Ο πόλεμος ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν είναι μια κρίσιμη στιγμή η οποία έχει το δυναμικό να αναδιατάξει πλήρως τη γεωπολιτική σκακιέρα στην ευρύτερη περιοχή. Οσον αφορά τις δυνητικές επιπτώσεις του στη διεθνή και την ελληνική οικονομία όμως, το κλειδί είναι η διάρκεια και η περιφερειακή κλιμάκωση της κρίσης.
Στο πιο αρνητικό σενάριο μιας αντιπαράθεσης σημαντικής διάρκειας και έντασης με περιφερειακή κλιμάκωση, υπάρχει πιθανότητα σημαντικών επιπτώσεων στην οικονομία. Βασικό κανάλι μετάδοσης είναι η ενέργεια: πιθανές αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα λειτουργούσαν υφεσιακά, τροφοδοτώντας δευτερογενώς και πληθωριστικές πιέσεις. Ιδίως σε περίπτωση επιθέσεων σε πλοία και παράταση του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, θα υπήρχαν πιέσεις στο κόστος μεταφοράς και τα ασφάλιστρα της ναυτιλίας. Η επιδείνωση της καταναλωτικής και της επενδυτικής εμπιστοσύνης από την αβεβαιότητα επίσης θα έπληττε την ανάπτυξη, ενώ η ροή του διεθνούς εμπορίου θα διαταρασσόταν, με επιπτώσεις και στην ευρωστία των εξαγωγικών επιχειρήσεων. Οσον αφορά τις χρηματαγορές, πιθανή παράταση των εχθροπραξιών θα οδηγούσε σε πτώση της επενδυτικής εμπιστοσύνης, πιέσεις στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, αύξηση στα ασφάλιστρα κινδύνου (risk premia) και πιθανή φυγή κεφαλαίων από την περιφέρεια, ενώ τα περιθώρια χρηματοδότησης κυβερνήσεων και επιχειρήσεων (spreads) θα αυξάνονταν. Αντίστροφα, χρηματοοικονομικά στοιχεία τα οποία θεωρούνται ασφαλή καταφύγια, όπως τα αμερικανικά ομόλογα, το ελβετικό φράγκο και ο χρυσός, θα βίωναν μια αύξηση της τιμής τους.
Αντίθετα, σε ένα καλό σενάριο χωρικού περιορισμού της αντιπαράθεσης και γρήγορης λήξης, και εφόσον προέκυπτε ένα πιο φιλελεύθερο και φιλοδυτικό καθεστώς στο Ιράν, οι όποιες επιπτώσεις στην οικονομία θα αποδεικνύονταν βραχύβιες και θα αναστρέφονταν ταχέως. Εν τη απουσία περιφερειακής κλιμάκωσης, χώρες οι οποίες λογίζονται ως ασφαλή καταφύγια, όπως η Ελλάδα, θα μπορούσαν έως και να ωφεληθούν, προσελκύοντας κεφάλαια και τουρισμό, τα οποία θα αποφεύγουν τις πληγείσες περιοχές.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι και πέρυσι η παγκόσμια οικονομία βίωσε πολλά σοκ (δασμοί, πόλεμος στην Ουκρανία, πρώτη φάση του πολέμου Ισραήλ – Ιράν) αλλά τα απορρόφησε χωρίς αξιοσημείωτες διακυμάνσεις, με την ανάπτυξη σε ΗΠΑ και ΕΕ να κλείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα και τις χρηματαγορές να καταγράφουν νέα ιστορικά υψηλά. Αυτό καταδεικνύει την ικανότητα των οικονομιών της αγοράς να αναδιατάσσουν ταχέως τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις οδεύσεις του διεθνούς εμπορίου, καθώς και την καινοτομικότητα και την αποτελεσματικότητά τους. Τέλος, η γενικευμένη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης υπόσχεται μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας. Ολα αυτά, τονώνουν την οικονομική δραστηριότητα και βοηθούν να αντισταθμιστούν τα όποια περιφερειακά σοκ, αρκεί βέβαια αυτά να μην εξελιχθούν σε κάτι ευρύτερο.
Οσον αφορά την Ελλάδα ειδικότερα, υπάρχουν επιπρόσθετα αντισταθμιστικά εργαλεία για την περίπτωση που υλοποιείτο το αρνητικό σενάριο. Πρώτον, υπάρχει το Ταμείο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, από το οποίο απομένουν αρκετοί ακόμη πόροι να διοχετευθούν στην οικονομία φέτος, καθώς και τα επόμενα δύο χρόνια στο σκέλος των δανείων. Δεδομένου ότι η υλοποίηση του προγράμματος αυτού δεν εξαρτάται από το επενδυτικό περιβάλλον, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό αντικυκλικό εργαλείο. Δεύτερον, οι εξελίξεις τονίζουν και αυξάνουν τη γεωπολιτική σημασία της χώρας, ως προκεχωρημένου φυλακίου του δυτικού κόσμου, και κρίσιμου κόμβου στα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, προσώπων και δεδομένων. Ελπίζεται ότι η κατανόηση αυτή θα μεταφραστεί τα επόμενα χρόνια και σε απτές επενδυτικές πρωτοβουλίες.
Ο κ. Τάσος Αναστασάτος είναι επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου της Eurobank και πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΕΤ.



