Οπως στη θρησκευτική ιστορία η «αίρεση των Καθαρών» προσπάθησε να καθαρίσει το σώμα της Καθολικής Εκκλησίας από «περιττές προσμείξεις» για να επαναφέρει μια νοσταλγική, αμόλυντη πίστη, έτσι και στο πρόσφατο συνέδριο της Νέας Αριστεράς στο ΣΕΦ πριν από μία εβδομάδα άρχισε μια προσπάθεια «κάθαρσης» της αριστερής πολιτικής από ό,τι θεωρείται υπολειμματικό, προσωποπαγές ή «αντι-αριστερό». Οι περισσότερες βολές ρίχτηκαν προς την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα, ως εμπνευστή ενός «πιο κεντρώου πολιτικού σχήματος», που, κατά κάποιους, απομακρύνει την Αριστερά από τις ρίζες και την ουσία της.
Σε αυτή τη σύγκρουση ιδεών και στρατηγικών, το συνέδριο της Νέας Αριστεράς και ό,τι ακολουθεί από εδώ και πέρα δεν είναι απλώς μια πολιτική διαμάχη: πρόκειται για μια πολιτική επίθεση στον «επικίνδυνο μεσσιανισμό» που βλέπουν στο πρόσωπο του πρώην πρωθυπουργού. Στο στόχαστρο πολλών, η στρατηγική που συνδέει τον Αλ. Τσίπρα με μια κεντρογενή προοπτική, με αιχμές πως έχει χάσει την αριστερή ταυτότητα.
Το μεγάλο ερώτημα
Η συγκεκριμένη διαδικασία πολιτικής κάθαρσης αφορά όχι τους αντιπάλους σε άλλους χώρους, αλλά ευθέως πρώην και νυν συντρόφους, και το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Μπορεί η Αριστερά να επανεφεύρει τον εαυτό της χωρίς να διαλυθεί σε προσωποπαγή μικροσχήματα και χωρίς να μετατραπεί σε συμπλήρωμα μιας νέας Κεντροαριστεράς; Η συζήτηση αυτή διαπερνά όλον τον χώρο και στο συνέδριο αποτυπώθηκε με διαφορετικούς τόνους και αποχρώσεις στις παρεμβάσεις των στελεχών.
Ο χώρος της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς βρίσκεται σε μια φάση απόλυτης αμοιβαίας άρνησης των άλλων. Κανείς δεν θέλει κανέναν. Ολοι μιλούν για συνεργασίες, αλλά κανένας δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει το πολιτικό κόστος τους. Στο συνέδριο της Νέας Αριστεράς το μήνυμα επί της ουσίας ήταν «όχι με τον Τσίπρα». Μόνο που και ο κ. Τσίπρας δεν θέλει μαζί του τους περισσότερους από τους πρώην συντρόφους του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί σε συνεργασία τις άλλες δυνάμεις, αλλά με τους δικούς του όρους, και το ΠαΣοΚ θέλει να εντάξει τους πρόθυμους στον δικό του περίβολο.
Η Νέα Αριστερά απηύθυνε κάλεσμα για Λαϊκό Μέτωπο, ωστόσο από τις τοποθετήσεις στελεχών και συνέδρων φαίνεται ότι θέλει να βάλει «πόρτα» στο μαγαζί ώστε να μένουν έξω οι ανεπιθύμητοι, δηλαδή σχεδόν όλοι.
Αντίστοιχα, κανένας δεν δέχεται όρους από έναν πολιτικό σχηματισμό που παλεύει για κοινοβουλευτική επιβίωση. «Με ποιον να συνεργαστείς όταν ο άλλος μετριέται στο 1%-1,2%;» έλεγαν στελέχη του ΠαΣοΚ αλλά και όσοι κινούνται υποστηρικτικά προς τον Αλέξη Τσίπρα.
Από την άλλη πλευρά, ο πρώην πρωθυπουργός δεν βιάζεται και δεν «ψάχνεται». Δεν θέλει να φορτωθεί αποτυχημένα σχήματα, ούτε να γίνει συγκολλητική ουσία ενός χώρου που δεν συμφωνεί ούτε στα βασικά. Το νέο του εγχείρημα χτίζεται με όρους ηγεμονίας, όσο αυτό είναι εφικτό, και όχι διαχείρισης ή ισορροπιών.
Σε αυτό το κλίμα, ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς Αλέξης Χαρίτσης επιμένει στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός ευρύτερου πόλου, αλλά με σαφείς αποστάσεις από λύσεις που διαλύουν την αυτονομία του κόμματος.
Η Εφη Αχτσιόγλου και ο Δημήτρης Τζανακόπουλος εκφράζουν την πιο καθαρή εκδοχή της γραμμής υπέρ ενός Λαϊκού Μετώπου με πολιτικό βάθος και χρονικό ορίζοντα το παρόν, όχι ένα απροσδιόριστο μέλλον. Και οι δύο αντιμετωπίζουν τις πρωτοβουλίες του Τσίπρα με επιφύλαξη, όχι ως καθαυτό πρόβλημα, αλλά ως κίνδυνο αναπαραγωγής μιας πολιτικής λογικής που μεταθέτει τη συλλογική ευθύνη σε ένα πρόσωπο.
Για τον Νάσο Ηλιόπουλο, το Λαϊκό Μέτωπο είναι συστατικό στοιχείο της ταυτότητας της Νέας Αριστεράς, ενώ η οποιαδήποτε κίνηση του Αλέξη Τσίπρα θα πρέπει να κριθεί αυστηρά με βάση το αν ενισχύει ή αποδυναμώνει τις συλλογικές διαδικασίες της Αριστεράς.
Προσωποκεντρικός
Η πιο σκληρή πολιτική κριτική – που έχει πολλούς υποστηρικτές – διατυπώνεται από τον Νίκο Βούτση, ο οποίος αντιμετωπίζει τις πρωτοβουλίες του πρώην πρωθυπουργού ως τυπικό παράδειγμα προσωποκεντρικής στρατηγικής. Ο γραμματέας της Νέας Αριστεράς, Γαβριήλ Σακελλαρίδης δεν κρύβει τη δυσπιστία του απέναντι σε προσωποπαγή σχήματα, θεωρώντας ότι η επόμενη μέρα μετά από μια ενδεχόμενη κίνηση του Αλ. Τσίπρα δεν μπορεί να είναι ούτε άκριτη σύγκρουση ούτε αυτόματη σύμπλευση, αλλά μια δύσκολη διαδικασία καθαρών πολιτικών όρων.
Ετσι διαμορφώνεται ένα πολιτικό παράδοξο: όλοι μιλούν για ενότητα και για μέτωπα, αλλά κανένας δεν την επιδιώκει πραγματικά, επειδή θεωρούν τη συνεργασία αδυναμία.






