Για πολλές δεκαετίες η ενεργειακή πολιτική δεν υπήρξε προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). Η έλλειψη αυτή επέτρεπε στα κράτη-μέλη να ακολουθούν εθνικές στρατηγικές, διαφοροποιημένες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Η Γαλλία, λόγου χάρη, επέμενε στο μοντέλο του πυρηνικού αντιδραστήρα, η Πολωνία στον άνθρακα, η Ελλάδα στον λιγνίτη, η Γερμανία μετά τη Φουκουσίμα εγκατέλειψε το πυρηνικό μοντέλο και κάλυψε τις ανάγκες της με εισαγωγές αερίου από τη Ρωσία. Οι ποικίλες εξαρτήσεις που ακολουθούσαν αυτές τις επιλογές αμβλύνονταν μέσα σε ένα κλίμα παγκοσμιοποίησης, φιλελευθερισμού και διεθνούς εμπορίου.

Μετά την υιοθέτηση κλιματικών στόχων, η έλλειψη ευρωπαϊκής συνεκτικής στρατηγικής έγινε εμφανής. Η αποσπασματική πολιτική χρηματοδοτικών κινήτρων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το 2024 το ποσοστό ανανεώσιμων ξεπέρασε το ένα τρίτο της παραγωγής, αλλά οι ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρισμού ήταν τριπλάσιες από την Κίνα και τις ΗΠΑ, ενώ είχαν τεράστιες διακυμάνσεις από χώρα σε χώρα εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη.

Υστερα ήλθε η απότομη αφύπνιση. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την εκλογή Τραμπ μετεβλήθη ο ρυθμός του κόσμου και ανέτειλε το παρόν γεωπολιτικό περιβάλλον της πλήρους αβεβαιότητας, όπου η ισχύς του δικαίου αντικαθίσταται από το δίκαιο του ισχυροτέρου. Τώρα μπροστά στην ΕΕ υπάρχει τριπλή υπαρξιακή πρόκληση: αυτονομία, ανταγωνιστικότητα, απανθρακοποίηση. Η ενεργειακή επάρκεια γίνεται προϋπόθεση επιβίωσης. Πώς θα επιτευχθεί;

Ο πόλεμος στο Ιράν έφερε τον πανικό της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και διέλυσε τις αυταπάτες ότι η ενεργειακή αυτονομία της ΕΕ μπορεί να είναι συμβατή με τα ορυκτά καύσιμα. Η χρήση της πυρηνικής ενέργειας προβάλλει ως λύση. Η περασμένη εβδομάδα ήταν καθοριστική. Ο πρόεδρος Μακρόν συγκάλεσε στο Παρίσι Σύνοδο Κορυφής, όπου ηγέτες πολλών χωρών διακήρυξαν τη φιλία τους προς την πυρηνική ενέργεια (ή την επανασυμφιλίωσή τους). Η πρόεδρος της Κομισιόν ανακοίνωσε τη χρηματοδότηση προγράμματος για καινοτόμες πυρηνικές τεχνολογίες με εγγύηση 200 εκατ. ευρώ, την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης (σήμερα χρειαζονται 10 χρόνια) και τον συντονισμό των κρατών-μελών. Πρόκειται λοιπόν για κάτι περισσότερο από φιλία. Ωστόσο, η χρήση της πυρηνικής ενέργειας εξακολουθεί να διχάζει τους πολίτες, ενημερωμένους ή μη. Επιχειρώ μια αναφορά στα δεδομένα:

H πυρηνική ενέργεια δεν είναι ανανεώσιμη. Χρησιμοποιεί ορυκτό καύσιμο και χρειάζεται τεράστιες και κοστοβόρες υποδομές τσιμέντου και νερού για την κατασκευή  του αντιδραστήρα και την αποθήκευση των καταλοίπων. Ομως, έχει μικρό κόστος παραγωγής και δεν χρειάζεται εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Αντιθέτως, δρα εξισορροπητικά στο δίκτυο ηλεκτροπαραγωγής.

Η ιστορία της σημαδεύτηκε από τις μεγάλες τραγωδίες στις ΗΠΑ, στο Τσερνόμπιλ και στη Φουκουσίμα, που οδήγησαν σε σκλήρυνση των όρων ασφαλείας και κλείσιμο εγκαταστάσεων. Παρ’ όλα αυτά, και σήμερα δίνει το 13% της ενέργειας στην ΕΕ.

Τα τελευταία χρόνια η εξέλιξή της υπήρξε αλματώδης. Οι επιστημονικές μελέτες συμφωνούν ότι η ασφάλεια στις νέες εγκαταστάσεις μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστική χάρη στα παθητικά (χωρίς ηλεκτρισμό) συστήματα ψύξης και τις σχεδιαστικές καινοτομίες. Αλλά η εντυπωσιακή καινοτομία είναι η λειτουργία μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων.

Οι μικροί αντιδραστήρες δοκιμάζουν νέα καύσιμα, όπως το HALEU το TRISO Fuel, που αντέχουν σε ακραίες θερμοκρασίες, χρειάζονται μικρότερο πυρήνα εγκατάστασης και κατακρατούν τα ραδιενεργά υλικά σε περίπτωση ατυχήματος. Δεν χρησιμοποιούν νερό για τα συστήματα ψύξης, αλλά νέα υλικά: νάτριο, φθόριο, ήλιο. Διαθέτουν παθητικά συστήματα ασφαλείας. Κατασκευάζονται σε μικρές μονάδες και συναρμολογούνται επί τόπου. Μια νέα κατηγορία είναι οι μικροαντιδραστήρες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη τοπικών αναγκών σε νησιά, σε ενεργοβόρα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων (data centers) και βιομηχανίες. Η πιο ενδιαφέρουσα χρήση θα μπορούσε να είναι η ναυτιλία. (Εχει γίνει ηδη εφαρμογή σε ρωσικό παγοθραυστικό.)

Είναι αναμενόμενο ο τομέας αυτός να συγκεντρώνει παγκόσμιο επενδυτικό ενδιαφέρον και να προκαλεί σκληρό ανταγωνισμό ανάμεσα σε χώρες που παράγουν ή βρίσκονται κοντά στην παραγωγή μικρών αντιδραστήρων. Η ΕΕ λοιπόν σωστά εκδηλώνει ενδιαφέρον και χρηματοδοτεί τη συμμετοχή της στην παραγωγή. Η Ελλάδα, χώρα νησιωτική, με ισχυρά ναυτιλιακά συμφέροντα, δεν μπορεί να είναι αδιάφορη ή εχθρική εκ των προτέρων. Η απόφαση του έλληνα πρωθυπουργού να την τοποθετήσει στο τραπέζι των συζητήσεων είναι σωστή. Η χώρα έχει τις δυνατότητες και το επιστημονικό δυναμικό να ανταποκριθεί, οργανώνοντας την όποια ευκαιρία με τον καλό εαυτό της και απόλυτο σεβασμό στην επιστήμη.

Χρειάζεται ωστόσο να αποσαφηνιστούν ορισμένα δεδομένα:

Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι λύση του αύριο. Χρειάζεται μία δεκαετία ή εικοσαετία για να γίνει η παραγωγή των μικρών αντιδραστήρων πλήρως ασφαλής, εμπορικά βιώσιμη και μαζική, ώστε το κατασκευαστικό κόστος να είναι προσιτό. Επιπλέον, μετά την απόφαση μιας χώρας για χρήση μεσολαβεί μακρόχρονη διαδικασία πρόσβασης.

Εν τω μεταξύ, η επιβεβλημένη απανθρακοποίηση έχει μία μόνη διέξοδο. Την πράσινη μετάβαση. Η ΕΕ και η Ελλάδα σωστά λοιπόν θα συνεχίσουν να επενδύουν στις ανανεώσιμες, κυρίως στην αποθήκευση και τα δίκτυα. Η εξαγγελία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχετικού πακέτου με πενταπλασιασμό του προϋπολογισμού ενέργειας είναι ενθαρρυντικό σημάδι, αλλά δεν αρκεί. Απαιτούνται και αποφασιστικά μέτρα ενοποίησης της ευρωπαϊκής αγοράς. Αν αυτό δεν γίνει, οι ακριβές τιμές ενέργειας και οι αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες θα οδηγήσουν σε πλήρη αρνητισμό των πολιτών απέναντι στην προσπάθεια.

Η κυρία Μαρία Δαμανάκη είναι πρώην επίτροπος της ΕΕ.