Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

To κάπως μακρινό πλέον 2010, ο άγγλος κινηματογραφικός παραγωγός Γκρέιαμ Κινγκ είχε μια ενδιαφέρουσα ιδέα: να γυριστεί μια ταινία για το βρετανικό συγκρότημα των Queen και τον frontman τους, Φρέντι Μέρκιουρι (1946-1991). To project ξεκίνησε το 2011, με τον Σάσα Μπάρον Κόεν να επιλέγεται για να υποδυθεί τον Μέρκιουρι, και εξελίχθηκε σε καταστροφή. Οι παραγωγοί έβλεπαν στον Κόεν τον κωμικό που μας είχε δώσει τον Μπόρατ, ο ίδιος ο ηθοποιός ήθελε να κάνει στροφή στην καριέρα του για να παίξει έναν ρόλο αληθινά δραματικό – δεν υπήρξε δυνατότητα ούτε κατανόησης ούτε συνεργασίας.

Το 2014 η ταινία φαινόταν αδύνατον να προχωρήσει, μέχρι που τον Νοέμβριο του 2016 εμφανίστηκε για να πάρει τον ρόλο του πρωταγωνιστή ο Ράμι Μάλεκ – ανερχόμενος και έτοιμος να αρπάξει την ευκαιρία. Αλλά και πάλι το φιλμ έμοιαζε καταραμένο. Την ίδια εποχή, τη σκηνοθεσία του ανέλαβε ο Μπράιαν Σίνγκερ. Απολύθηκε τον Δεκέμβριο του 2017, λίγο πριν από το τέλος των γυρισμάτων, λόγω συχνών συγκρούσεων με τους παραγωγούς – μεταξύ των οποίων ήταν και τα εν ζωή μέλη του ιστορικού συγκροτήματος – καθώς και με τους πρωταγωνιστές.

Την ολοκλήρωση του εγχειρήματος ανέλαβε ο Ντέξτερ Φλέτσερ, ο οποίος ήταν και η αρχική επιλογή για την καρέκλα του σκηνοθέτη – σύμφωνα όμως με τις οδηγίες της Ενωσης Σκηνοθετών, το όνομά του μπήκε στους τίτλους της ταινίας με την ιδιότητα του εκτελεστικού παραγωγού, και ο Σίνγκερ αναφέρθηκε ως ο μοναδικός σκηνοθέτης. Το «Bohemian Rhapsody», όπως βαφτίστηκε η ταινία, έκανε πρεμιέρα με μια ειδική προβολή στο Στάδιο Γουέμπλεϊ του Λονδίνου στις 23 Οκτωβρίου του 2018. Ελάχιστοι έγραψαν κάτι καλό για αυτή. Οι κριτικοί τόνισαν ότι δεν έχει σκηνοθέτη(!), καθώς άλλος την ξεκίνησε και άλλος την τελείωσε.

Οι μουσικοί δημοσιογράφοι και γνώστες του συγκροτήματος επισήμαναν δεκάδες ανακρίβειες. Επιπλέον, το φινάλε της ταινίας έμοιαζε αμήχανο, καθώς όλα ολοκληρώνονται με μια συναυλία των Queen και ενώ ο Μέρκιουρι είναι ήδη άρρωστος. Ωστόσο, η επιτυχία στο box office υπήρξε μοναδική: οι παγκόσμιες εισπράξεις ξεπέρασαν τα 910 εκατομμύρια δολάρια, ενώ ο προϋπολογισμός της παραγωγής δεν ξεπερνούσε τα 55!

Αυτό και μόνο έγινε σοβαρός λόγος για να προχωρήσουν στη συνέχεια μια σειρά από φιλμ με ήρωες παγκόσμιους σταρ της μουσικής: είδαμε μια ωραία ταινία για τον Ελβις, και λιγότερο καλές – αλλά πάντα προσοδοφόρες – παραγωγές για τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μπρους Σπρίνγκστιν, την Εϊμι Γουάινχαουζ, τον Μπομπ Μάρλεϊ. Η τάση ταξίδεψε και σε άλλες, μη αγγλόφωνες, χώρες. Στην Ιταλία έγινε ταινία η ζωή της Τζιάνα Νανίνι, στη Γαλλία η ζωή του Σαρλ Αζναβούρ, στην Ελλάδα έγιναν ουρές για το «Υπάρχω» – την ιστορία του Στέλιου Καζαντζίδη. Και κάπως έτσι φθάσαμε να γίνεται παγκοσμίως χαμός με το πρόσφατο «Michael», δηλαδή την κινηματογραφική βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον. Η οποία πατάει ακριβώς στον δρόμο που χάραξε το «Bohemian Rhapsody» – όχι τυχαία, καθώς και σε αυτό παραγωγός είναι ο πανέξυπνος Γκρέιαμ Κινγκ.

Οι δομικές ομοιότητες είναι πολλές. Και στις δύο ταινίες υπάρχει ένας πρωταγωνιστής που μοιάζει εμφανισιακά πάρα πολύ με τον ήρωα την ιστορία του οποίου παρακολουθούμε. Και οι δύο ταινίες ολοκληρώνονται με τον ήρωα να δίνει μια συναυλία.

Και στις δύο περιπτώσεις όλα όσα βλέπουμε έχουν λάβει την έγκριση κάποιων εμπλεκόμενων στην παραγωγή supervisors που έχουν προσωπικό ενδιαφέρον/συμφέρον για το τελικό αποτέλεσμα: στη μία περίπτωση είναι οι Queen, στην άλλη ο πανίσχυρος οργανισμός διαχείρισης της κληρονομιάς του Τζάκσον. Και στις δύο ταινίες δεν υπάρχει αναφορά σε μερικές ζόρικες ιστορίες με πρωταγωνιστή τον ήρωά τους: το «Michael» είναι η απόλυτη αγιογραφία – το «Bohemian Rhapsody» αφήνει να φανούν τουλάχιστον και μερικές από τις «ρωγμές» του Μέρκιουρι. Αλλά και στις δύο ταινίες το κοινό που κατευθύνεται στα σινεμά, πηγαίνει γιατί ξέρει πως θα δει τον ήρωα που θα ήθελε να έχει: όχι έναν πραγματικό άνθρωπο (με τις μεγάλες του αρετές και τα ελαττώματά του), αλλά το είδωλό του.

Διασκεδάζει με τα τραγούδια του, παρακολουθεί και χαίρεται την πορεία του προς την καταξίωση, θυμάται γιατί τον αγάπησε, ενθουσιάζεται κυρίως με τη μουσική και τα τραγούδια. Είναι εντυπωσιακό, αλλά το ίδιο ακριβώς συνέβη και στο δικό μας «Υπάρχω». Που και αυτό σταματά ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να ασχοληθεί με κάποιες πτυχές της ιστορίας του Καζαντζίδη οι οποίες δεν είναι και οι πιο γοητευτικές. Αλλά ελάχιστους από αυτούς που έτρεξαν στα σινεμά τούς ενόχλησε αυτό – ίσα ίσα.

Ομολογώ πως παρακολουθώ το πράγμα με ενδιαφέρον, εστιάζοντας κυρίως στην αποδοχή που έχουν οι ταινίες αυτές από το κοινό. Εχουν λάβει μέτριες κριτικές, ξεχνιούνται μάλλον γρήγορα, δεν διακρίνονται για τη δραματουργική τους βαρύτητα (αν και ο Μάλεκ απέσπασε το Οσκαρ α’ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του ως Μέρκιουρι, ενώ το «Bohemian Rhapsody» τιμήθηκε με ακόμη τρία χρυσά αγαλματίδια, στις κατηγορίες μοντάζ, μείξης ήχου και μοντάζ ήχου).

Τέτοιες ταινίες αρέσουν σε αυτούς που τρέχουν να τις δουν. Ακόμα και στην Ελλάδα, στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας «Michael», εμφανίστηκαν άνθρωποι ντυμένοι όπως ο πάλαι ποτέ βασιλιάς της ποπ, ενώ την ώρα που ακούγονται τα τραγούδια του δεν λείπουν τα ρυθμικά χειροκροτήματα. Μου λένε ότι σε μερικά σινεμά ο κόσμος χορεύει κιόλας: δεν το αποκλείω. Το βέβαιο είναι ότι όποιος πάει να δει την ταινία δεν θέλει να δει ούτε αν ο Μάικλ Τζάκσον ήταν παιδόφιλος, ούτε αν κατηγορήθηκε άδικα.

Θέλει να δει τον δικό του Μάικλ: αυτόν που τον έκανε να χορεύει, να στήνεται στο MTV για να δει το βιντεοκλίπ τού «BillIe Jean», αυτόν που έγραψε (μαζί με τον Λάιονελ Ρίτσι) τους στίχους για το φιλανθρωπικό single «We Are the World», το οποίο ηχογράφησε για το ομότιτλο άλμπουμ μαζί με όλους τους μεγάλους αμερικανούς αστέρες της εποχής σχηματίζοντας εν μιά νυκτί το supergroup USA for Africa – κι ας μην υπάρχουν καν όλα αυτά στην ταινία.

Το σινεμά μάς έκανε να το αγαπήσουμε γιατί μας διηγήθηκε με τον τρόπο του καταπληκτικές ιστορίες. Σήμερα έχουμε φτάσει μαζί του σε μια άλλου είδους σχέση: πάμε στις αίθουσες για να δούμε ιστορίες πραγματικών ειδώλων όπως εμείς θα θέλαμε να είναι. Οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, οι ηθοποιοί δουλεύουν με σκοπό να ικανοποιήσουν το δικό μας γούστο – εννοώ το γούστο των φανατικών οπαδών του ειδώλου που συμβαίνει να είναι πάρα, μα πάρα πολλοί.

Μάλιστα, και η εμπορική επιτυχία αυτών των ταινιών εξαρτάται κυρίως από το πόσους οπαδούς έχει αυτός που αγιογραφείται, αλλά και από το πόσο πολύ αγιογραφείται. Ο Ντίλαν π.χ. δεν έχει πάρα πολλούς πιστούς που να περιμένουν έναν άγιο. Ο Σπρίνγκστιν δεν χρειάζεται καν αγιοποίηση. Ο Μάρλεϊ δεν μπορεί να πουλήσει ως άγιος. Ο Πρίσλεϊ έχει αγιοποιηθεί χρόνια πριν γίνει η ταινία του. Ο Μάικλ έχει εκατομμύρια πιστούς. Που τρέχουν να χορέψουν στα σινεμά με την αγιοποίησή του.