Από τη χρονιά της πανδημίας και έπειτα, έχω σταματήσει να κάνω υποθέσεις για το πώς θα εξελιχθεί κάθε νέο έτος, τι θα το σφραγίσει και τι θα το κάνει διαφορετικό από τα προηγούμενα. Αλλά για το νεοφερμένο 2026 έχω μια βεβαιότητα: ο ορθολογισμός θα τεθεί ακόμα πιο πολύ υπό σοβαρή αμφισβήτηση παντού στον δυτικό κόσμο – σίγουρα και στη χώρα μας.

Θυμάστε εκείνη την περίφημη συζήτηση για τις δύο Ελλάδες που ήταν αρκετά συνηθισμένη αρκετά χρόνια πριν; Στο θεώρημα αυτό ο καθένας έδινε διαφορετικό περιεχόμενο. Αλλος έλεγε πως υπάρχει η Ελλάδα που μοχθεί και μια άλλη που παρασιτεί, φοροδιαφεύγει, κοροϊδεύει. Αλλος μιλούσε για την Ελλάδα των τεχνών και του πολιτισμού, που είναι απέναντι στην Ελλάδα του λούμπεν και της βαρβαρότητας.

Αλλος μιλούσε για την Ελλάδα της προκοπής και την Ελλάδα που ονειρεύεται διαρκώς μια οπισθοδρόμηση. Η συνηθέστερη, ωστόσο, διαίρεση ήταν ανάμεσα στην Ελλάδα της λογικής και την Ελλάδα που είναι έτοιμη να πιστέψει σε οτιδήποτε εκτός λογικής, αρκεί αυτό να ικανοποιεί συλλογικές αυταπάτες – για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια έκφραση του συρμού.

Για αυτή την εσωτερική διαίρεση, όχι της Ελλάδας φυσικά, αλλά της κάθε χώρας, μιλούσαν για δεκαετίες παντού: πρώτα από όλα στις ΗΠΑ. Οι περιγραφές σού έδιναν την εντύπωση πως είχαμε να κάνουμε με δύο χώρες στο εσωτερικό της Αμερικής, οι οποίες ήταν κομμάτι δύσκολο να συνεννοηθούν, παρά τη «συστέγασή» τους – η διαφοροποίηση δεν είχε να κάνει απαραίτητα με πολιτικές αντιλήψεις όσο κυρίως με κοινωνικές.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρούνταν και στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία – ακόμα και στον ευρωπαϊκό Νότο, στον οποίο τις διαιρέσεις βοηθούσε με τη στάση της σε ορισμένες περιπτώσεις και η Εκκλησία: θυμηθείτε τους καιρούς που μάζευαν σε κάποιους ναούς υπογραφές ενάντια στις νέες ταυτότητες.

Στο εσωτερικό των δυτικών χωρών οι πολίτες διχάζονταν για πολλά: για τη στάση τους απέναντι στη θρησκεία, για αντιλήψεις που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον (ποιος έχει ξεχάσει τους διχασμούς που έχει προκαλέσει η χρήση της πυρηνικής ενέργειας, για παράδειγμα), για ζητήματα που άπτονται του οικογενειακού δικαίου κ.τ.λ. Οι διχασμοί συνεχίζονται και τώρα.

Ο διχασμός, ωστόσο, ανάμεσα στους ορθολογιστές και τους άλλους – δεν λέω τους λάτρεις του παραλόγου, γιατί απλά έχει χαθεί ο μπούσουλας –έχει πάψει να έχει νόημα. Γιατί; Γιατί ο ορθολογισμός σβήνει. Αργά αλλά σταθερά οι λάτρεις των θεωριών συνωμοσίας, όσοι πιστεύουν πως ο κόσμος είναι καθοδηγούμενος από αόρατες δυνάμεις και εκείνοι που θεωρούν πως δεν είμαστε παρά άβουλα, καθοδηγούμενα πιόνια, αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα. Μαζί τους συντάσσονται αρνητές της επιστήμης, φανατικοί θρησκόληπτοι, αρνητές της κλιματικής αλλαγής και λογιών λογιών «τρελαμένοι».

Τη χρονιά που μόλις αποχαιρετήσαμε παρατηρήθηκε η εξής καταπληκτική αντίφαση: από τη μία είχαμε μια τρομερή πρόοδο της επιστήμης, σε θέματα πραγματικά πολύ εξιδεικευμένα, και από την άλλη μια άνευ προηγουμένου αύξηση όσων λατρεύουν το μεταφυσικό και όσων πιστεύουν σε θεωρίες που δεν βάζει ανθρώπου νους.

Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό: θα έλεγα μάλιστα ότι είναι και κανόνας. Οσο προοδεύει η επιστήμη, τόσο μεγαλώνει το κοινό που δεν την εμπιστεύεται, που τη θεωρεί λόγου χάριν επικίνδυνη ή κατευθυνόμενη.

Ενώ, για παράδειγμα, ερχόμαστε όλο και πιο κοντά στην ανακάλυψη τρόπων αποτελεσματικής αντιμετώπισης του καρκίνου, τόσο διογκώνονται τα κάθε λογής κινήματα των αντιεμβολιαστών. Οσο αυξάνει η παραγωγή ενέργειας από εναλλακτικές πηγές, τόσο μεγαλώνει το πλήθος εκείνων που θεωρούν ότι οι ανεμογεννήτριες ή ακόμα και τα φωτοβολταϊκά καταστρέφουν το περιβάλλον, γιατί, για παράδειγμα, για χάρη τους καίγονται τα δάση καλοκαιριάτικα.

Οσο οι επιστήμονες προειδοποιούν για τις δραματικές επιπτώσεις που φέρνει η άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη, τόσο γιγαντώνεται ο αριθμός εκείνων που απαντούν ότι σύμφωνα με όσα τους έχει πει η γιαγιά τους, παλιά έβρεχε λιγότερο. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό: πιθανότατα είναι ένα είδος άμυνας του ανθρώπου που δεν μπορεί να καταλάβει την επιστημονική πρόοδο, οπότε ακριβώς επειδή δεν την αντιλαμβάνεται, την απορρίπτει. Μπορεί μάλιστα και να τη δαιμονοποιεί. Γιατί; Γιατί έτσι. Κάποτε όποιος δεν καταλάβαινε τι είναι η κβαντομηχανική, έλεγε ότι δεν υπάρχει ή χλεύαζε τον ίδιο τον επιστημονικό κόσμο για τη γλώσσα του, κρύβοντας πίσω από την ειρωνεία την άγνοιά του. Τώρα το πράγμα έχει γίνει χειρότερο: η επιστημονική γνώση τείνει να γίνει καταδικαστέα.

Στην καλύτερη, αντιμετωπίζεται με ένα είδος ανοχής. Ας κάνουν ό,τι θέλουν οι επιστήμονες, αρκεί να μην κυκλοφορούν αναμεσά μας. Διάφοροι άνθρωποι σε όλον τον πλανήτη φοβούνται πως θα γίνουν πειραματόζωα ή πως έχουν γίνει ήδη. Από ποιους; Δεν έχει σημασία. Αλλωστε σε ό,τι δεν απαντά η λογική, απαντά η μεταφυσική.

Η μεταφυσική έχει γοητεία. Το μυστήριο προκαλεί πάντα την ανάγκη για εξηγήσεις και οι εξηγήσεις, όσο παράλογες κι αν είναι, καλύπτουν κενά. Η επιστήμη, απεναντίας, είναι δύσκολη. Ευτυχώς λειτουργεί ακόμα το στερεότυπο που θέλει τον γονιό (όχι κάθε γονιό) να χαίρεται αναλογιζόμενος ότι το παιδί του μπορεί να γίνει επιστήμονας. Ο ορθολογισμός, όμως, δηλαδή ο καλύτερος φίλος της επιστήμης, ακριβώς επειδή δεν βασίζεται σε πτυχία και θέσεις, τελεί υπό διωγμόν.

Oχι μόνο έχει πάψει να είναι σεβαστός, αλλά προκαλεί και εκρήξεις – ακόμα και μίσος. Είναι σχεδόν αδύνατον να μιλήσεις ορθολογικά για τη μετανάστευση, τις οικονομικές στρεβλώσεις, τη χρήση των φαρμάκων – και αναφέρομαι σε απλά, φλέγοντα ζητήματα και όχι σε πιο σύνθετα. Ο κόσμος δεν θέλει να ακούει λογικά επιχειρήματα.

Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν κανόνες, δεν υπάρχουν καν δεδομένα, αν αυτά δεν εξυπηρετούν τη δική του λογική. Που δεν είναι απαραίτητο να βασίζεται στον ορθολογισμό: ο ορθολογισμός απαιτεί προσπάθεια.

Μέσα στο 2026, ο ορθολογισμός θα ζήσει δύσκολες μέρες. Τα social media βοηθούν πλέον ώστε ο κόσμος να ακούει ό,τι θέλει να ακούσει. Δημιουργείται σιγά-σιγά μια εντύπωση πως αρκεί κάτι να το επιθυμούν οι πολλοί για να συμβεί – ακόμη και αν αντίκειται στους νόμους της ίδιας της φύσης. Δεν υπάρχει επιχειρηματολογία, μόνο φωνές. Δεν υπάρχει διάθεση συμφωνίας, μόνο επίδειξη δύναμης. Πολύ φοβάμαι πως έτσι θα εξελιχθεί το έτος που μόλις ξεκίνησε, ως μια χρονιά που η επίδειξη δύναμης και οι φωνές θα γίνουν κανόνας.

Και το αληθινά ανησυχητικό είναι ότι οι φωνές δεν θα είναι ενάντια στην όποια επίδειξη υπεροχής, αλλά θα είναι μάλλον κάτι σαν αλαλαγμοί χαράς. Πανηγυρισμοί ενός κόσμου που, ενώ ξεκινά η εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, έχει αποφασίσει να πάρει οριστικά διαζύγιο από τη δική του νοημοσύνη.