Η αντιμετώπιση του Ντόναλντ Τραμπ ως ενός απλού ατυχήματος της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας έχει εξελιχθεί σε μορφή αναλυτικής παρηγοριάς. Καθησυχάζει, επειδή υπονοεί πως ό,τι συνέβη ήταν μεμονωμένη παρέκκλιση της δημοκρατικής κανονικότητας – προσωρινή και τελικά αυτοδιορθώσιμη. Αποφεύγεται έτσι ένα πιο ανησυχητικό ερώτημα: όχι γιατί η εκλογή του κατέστη δυνατή, αλλά γιατί άργησε τόσο να εμφανιστεί μια τέτοια μορφή στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας.
Μια γόνιμη οπτική για το ζήτημα προσφέρει ο αυστριακός συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942). Ο Μούζιλ δεν θεωρούσε τη βλακεία ως ατομική έλλειψη νοημοσύνης, πολύ λιγότερο ως ηθική ανεπάρκεια. Τη θεωρούσε κοινωνικό φαινόμενο που υπακούει λιγότερο στην ψυχολογία ή την ηθική και περισσότερο σε κάτι που αφορά τη γεωμετρική οπτική: η βλακεία δεν επικρατεί επειδή πείθει, αλλά επειδή αντανακλά τον εαυτό της. Μια φτωχή ιδέα τείνει να σταθεροποιείται όταν αντανακλάται σε ομοειδείς της μορφές. Η επανάληψη εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση και η επιβεβαίωση ως τεκμήριο. Κάθε αντανάκλαση λειτουργεί ως απόδειξη. Η αναγνώριση παίρνει τη θέση της αλήθειας. O,τι κυκλοφορεί ευρέως αρχίζει να φαίνεται αυτονόητο. Σε περιβάλλοντα διάχυτης αντανάκλασης η βλακεία δεν διαδίδεται απλώς· σταθεροποιείται.
Eτσι εξηγείται και η ανθεκτικότητά της. Η βλακεία κινείται με ευκολία, επειδή είναι άμεσα αναγνώσιμη, αναπαραγώγιμη, εναλλάξιμη. Δεν απαιτεί προσπάθεια ούτε απόσταση. Αρκεί να εμφανίζεται αλλού για να αισθάνεται δικαιωμένη. Αυτοεπιβεβαιώνεται αδιάκοπα. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται απλώς κυρίαρχη, αλλά κανονιστική.
Η ευφυΐα λειτουργεί υπό αντίστροφους περιορισμούς. Δεν αντανακλάται εύκολα, επειδή τη διαπερνά η αμφιβολία. Απαιτεί ακρίβεια, αποχρώσεις και ανοχή στην αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται απεριόριστα χωρίς να παραμορφώνεται. Χωρίς κοινωνικούς καθρέφτες βρίσκει ελάχιστο αντίλαλο. Παραμένει απομονωμένη και σταδιακά διαλύεται μέσα στον θόρυβο, μέσα στο κοινωνικό σύμπαν, και τελικά – ας επιτραπεί η ποιητική άδεια – στο σύμπαν γενικότερα. Εκεί όπου η βλακεία ενισχύεται από την ορατότητα, η ευφυΐα διαβρώνεται από την κριτική αμφιβολία.
Η οπτική αυτή συνδέεται στενά με τη διανοητική συγκρότηση του Μούζιλ. Εκπαιδευμένος ως μηχανικός και βαθιά επηρεασμένος από τις θετικές επιστήμες, έγραφε με αναλυτική ψυχραιμία, όχι με ηθική αγανάκτηση. Το ύφος του ανήκει λιγότερο στην εξπρεσιονιστική ένταση του 20ού αιώνα και περισσότερο στην ψυχρή παρατηρητικότητα του 18ου. Ο Μούζιλ δεν κατήγγελλε τη βλακεία· περιέγραφε τους μηχανισμούς της.
Εφαρμοσμένο στον Τραμπ, αυτό το σχήμα διαλύει την ψευδαίσθηση της εξαίρεσης. Ο λόγος του, φτωχός σε ουσία, είναι πλουσιότατος σε έμμεσες επιβεβαιώσεις. Δεν επιδιώκει να πείσει· επιδιώκει να αναγνωριστεί. Δεν επιχειρηματολογεί· επαναλαμβάνει. Και αυτό λειτουργεί επειδή δρα σε χώρο ήδη κορεσμένο από αντανακλάσεις. Δεν χρειάζεται να είναι αληθινός για να είναι αποτελεσματικός· αρκεί να είναι αναγνωρίσιμος. Η πρόσφατη παρέμβασή του προς τον πρωθυπουργό της Νορβηγίας – όπου επικαλέστηκε τη μη απονομή σε αυτόν του Νομπέλ Ειρήνης ως επιχείρημα για τη σκληρότερη στάση του έναντι της Γροιλανδίας – αποτελεί ένα «χημικά καθαρό» παράδειγμα αυτού του μηχανισμού. Το κείμενο δεν παρέχει συμφραζόμενα, δεν θέτει ερωτήματα, δεν αφήνει χώρο στην αμφιβολία. Είναι πραγματολογικά ισχνό αλλά εσωτερικά συνεκτικό. Προϋποθέτει έναν κόσμο στον οποίο η αυτοδιακήρυξη λειτουργεί ως απόδειξη, όπου το να δηλώνει κανείς την αξία του αρκεί ήδη ως τεκμήριο.
Το πολιτικό ερώτημα που προκύπτει είναι ανησυχητικό για κάθε σκεπτόμενο πολίτη. Η σύγχρονη δημοκρατία δεν διορθώνει αυτόματα τέτοιου τύπου φαινόμενα. Δομημένη πάνω στην τυπική ισότητα των φωνών, ανεξαρτήτως ποιότητας ιδεών, δεν είναι καθεστώς αλήθειας αλλά καθεστώς κυκλοφορίας ιδεών. Οργανώνει την έκφραση, όχι την εγκυρότητα. Και η διαπίστωση αυτή δεν υποδηλώνει περιφρόνηση προς τη δημοκρατία, αλλά στοιχειώδη μέριμνα για την επιβίωσή της.
Οι φιλελεύθερες κοινωνίες γνωρίζουν από καιρό ότι η ανοχή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη χωρίς να γίνεται αυτοϋπονομευτική (Πόπερ). Το ζήτημα δεν είναι η διαφωνία ούτε ο ενδεχομένως βίαιος αντιδημοφιλής λόγος, αλλά η δράση που αποσκοπεί στη διάλυση του πλαισίου που καθιστά δυνατή αυτήν ακριβώς τη δημοκρατική διαφωνία.
Μια δημοκρατία που απλώς αντανακλά ό,τι κυκλοφορεί, χωρίς να διαφυλάσσει τα μέσα αντίστασης σε ό,τι τη διαβρώνει, συναινεί στην ίδια της την αποδυνάμωση. Γίνεται σχεδόν μαζοχιστική όταν συγχέει την έκφραση με την επικύρωση και την ορατότητα με τη νομιμοποίηση. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Τραμπ δεν αποκαλύπτει μια έκτακτη κρίση της δημοκρατίας, αλλά τους συνήθεις μηχανισμούς της. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον πώς κατέστη δυνατός ο Τραμπ, αλλά αν η δημοκρατία μπορεί να επιβιώσει ως καθεστώς αλήθειας όταν έχει πλήρως υποκύψει στην αυτοσταθεροποιούμενη οπτική της ίδιας της βλακείας.
Ο κ. Διονύσιος Δερβής-Μπουρνιάς είναι διευθυντής ορχήστρας, ιδρυτής του φεστιβάλ Festum π.



