Τροχιές ενός διαχρονικού στοχαστή της Ιστορίας
Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης
«Γυρίσαμε και πάλι στον κόσμο του Θουκυδίδη» έγραφε το 2021 ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πρίνστον Γουόλτερ Ρόμπερτ Κόνορ στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του κλασικού βιβλίου του Θουκυδίδης (εκδ. Gutenberg, 2022). «Επηρμένοι δημαγωγοί, απερίσκεπτες εισβολές, μαζικές σφαγές, ήττες, εμφύλιες διαμάχες, καταστροφικές αποχωρήσεις, θηριωδίες και διατάραξη της φυσικής τάξης», όλα τα δεινά του πρώιμου 21ου αιώνα, της πανδημίας μη εξαιρουμένης, έμοιαζαν να παραπέμπουν στην ξυγγραφήν του αθηναίου ιστορικού, την αφήγηση μιας περιόδου σύρραξης, ταραχών και ολοκληρωτικής ανατροπής των εύθραυστων ισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί κατά την πεντηκονταετία μετά τους Περσικούς Πολέμους. Ο ίδιος ο Κόνορ, όμως, όπως σημειώνει, είχε στραφεί στον Θουκυδίδη αναζητώντας απαντήσεις στη δική του εποχή βάναυσων πολέμων – και ήταν ένας μόνο από πολλούς οι οποίοι κατά καιρούς στην ανάδυση της αθηναϊκής αυτοκρατορίας, την «ύποπτο ανακωχή» μετά τη Νικίειο Ειρήνη, τη Σικελική Εκστρατεία, είδαν αναλογίες με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βιετνάμ. Η επιστράτευσή του ως πολιτικού θεωρητικού ή διδάσκαλου στο πεδίο των διεθνών σχέσεων από διανοούμενους ποικίλων πολιτικών τάσεων είναι χαρακτηριστική της απήχησης και ενίοτε των παραναγνώσεών του: με τους δικούς του φακούς ο Λέο Στράους διερεύνησε το πρόβλημα της ηγεσίας στη δημοκρατία και η Ζακλίν ντε Ρομιγί ανέλυσε την πορεία του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού, αλλά επίσης ο Ντόναλντ Κέιγκαν αποπειράθηκε να θεμελιώσει τη νεοσυντηρητική προσέγγιση της διεθνούς τάξης και ο Γκρέιαμ Τ. Αλισον να πλαισιώσει εντυπωσιοθηρικά τον παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Η πρόσφατη επικαιρότητα του ιστορικού του Πελοποννησιακού Πολέμου, στον απόηχο του λόγου του καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός, δεν συνιστά προφανώς τυχαία έκλαμψη ή μια εκ νέου ανακάλυψή του από την πολιτική. Είναι απλώς ο πιο πρόσφατος κρίκος στη μακρά αλυσίδα της επίκλησης και της μελέτης του από τον Ξενοφώντα, τον Σαλλούστιο, τον Προκόπιο, τον Τόμας Χομπς, τον Τόμας Τζέφερσον, τον Λέοπολντ φον Ράνκε, τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Χένρι Κίσινγκερ. Είναι η επιβεβαίωση της διάστασης του έργου του που και ο ίδιος είχε προγραμματικά συλλάβει: αντί πρόσκαιρου αναγνώσματος της στιγμής, «κτήμα ες αιεί».
Το επίκαιρο μάθημα και η γεωπολιτική
Γράφει ο Αθανάσιος Πλακιάς
Ο Θουκυδίδης είχε πλήρη επίγνωση της διαχρονικότητας του έργου του. Οπως σημειώνει στις πρώτες σελίδες της Ιστορίας του, την έγραψε για να αποτελέσει «κτήμα ες αεί» και όχι για πρόσκαιρη ακρόαση. Στόχος του δεν ήταν απλώς η ακριβής αποτύπωση των γεγονότων του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά η κατανόηση «και των μελλόντων», όσων δηλαδή, λόγω της σταθερότητας της ανθρώπινης φύσης, θα επαναλαμβάνονται με ίδιο ή παρόμοιο τρόπο στο μέλλον. Η επιβεβαίωση αυτής της διαχρονικότητας είναι εντυπωσιακή. Μόλις τον περασμένο μήνα, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, σε μνημειώδη ομιλία του στο Νταβός, επικαλέστηκε τον «Διάλογο των Μηλίων» για να περιγράψει την υποχώρηση της δικαιοκρατικής τάξης πραγμάτων και την επιστροφή σε μια διεθνή πολιτική όπου «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους». Η επίκληση δεν ήταν ρητορικό σχήμα αλλά αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας όπου επανέρχεται ο νόμος του ισχυρού.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Θουκυδίδης επιστρέφει στο προσκήνιο σε περιόδους αναταραχής. Ο Τόμας Χομπς, ο πρώτος που τον μετέφρασε στα αγγλικά εν μέσω του Αγγλικού Εμφυλίου, άντλησε από την περιγραφή του εμφυλίου στην Κέρκυρα για να αποδώσει την ανομία και την αναρχία που επικρατεί όταν καταρρεύσει η κεντρική εξουσία.
Το συμπέρασμά του ήταν σαφές: μόνο ένα ισχυρό κράτος – ο «Λεβιάθαν» – μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη, προϋπόθεση της ελευθερίας και της ευημερίας. Εναν αιώνα αργότερα, η βρετανική στρατηγική σκέψη βρήκε στο αθηναϊκό ναυτικό μοντέλο, όπως το περιγράφει ο Θουκυδίδης, έμπνευση για τη δική της θαλασσοκρατία.
Η Αθήνα έγινε έτσι ο πρόγονος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η αναλογία Αθήνας – Σπάρτης χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνεύσει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Σοβιετικής Ενωσης: μια δημοκρατική, θαλάσσια δύναμη απέναντι σε μια ολιγαρχική, ηπειρωτική αυτοκρατορία. Μετά το Βιετνάμ, αμερικανοί αναλυτές επανήλθαν στον Θουκυδίδη αναζητώντας τα αίτια μιας ήττας που, με βάση τους ποσοτικούς δείκτες ισχύος, έμοιαζε αδύνατη. Η Σικελική Εκστρατεία και η έννοια της αθηναϊκής στρατηγικής υπερεπέκτασης έδωσαν μια χρήσιμη ιστορική αναλογία. Από τη δεκαετία του 1970 η Ιστορία του Θουκυδίδη καθιερώθηκε ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις αμερικανικές σχολές πολέμου – όχι ως αντικείμενο αρχαίας ιστορίας, αλλά ως εγχειρίδιο στρατηγικής σκέψης.
Πιο πρόσφατα, το έργο του χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνεύσει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας. Καταλύτης υπήρξε το βιβλίο του Γκρέιαμ Αλισον για την «παγίδα του Θουκυδίδη».
Σύμφωνα με τη διατύπωσή του, όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυριαρχούσα δύναμη, ο πόλεμος καθίσταται εξαιρετικά πιθανός, εάν όχι αναπόφευκτος. Είτε μέσω «πολέμων παρεμπόδισης», όπου η κυρίαρχη δύναμη επιχειρεί να ανακόψει την άνοδο της ανερχόμενης δύναμης, είτε μέσω ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και απώλειας ελέγχου (inadvertent escalation). Η προβληματική αυτή, αν και εννοιολογικά απλουστευτική, άσκησε τεράστια επιρροή στον δημόσιο διάλογο.
Η επίκληση του Θουκυδίδη τής προσέδωσε κύρος. Ωστόσο, η ανάγνωση που παρουσιάζει τις μεγάλες δυνάμεις ως άβουλους «υπνοβάτες» υποτιμά τον ρόλο της πολιτικής ηγεσίας. Ο Θουκυδίδης δεν ήταν ντετερμινιστής. Αναγνώριζε την επιρροή της δομής του διεθνούς συστήματος, αλλά απέδιδε κρίσιμο ρόλο στις αποφάσεις των ηγετών – στη σύνεση ή την αλαζονεία τους.
Αυτό είναι και το ουσιώδες δίδαγμα. Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε ιστορία για να αποδείξει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Εγραψε για να δείξει πώς οι λανθασμένες εκτιμήσεις, η υποτίμηση του αντιπάλου, η υπερβολική αυτοπεποίθηση, η ιδεολογική τύφλωση και η απώλεια μέτρου οδηγούν σε καταστροφές.
Στην άμεση δημοκρατία της Αθήνας οι πολίτες συναποφάσιζαν για πόλεμο και ειρήνη. Η πολιτική παιδεία δεν ήταν αφηρημένη έννοια· ήταν όρος επιβίωσης της αθηναϊκής πολιτείας. Η Ιστορία του Θουκυδίδη λειτουργούσε ως σχολείο στρατηγικής σκέψης. Σκοπός του ήταν να καλλιεργήσει τη σωφροσύνη – την ικανότητα να διακρίνει κανείς τα όρια της ισχύος του, να ευθυγραμμίζει τους στόχους με τα μέσα, να ελέγχει τα πάθη και να προνοεί.
Σε έναν κόσμο που επανέρχεται στη λογική της ισχύος και των σφαιρών επιρροής, η επικαιρότητα του Θουκυδίδη δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή. Είναι βαθύτατα πολιτική. Η Ιστορία του μας υπενθυμίζει ότι μπορεί να υπάρχουν συστημικές πιέσεις, αλλά οι ηγεσίες αποφασίζουν. Και ότι η απουσία σωφροσύνης, ιδίως σε περιόδους διεθνών ανακατατάξεων, είναι ο ταχύτερος δρόμος προς την τραγωδία.
Οι (αν)ισορροπίες των επιτευγμάτων
Γράφει ο Γιάννης Ζ. Τζιφόπουλος
O Θουκυδίδης εμφανίζεται συχνά στο προσκήνιο ως διάττων αστέρας της γεωπολιτικής, για να προσδώσει κύρος σε κάποια θεωρία (είτε με την υποτιθέμενη «παγίδα» του είτε με τον Διάλογο στη Μήλο), και στη συνέχεια αποσύρεται και πάλι διακριτικά. Ωστόσο, το έργο του Θουκυδίδη είναι ένα μόνον από τα σωζόμενα κείμενα του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. που εστιάζουν στον άνθρωπο και τη σχέση του με τη φύση και το θείον: πώς λειτουργεί η ανθρώπινη φύση, πώς δρα, ποια τα επιτεύγματα, προτείνοντας τρόπους κατανόησης του ανθρώπου σε μορφή επική, λυρική, δραματική, φιλοσοφική, ιατρική, ιστοριογραφική. Το ενδιαφέρον αυτό της λογοτεχνίας πηγάζει από τη διαπίστωση ότι, ενώ η αρχέγονη φύση του ανθρώπου κυριαρχείται από το ένστικτο για επιβίωση και αναπαραγωγή μέσω της φυσικής ωμής βίας, εν τούτοις ο άνθρωπος κατόρθωσε να υπερβεί τη ζωώδη, ενστικτώδη φύση του. Με τη δημιουργία μόνιμων οικισμών (πόλις) για ασφαλή συμβίωση με κανόνες (πολιτική) και με κάθε είδους παραγωγή (πολιτισμός), ένα μέρος του φυσικού κόσμου πάνω στη γη αποκόπηκε, για να μετατραπεί με συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια και σύνορα σε κάτι διαφορετικό από τη φύση, σε μια επικράτεια ανθρώπων.
Στα ζητήματα αυτά επικεντρώνεται και ο Θουκυδίδης στο ιστορικό του έργο, έχοντας το πρόσθετο πλεονέκτημα, σε σύγκριση με τους άλλους συγγραφείς, ότι παρατηρεί την ανθρώπινη φύση να αποκαλύπτεται, ατομικά (ίδιον) και συλλογικά (κοινόν), κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής πολεμικής σύρραξης της εποχής του, μιας έκτακτης κατάστασης, η οποία οδηγεί τελικά τον άνθρωπο πέραν και εκτός του πολιτισμού, της πολιτικής, της πόλης, κάποιες φορές (στη Μήλο, π.χ.) ακόμη και στην προγενέστερη φυσική του κατάσταση, αλλά πλέον εντός των ορίων της πόλης, της πολιτικής και του πολιτισμού.
Ηδη στην Αρχαιολογία (τα πρώτα κεφάλαια του Πρώτου Βιβλίου), ο Θουκυδίδης αφηγείται την προϊστορία της ανθρώπινης παρουσίας στη γη, πολύ πριν από τη δημιουργία και την οριοθέτηση των πόλεων, όταν κυριαρχούσε ο φόβος για την ασφάλεια και την επιβίωση, γι’ αυτό και η ζωή ήταν νομαδική. Σταδιακά, με την εδραίωση της ασφάλειας, οι πρώτες ομάδες ανθρώπων άρχισαν να δημιουργούν πόλεις, να ασχολούνται με την πολιτική (δίκαιους ή άδικους τρόπους συνύπαρξης), να ενδιαφέρονται για την επιβίωσή τους (συμφέρον ή βλαβερόν) και να παράγουν κάθε είδους επιτεύγματα πολιτισμού (καλόν ή κακόν). Η γενικότερη άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυσε την επιθυμία για επέκταση της κυριαρχίας ισχυρών πόλεων εις βάρος των λιγότερο ισχυρών, γειτονικών πόλεων. Με τον τρόπο αυτόν, «οι φτωχότεροι δέχονταν να υποδουλωθούν στους πιο δυνατούς και αυτοί, που είχαν περισσότερα χρήματα, ανάγκαζαν τις μικρότερες πολιτείες να γίνουν υποτελείς» (1.8.3). Αυτός ο τρόπος συμβίωσης πόλεων παρουσιάζεται από τον ιστορικό ως αναγκαία συνθήκη, καθώς κάθε πόλη αναγνώριζε τα όρια και τους περιορισμούς ισχύος της με κριτήριο το συμφέρον. Πρόκειται για έναν μάλλον «πολιτισμένο» τρόπο συμβιβασμού της εφαρμογής του φυσικού δικαίου του ισχυρού (μία περίπτωση win-win με τη σημερινή ορολογία).
Την ίδια οπτική υιοθετούν παραμονές του πολέμου οι αθηναίοι πρέσβεις όταν επιχειρηματολογούν στη Σπάρτη, ενώπιον της συνέλευσης της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, υπέρ της ηγεμονίας τους: δεν την απέκτησαν διά της βίας αλλά σταδιακά και αναγκάσθηκαν να τη διατηρήσουν και να την επεκτείνουν διαρκώς «στην αρχή από φόβο, έπειτα από φιλοδοξία και αργότερα από συμφέρον» (1.75.3), για να αισθάνονται ασφαλείς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εμφανής η προσπάθεια των Αθηναίων να ισορροπήσουν μεταξύ συμφέροντος και δικαίου στον τρόπο άσκησης της ηγεμονίας τους, τηρώντας κάποια όρια, έστω και προσχηματικά.
Οταν όμως επανέρχεται η ίδια αντίληψη για τη λειτουργία της ανθρώπινης φύσης από θέση ισχύος στον «Διάλογο των Μηλίων» (τη μόνη διαλογική μορφή στο έργο, κατ’ αναλογία μιας σχεδόν τραγικής στιχομυθίας), τα προσχήματα εγκαταλείπονται και επικρατεί ο ωμός ρεαλισμός: «γνωρίζουμε και γνωρίζετε πολύ καλά ότι, στις ανθρώπινες διαπραγματεύσεις, το τι είναι δίκαιο κρίνεται εξ ανάγκης μόνο μεταξύ ίσων σε δύναμη, ενώ οι ισχυροί επιβάλλουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι λιγότερο ισχυροί υποχωρούν και συμβιβάζονται» (5.89.1).
Ολες αυτές οι διατυπώσεις για το φυσικό δίκαιο του ισχυρού είναι ιδιαίτερα προσεγμένες και αποτυπώνουν διαφορετικά στάδια εφαρμογής του στον χρόνο. Πριν από την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό, ο φυσικός νόμος ισχύος καθορίζεται από το συμφέρον. Ομως η πόλη, η πολιτική και ο πολιτισμός προσθέτουν στο κριτήριο συμφέροντος ή βλάβης ως ισορροπία το κριτήριο του δίκαιου και του άδικου, μια «πολιτισμένη» εκδοχή άσκησης της ισχύος. Η Μήλος ωστόσο τρομάζει με τον ωμό (ορθο)λογισμό της. Ολα όσα αναγνωρίζονται ως επιτεύγματα (η πόλις, η πολιτική, ο πολιτισμός) (αν)ισορροπούν επικίνδυνα, με αποτέλεσμα το έργον και ο λόγος της ανθρώπινης φύσης να παραμένουν κατά τον Θουκυδίδη αείποτε ευάλωτα, ανίσχυρα, εύθραυστα.
Γιατί διαβάζεται και εμπνέει ακόμη;
Γράφει ο Βασίλης Κάλφας
Ο Θουκυδίδης γράφει την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ενώ διεξάγεται ακόμη ή μόλις έχει τελειώσει ο «πιο μεγάλος και ο πιο αξιόλογος από όλους τους πολέμους» (Α.1). Ο δηλωμένος στόχος του δεν ήταν να «τέρψει» τους αναγνώστες του, αλλά να απευθυνθεί σε όσους θέλουν να βγάλουν «σαφή συμπεράσματα για όσα έγιναν και για όσα παραπλήσια κατάτο ανθρώπινον θα γίνουν και στο μέλλον», καθιστώντας το έργο του «κτήμα ες αιεί» (Α.23).
Και πράγματι το έργο του Θουκυδίδη έγινε κτήμα ες αιεί. Αγνοούμε πόσο διαβάστηκε και τι εντύπωση έκανε στους συγχρόνους του και τους αμέσως επομένους (ο Πλάτων και παραδόξως ο Αριστοτέλης δεν τον αναφέρουν, αλλά ο Ξενοφών τον συνεχίζει), ήδη όμως από τα ελληνιστικά χρόνια αποτελεί πρότυπο κάθε μελλοντικής ιστοριογραφίας. Λησμονείται στα μεσαιωνικά χρόνια, αλλά μεταφράζεται στα λατινικά κατά την Αναγέννηση και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τον 17ο αιώνα, και έκτοτε δεν παύει να διαβάζεται, να αναφέρεται και να αποτελεί πηγή έμπνευσης. Μάλιστα, σήμερα, στον αστερισμό του Τραμπ και της «ειρηνευτικής» δεύτερης θητείας του, η αίγλη του Θουκυδίδη έχει απογειωθεί.
Υποθέτω ότι, ενώ πολλοί αρέσκονται να παραθέτουν κάποια χωρία ή αποφθέγματα του Θουκυδίδη, ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν την Ιστορία του. Πολύ κακώς, γιατί πέρα από όλα τα άλλα η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι ένα από τα πιο γοητευτικά αναγνώσματα που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα – και σίγουρα το πιο ψυχρό και τρομακτικό.
Η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία του Θουκυδίδη καθόλου δεν μοιάζει με τα σημερινά ιστορικά συγγράμματα. Ο Θουκυδίδης δεν έχει πίσω του εδραιωμένη παράδοση συγγραφής της ιστορίας (παρά μόνο τον Ηρόδοτο, που κατακρίνει για το μυθώδες της αφήγησής του) και επομένως είναι ελεύθερος να κάνει τις δικές του επιλογές.
Πρώτη επιλογή: Περιορίζεται μόνο στα στρατιωτικά και τα πολιτικά γεγονότα. Η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι πολιτική ιστορία. Ενώ ασχολείται με την πιο ενδιαφέρουσα περίοδο της αρχαιοελληνικής ιστορίας, το τέλος του 5ου αιώνα, αποφεύγει κάθε αναφορά στις πνευματικές διεργασίες της εποχής. Ο πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης (και των συμμάχων τους) αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως διαμάχη δημοκρατίας και ολιγαρχίας. Κρατάει ίσες αποστάσεις από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αλλά θέτει στο επίκεντρο της αφήγησής του την Αθήνα. Η Ιστορία του είναι η περιγραφή της ανόδου και της πτώσης της δημοκρατικής Αθήνας.
Δεύτερη επιλογή: Εισάγει τις δημηγορίες στο κύριο σώμα της αφήγησής του. Οι δημηγορίες είναι γραμμένες στο πνεύμα της εποχής, αξιοποιούν δηλαδή τις τεχνικές της ρητορικής, ενώ κατά κανόνα έχουν τη μορφή των σοφιστικών δισσών λόγων – μία θέση και μία αντίθεση. Ο Θουκυδίδης δηλώνει εξαρχής ότι είναι δικές του κατασκευές, «τις έγραψα έχοντας υπόψη τι ήταν φυσικό να πουν ρήτορες που να αρμόζει καλύτερα στην περίσταση» (Α.22). Οπότε καλό είναι να αποδεχθούμε ότι ούτε ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων έλαβε ποτέ χώρα, ούτε η εύστοχη περιγραφή των Κορινθίων για τους Αθηναίους (Α.69-71), ούτε ο Κλέων εκφώνησε ποτέ τον καταπληκτικό του λόγο για το θέμα της Μυτιλήνης (Γ.37 κ.ε.), και ότι ο Διόδοτος, που του απάντησε επίσης καταπληκτικά, είναι μάλλον φανταστικό πρόσωπο (οπότε ο «Επιτάφιος» σε ποιον ανήκει, στον Περικλή ή στον Θουκυδίδη;). Η κυριότερη ωστόσο συνέπεια της εισαγωγής των δημηγοριών είναι ότι καθιστούν την Ιστορία του Θουκυδίδη (και) λογοτεχνία. Οπότε είναι εύλογη η ανάγνωσή της (και) ως δράμα με τραγικό ήρωα την Αθήνα.
Τρίτη επιλογή: Εξοβελίζεται από την Ιστορία κάθε αναφορά στην αρετή και στη δικαιοσύνη, στις έννοιες δηλαδή που βρίσκονται στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων της εποχής. Με σημερινούς όρους, μπορούμε κάλλιστα να εντάξουμε το έργο του Θουκυδίδη στην πολιτική επιστήμη, δύσκολα όμως στην πολιτική φιλοσοφία. Οσοι αντιμετώπισαν τον Θουκυδίδη ως πολιτικό φιλόσοφο, όπως ο Χομπς που πρώτος τον μετέφρασε στα αγγλικά, στηρίχθηκαν σε διατυπώσεις αθηναίων αγορητών, δηλαδή σε δημηγορίες. Το δίκαιο του ισχυροτέρου (Ε.89, Α.76), η σύνδεση της ανθρώπινης φύσης με το δέος, την τιμή και το συμφέρον (Α.75-76), είναι θέσεις στις οποίες όλοι παραπέμπουμε, αλλά στο κείμενο του Θουκυδίδη προτείνονται ως θέσεις των Αθηναίων και όχι κατ’ ανάγκην δικές του.
Γιατί λοιπόν διαβάζω τον Θουκυδίδη; Γιατί θεωρώ ότι μόνο ο Θουκυδίδης και ο Ευριπίδης κατάλαβαν τι συμβαίνει σε αυτή την περίπλοκη αλλά ανεπανάληπτη περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας. Ακόμη, γιατί μόνο τον Θουκυδίδη και τον Αριστοτέλη αισθάνομαι τόσο οικείους στη σκέψη. Γιατί, τέλος, γράφει με τον τρόπο που γράφει.



