέπει πράγματι μια διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης. Μια διαδικασία, δηλαδή, η οποία προϋποθέτει ευρύτερες συγκλίσεις και συναινέσεις, καθώς το Σύνταγμα είναι ένας εθνικός χάρτης μακράς πνοής που υπερβαίνει τις συγκυριακές πλειοψηφίες και μειοψηφίες.

Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική, αφού το 61% δεν θεωρεί πως οι πολιτικές δυνάμεις, με τη σημερινή τους διάταξη, μπορούν να διαμορφώσουν τις αναγκαίες συναινέσεις, ενώ μόνο το 37% πιστεύει ότι μπορούν. Και πάλι εδώ ο δείκτης πολιτικής εμπιστοσύνης παίζει ρόλο: αυτοί που εμπιστεύονται περισσότερο το πολιτικό σύστημα τείνουν να προσδοκούν περισσότερο ότι οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να συγκλίνουν, αλλά και το αντίστροφο.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, που μοιάζει να επιβεβαιώνει τα «συμπτώματα» της κρίσης πολιτικής και θεσμικής εμπιστοσύνης, διερευνήθηκαν δύο επιμέρους πεδία πιθανής συνταγματικής αλλαγής.

Το πρώτο αφορά την αναζήτηση ευθυνών για πολιτικά πρόσωπα, σε συνάρτηση με το άρθρο 86, για το οποίο πολύς λόγος γίνεται διαχρονικά αλλά και το τελευταίο διάστημα με αφορμή υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη (Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ) και με στιγμιότυπα από τις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής να γίνονται viral στα κοινωνικά δίκτυα.

Για τους περισσότερους, η διερεύνηση αυτή θα πρέπει να επαφίεται αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη και στους δικαστές (63%), ενώ μόνο ένα 34% προκρίνει τον συνδυασμό της δικαστικής και της νομοθετικής εξουσίας, δικαστών και Βουλής, και σχεδόν κανείς δεν θα εμπιστευόταν το Κοινοβούλιο για να αποφασίζει αποκλειστικά την ποινική δίωξη πολιτικών προσώπων.

Επίσης, εδώ η χαμηλή εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα μεταφράζεται σε ισχυρότερη προτίμηση υπέρ της αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστών. Παρότι και η δικαστική εξουσία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη δυσπιστία των πολιτών, φαίνεται ότι στο ζήτημα της αναζήτησης ευθυνών πολιτικών προσώπων αυτή αντισταθμίζεται από την καχυποψία προς το πολιτικό σύστημα.

Το δεύτερο πεδίο αφορά τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, που βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο της συζήτησης ως θεσμός που θα μπορούσε να αποτελεί θεσμικό αντίβαρο προς την εκτελεστική (και πρωθυπουργοκεντρική) εξουσία. Εν προκειμένω, διερευνήθηκαν τρεις πιθανές κατευθύνσεις αλλαγής, εκ των οποίων οι δύο συγκεντρώνουν ισχυρότερα ποσοστά αποδοχής.

Ετσι, το 64% συμφωνεί με την άποψη ότι η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας θα πρέπει να έχει όριο τη μία θητεία, ενώ σήμερα υπάρχει δυνατότητα και δεύτερης. Ταυτόχρονα, άλλο ένα 63% θα συμφωνούσε να επανέλθει η πρόβλεψη για εκλογή ΠτΔ με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών.

Η πρόβλεψη αυτή υπήρχε διαχρονικά αλλά τροποποιήθηκε με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2019, προκειμένου να αποσυνδεθεί η εκλογή Προέδρου από την πρόκληση εκλογών και οδήγησε στην εκλογή του νυν ΠτΔ με 160 ψήφους το 2025. Φαίνεται, όμως, η επιλογή αυτή να μην έχει εδραιωθεί στην αντίληψη των πολιτών – προς επίρρωση ας σημειωθεί ότι παραπλήσιο ποσοστό συμφωνίας (67%) βρίσκαμε σε μέτρηση της Metron Analysis για τον «Κύκλο Ιδεών» το 2023.

Εκεί όπου η εικόνα διαφοροποιείται είναι σε ό,τι αφορά την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου καταγράφεται ένα επίσης πλειοψηφικό αλλά ισχνότερο ποσοστό συμφωνίας 51%, ενώ το 30% διαφωνεί.

Μάλιστα, στην αντίστοιχη μέτρηση του 2023 το ποσοστό συμφωνίας ήταν αρκετά υψηλότερο, φθάνοντας το 70%. Συνδυαστικά με το προηγούμενο εύρημα, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι χωρίς ευρεία συναίνεση στην εκλογή Προέδρου περιορίζεται η αποδοχή της πιθανής ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση μοιάζει, λοιπόν, να εκτυλίσσεται σε περιβάλλον κρίσης πολιτικής εμπιστοσύνης και εκπροσώπησης. Και αυτό καθιστά δυσκολότερη την επίτευξη των ουσιαστικών της προϋποθέσεων – να μπορεί δηλαδή το Σύνταγμα να αρθεί πάνω από τη συγκυρία ώστε να ρυθμίσει βασικές παραμέτρους της κοινής μας συμβίωσης σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Υπό αυτή την έννοια, η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση αφορά κατά βάση τις ορίζουσες του πολιτικού και κοινωνικού μας συμβολαίου. Μια συζήτηση την οποία καλούμαστε να κάνουμε σε βάθος και με ειλικρίνεια.

Η ταυτότητα της έρευνας

Ακολουθεί ολόκληρη η έρευνα

Ο κ. Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός αναλυτής, επικεφαλής πολιτικής και κοινωνικής έρευνας Metron Analysis.