Τον περασμένο Δεκέμβριο πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο επιστημονική συνάντηση για την τύχη του κτιρίου Ξενία της Ανδρου, που σχεδιάστηκε το 1958 από τον Αρη Κωνσταντινίδη. Στη συνάντηση, οργανωμένη από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων σε συνεργασία με την Εταιρεία Ανδρίων Επιστημόνων, συμμετείχε και ο δήμαρχος Ανδρου Θεοδόσης Σουσούδης. Η συμμετοχή του δημάρχου ήταν εμφανώς φορτισμένη, καθώς μετατράπηκε σε κραυγή βοήθειας όσων έχουν θεσμική ευθύνη για τη μοίρα του κτιρίου, αλλά και σε προβληματισμό για τη σχέση του ερειπίου με τον τόπο και την κοινωνία της Ανδρου. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για τη διάσωση ενός «έργου τέχνης» αλλά και για την πρόσληψη από την τοπική κοινότητα του κτιρίου ενός δημιουργού που έχει εμβληματική θέση στην ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα.

Αν κανείς προσπαθήσει να βάλει σε τάξη τις διάφορες απόψεις, θα πρέπει να δει το θέμα ως εξής: μετά την παραχώρηση του Ξενία από την ΕΤΑΔ στον Δήμο Ανδρου, είναι κατ’ αρχάς αναγκαίο, πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, να αποφασιστεί η νέα χρήση του. Τούτο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη μελέτη αποκατάστασης του κτιρίου, διότι θεωρείται βέβαιο ότι θα χρειαστούν μετατροπές στο εσωτερικό του κελύφους. Το ενδεχόμενο των εσωτερικών μετατροπών μπορεί να είναι δυσάρεστο ή και απεχθές για τους λάτρεις της αυθεντικότητας του αρχικού σχεδιασμού, αλλά είναι το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί τη μελλοντική βιωσιμότητα του ακινήτου. Οι μετατροπές στους εσωτερικούς χώρους συνιστούν άλλωστε μια προσέγγιση επιστημονικά αποδεκτή, ειδικά για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική και για εκείνη μετά το 1945. Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος: ο προσδιορισμός της νέας χρήσης, και ενδεχομένως του νέου χρήστη, μπορεί επίσης να εξασφαλίσει χρηματοδοτικά εργαλεία δημόσιας ή ιδιωτικής προέλευσης.

Η μελέτη αποκατάστασης που θα ακολουθήσει οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη νέα χρήση. Η μελέτη αυτή πρέπει να είναι αναλυτική, τόσο από τεχνική όσο και από οικονομική άποψη, και η βιωσιμότητά της πρέπει να αξιολογηθεί σχολαστικά. Οποιαδήποτε επιστημονική γνώμη για τη δυνατότητα αποκατάστασης του έργου, όσο και αν φέρεται ως έγκυρη και αξιόπιστη, οφείλει να τεκμηριωθεί με ακρίβεια. Ο συνολικός όγκος του εξωτερικού κελύφους, η μορφή και οι διαστάσεις των πλήρων και των κενών, οι διατομές των ορατών φερόντων στοιχείων, τα υλικά κατασκευής όπως οι λιθοδομές, τα επιχρίσματα και οι χρωματισμοί του κτιρίου, δεν μπορούν ούτε κατ’ ελάχιστο να αλλοιωθούν. Οποιαδήποτε παραβίαση αυτών των παραμέτρων σημαίνει ακύρωση της μελέτης. Αλλωστε, ένα από τα σπουδαιότερα χαρίσματα αυτού του έργου είναι οι λιτές αναλογίες στη σχέση τους με το περιβάλλον του παραδοσιακού οικισμού, η αίσθηση της ένταξης στο φυσικό και το ανθρωπογενές τοπίο.

Αν η μελέτη αποκατάστασης αδυνατεί να ανταποκριθεί στην προϋπόθεση πιστής αναπαραγωγής του εξωτερικού κελύφους, ή θεωρηθεί ανέφικτη λόγω υπερβολικού κόστους, τότε είναι επιστημονικά και μεθοδολογικά αποδεκτή η λύση της ριζικής ανακατασκευής του κτιρίου. Οπως έχουμε ήδη επισημάνει («Το Βήμα», 28/9/2025), η μερική ή συνολική ανακατασκευή έργων του 20ού αιώνα, με βάση τα πρωτότυπα σχέδια ή/και το υλοποιημένο ερείπιο, έχει βρει πολλά πεδία εφαρμογής διεθνώς. Η τελεσίδικη απώλεια ενός σημαντικού αρχιτεκτονήματος είναι πολύ πιο οδυνηρή από τη διάσωσή του μέσω της πιστής ανακατασκευής, η οποία άλλωστε είναι οικονομικότερη σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις.

Για όλα τα παραπάνω είναι απαραίτητη η ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινωνίας ως προς τη σημασία του έργου και την υπεραξία που η διάσωσή του μπορεί να δώσει στο νησί της Ανδρου. Αυτό τονίζουν άλλωστε όλες οι διεθνείς «διακηρύξεις» για την προστασία της νεότερης αρχιτεκτονικής: τη σημασία της ενημέρωσης και «εκπαίδευσης» των πολιτών. Γιατί όμως τόση επιμονή; Την καλύτερη απάντηση την έδωσε στην επιστημονική συνάντηση η Σοφία Αυγερινού-Κολώνια, που εύστοχα επισήμανε ότι η διάσωση του Ξενία της Ανδρου έχει εμβληματική σημασία για την προστασία και τις αντιλήψεις αποκατάστασης της αρχιτεκτονικής συνολικά του ελληνικού 20ού αιώνα.

Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, μέλος της Accademia delle Arti del Disegno της Φλωρεντίας.