Οι κανόνες, τα όρια και οι οπισθοδρομήσεις

Του Μάρκου Καρασαρίνη

Το ερώτημα ως προς τις έννοιες του δίκαιου πολέμου και του δικαίου του πολέμου έχει την αφετηρία του στο βαθύ παρελθόν. Απόηχοί του απαντώνται ήδη στην Ιλιάδα και τη Μαχαμπχαράτα, οι συστηματικές απαρχές του εντοπίζονται στον Αριστοτέλη, η πρακτική νομική επεξεργασία του στη Ρώμη και ο εκτεταμένος φιλοσοφικός στοχασμός γύρω από το νόημα και τις συνέπειές του στη χριστιανική σκέψη από τον Αυγουστίνο της Ιππώνος ως τον Θωμά Ακινάτη.

Αν όμως εξαιρέσει κανείς κινήματα όπως αυτό της «Ειρήνης του Θεού» τον 10ο αιώνα, η ουσιαστική εφαρμογή του ταυτίζεται με την ανάδυση του διεθνούς δικαίου, παράλληλη σχεδόν χρονικά με την εμφάνιση του κυρίαρχου κράτους όπως το γνωρίζουμε από τον καιρό της Συνθήκης της Βεστφαλίας.

Η γραμμή δεν είναι ευθεία, έχει παρακάμψεις και οπισθοδρομήσεις, αλλά στα 400 περίπου χρόνια που χωρίζουν τον σημερινό κόσμο από το 1648 διακρίνεται στην εγγενή ένταση μεταξύ των δύο εννοιών μια σαφής τάση περιορισμού του πολέμου από το δίκαιο – η μέριμνα για τη θέσπιση κανόνων και ορίων ως προς την προσφυγή στις εχθροπραξίες και τη διεξαγωγή τους.

Οπωσδήποτε, η έμφαση στην προτεραιότητα της διπλωματικής επίλυσης των διαφορών, η συγκρότηση θεσμών διαιτησίας ή διεθνούς συνεργασίας δεν αναίρεσαν το δίκαιο της πυγμής, όμως η μεταπολεμική πραγματικότητα χαρακτηρίστηκε από τη γενικότερη συγκράτηση της ανοικτής σύρραξης μεταξύ κρατών.

Παραβιάσεις μπορεί να παραθέσει κανείς διάφορες, ωστόσο η έννοια του πολέμου έμοιαζε πλέον να αναφέρεται περισσότερο στις εμφύλιες συγκρούσεις παρά στις διακρατικές.

Συγκριτικά, η διολίσθηση της τελευταίας δεκαετίας, από την προσάρτηση της Κριμαίας μέχρι τον πόλεμο του Ιράν, συνιστά ποιοτική διαφορά: δεν πρόκειται μόνο για τη συχνότητα του φαινομένου αλλά και για το γεγονός ότι από τη μια πλευρά γίνεται πλέον λόγος για «αναθεωρητικές δυνάμεις», όπως στον Μεσοπόλεμο, για εγνωσμένους αμφισβητίες, με άλλα λόγια, της διεθνούς τάξης, ενώ από την άλλη οι πρωτεργάτες της συγκρότησης αυτής της διεθνούς τάξης φαίνεται να αμφισβητούν έμπρακτα τη χρησιμότητα των προβλέψεών της.

Οταν βασικοί μέχρι πρότινος κανόνες, όπως αυτός της χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις, καταστρατηγούνται επανειλημμένα, οι συζητήσεις περί δίκαιων πολέμων και δικαίου του πολέμου αποσύρονται από το πεδίο της πράξης για να επιστρέψουν σε εκείνο της θεωρίας.

***

Πώς βραχυκυκλώνεται το Συμβούλιο Ασφαλείας

Του Πέτρου Λιάκουρα

Οι γεωπολιτικές εντάσεις και πολεμικές αναμετρήσεις που βιώνουμε αναδιατάσσουν το διεθνές περιβάλλον. Οι μεγάλες δυνάμεις που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του διεθνούς δικαίου, παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές και κανόνες του και υπονομεύουν τη μεταπολεμική διεθνή έννομη τάξη.

Με αυτή την αφορμή αναζωπυρώνεται η κριτική έναντι του διεθνούς δικαίου και της αμφισβήτησής του. Η απαγόρευση χρήσης βίας συγκεντρώνει όλα τα πυρά. Παρότι αναγκαστικός κανόνας διεθνούς δικαίου, δεν έχει αποτρέψει πολέμους, δεν έχει περιορίσει εξουσία, δεν έχει αναθέσει διεθνή ευθύνη, ούτε έχει διασφαλίσει ορίζοντα διεθνούς έννομης τάξης.

Αντιθέτως, αμφισβητείται για την αδυναμία εφαρμογής της, την οποία οι επικριτές θα ανέμεναν ότι αυτόματα θα κατέστελλε κάθε παραβίαση. Ομως η εφαρμογή επαφίεται στα κράτη, πρωτίστως με συμμόρφωση και με αντίδραση εάν παραβιάζεται. Χρήση βίας δικαιολογείται υπό το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ ως νόμιμη άμυνα από το κράτος θύμα ένοπλης επίθεσης ή κατόπιν εξουσιοδότησης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (ΣΑ/ΟΗΕ).

Πάντως, τα μεγάλα κράτη όταν παραβιάζουν την απαγόρευση χρήσης βίας συνήθως επικαλούνται είτε τη νόμιμη άμυνα ή την προστασία των πολιτών στο εξωτερικό, είτε την ανθρωπιστική επέμβαση.  Αυτή η αποτυχία αντανακλάται στη θεσμική αρχιτεκτονική της διεθνούς κοινότητας. Συνήθως μετά από εισβολή ακούμε: πού είναι ο ΟΗΕ; Ομως ο ΟΗΕ έχει σαφείς και καθορισμένες αρμοδιότητες που διατυπώνονται περιοριστικά στον Χάρτη και δεν μπορεί να υπερβεί.

Το ΣΑ/ΗΕ μετά το 1990 χαρακτηρίζει απειλή οποιαδήποτε κατάσταση κρίνει, ακόμη και εσωτερικές συγκρούσεις με ανθρώπινα θύματα, και λαμβάνει μέτρα, τέτοια που εξουσιοδοτούν και επέμβαση. Ομως αυτό που το βραχυκυκλώνει είναι το veto.

Κάθε μόνιμο μέλος του ΣΑ/ΗΕ είναι παντοδύναμο όσον αφορά στη λήψη αποφάσεων για καταστάσεις που απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Ομως το δικαίωμα veto συνήθως ασκείται δι’ ίδιον συμφέρον, αποτυπώνοντας πολιτικές συμμαχίες και γεωπολιτικές ισορροπίες, καταλήγοντας να λειτουργεί ως καταφύγιο ατιμωρησίας.

Με βάση αυτήν την υπερ-εξουσία ένα μόνιμο μέλος – ή φίλιον κράτος – μπορεί να παραβιάσει την απαγόρευση χρήσης βίας, χωρίς κυρώσεις, ούτε καταδίκη. Απομειώνεται δηλαδή αντί να ενισχύεται ως μηχανισμός συλλογικής ασφάλειας στο πλαίσιο του Enforcement of Law του Κεφαλαίου VII του Χάρτη του ΟΗΕ.

Με τέτοια ιδιότυπη ασυλία σημερινοί παγκόσμιοι ηγέτες δεν αμφισβητούν μόνο, αλλά και υπονομεύουν τα θεμέλια της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης. Αναφερόμαστε σε παραδείγματα χωρών μονίμων μελών του ΣΑ/ΟΗΕ που έχουν οδηγήσει σε παραλυσία τον μηχανισμό συλλογικής ασφάλειας, όταν αποφάσεις αντιστρατεύονται συμφέροντά τους.

1.  Ο Τραμπ παραβίασε την απαγόρευση χρήσης βίας απαγάγοντας τον Μαδούρο ως υπόδικο για ναρκο-τρομοκρατία ώστε να προσαχθεί ενώπιον αμερικανικού δικαστηρίου, παρότι απολαύει δικαιοδοτικής ασυλίας. Αυτές τις ημέρες ζούμε τον πόλεμο στο Ιράν που εισβάλλει για δεύτερη φορά μετά τον Ιούνιο του 2025 με στόχο όπως ο ίδιος έχει δηλώσει την αλλαγή καθεστώτος, την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και του βαλλιστικού πυραυλικού συστήματος. Από το τρίπτυχο αυτό στις τελευταίες δηλώσεις Τραμπ εκλείπει ο στόχος της αλλαγής καθεστώτος.

Οι ΗΠΑ εξέθεσαν την επιχειρηματολογία τόσο ενώπιον του ΣΑ/ΟΗΕ ανήμερα της εισβολής όσο και στην επιστολή της 11ης Μαρτίου 2026 (αντίστοιχη απέστειλε το Ισραήλ). Επικαλούνται το επιχείρημα νόμιμης άμυνας που όμως δύσκολα στοιχειοθετείται. Η προβαλλόμενη απειλή συνιστά παραβίαση διεθνούς δικαίου, αλλά δεν δικαιολογεί νόμιμη άμυνα, διότι δεν έχει συμβεί, ούτε είναι άμεση ούτε επίκειται ένοπλη επίθεση για να ασκηθεί.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε δεν είναι προληπτική (anticipatory self-defense). Πρόκειται για την preemptive self-defense που επισπεύδει τον χρόνο εξουδετέρωσης της απειλής παρότι η εκδήλωσή της είναι ακόμη υποθετική. Με αυτό το δόγμα επενέβη ο Μπους στο Ιράκ το 2003.

2.  Ο Πούτιν εισέβαλε στην αυτόνομη περιοχή Ντονμπάς, αλλά δικαιολόγησε την ενέργεια στην πρόσκληση αμυντικής συνδρομής. Πρώτα βοήθησε να ανακηρυχθεί κατ’ απόσχιση η περιοχή ανεξάρτητη και να ζητήσει τη ρωσική συνδρομή. Και μετά η Ρωσία επικαλούμενη συλλογική άμυνα ανταποκρίθηκε. Εκμεταλλευόμενη μάλιστα το veto απέφυγε καταδίκη και κυρώσεις.

3. Ο Σι Τζινπίνγκ απέχει σε αποφάσεις. Ομως αποκλείει θάλασσα (με τη nine-dash-line) και εναέριο χώρο όλης της Νότιας Σινικής Θάλασσας, καταπατώντας ΑΟΖ των Φιλιππινών, με βάση τεχνητά νησιά κατασκευασμένα σε διαφιλονικούμενους θαλάσσιους σχηματισμούς.

Παραβιάζει το δίκαιο θάλασσας, όπως αποφάνθηκε το Διαιτητικό Δικαστήριο το 2016, διότι φυσικά νησιά δικαιούνται θαλασσίων ζωνών, εξαιρώντας βράχους από διεκδίκηση ΑΟΖ. Ερημοδίκησε και δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση. Κινούμαστε επί ξυρού ακμής σε έναν άναρχο κόσμο – θεωρία ρεαλισμού.

Οσο ποτέ άλλοτε υπό τη σκιά πολέμου που εξαπλώνεται, η αναθεώρηση του Χάρτη για το ΣΑ/ΟΗΕ είναι sine qua non. Πρέπει να προωθηθεί η «Pact for the Future» που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση/ΟΗΕ στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, όπου: αντιπροσωπευτικότητα, veto, κυρώσεις, αύξηση μελών, αποτελεσματικότητα των αποφάσεων και των μέτρων αποτελούν κύρια σημεία για το ΣΑ/ΟΗΕ.

Ο κ. Πέτρος Λιάκουρας είναι καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

***

«Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι»

Του Γιώργου Βέλτσου

Εχουν άραγε σκεφτεί οι διεθνολόγοι και οι απόστρατοι αξιωματικοί που παρελαύνουν κάθε βράδυ στα κανάλια, και μάλιστα 25 χρόνια μετά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία για ανθρωπιστικούς λόγους, αν στη περιβόητη ρήση του Ντεριντά «Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι» συμπεριλαμβάνονται και οι πόλεμοι για αμυντικούς λόγους;

Εάν το «αμύνεσθαι περὶ πάτρης» και ο Δένδιας είναι μέρος του προβλήματος; Εάν ναι, τότε φοβούμαι πως εκτός από την πατρίδα θα πήγαινε περίπατο και η προϋπόθεσή της: η ατομική ιδιοκτησία. Βρίσκεται, πώς να το κάνουμε, στη βάση του πατριωτισμού, περισσότερο, ίσως, από το αίτημα της ελευθερίας.

Οπότε, αυτό που θα προέκυπτε θα ήταν μια παραδείσια κατάσταση χωρίς φίλους και εχθρούς, χωρίς βιομηχανίες όπλων, χωρίς κυρίως «χρήμα» ως «γενικό ισοδύναμο» κάθε ανταλλαγής μεταξύ των οποίων και η ανταλλαγή πυρών (πυραύλων) από χώρα σε χώρα.

Αλλά επ’ αυτού απαντά ο πρωτεργάτης του Διαφωτισμού, ο Ζαν-Ζακ Ρουσό, ο οποίος, παρά την επίσημη υπηκοότητά του, η ζωή του χαρακτηρίστηκε από μια «αίσθηση έλλειψης μόνιμης στέγης». Θα απαντούσε όμως στα καθ’ ημάς και ο Μπορίς Βιάν με τον «Λιποτάκτη» του. Πράγματι: «Κύριε Πρόεδρε, αν θέλετε να χύσετε το αίμα σας για την πατρίδα, δώστε πρώτο το δικό σας».

Συχνά, μέσα στη γενική σύγχυση και τον νεο-φιλελευθερισμό, το να συνεχίσει κανείς να εμπνέεται «από ένα ορισμένο πνεύμα του μαρξισμού θα σήμαινε να είναι πιστός σε εκείνο που κατέστησε πάντα τον μαρξισμό, κατ’ αρχάς και αρχικά ριζική κριτική, ήτοι ένα εγχείρημα έτοιμο να υποστεί αυτοκριτική» έγραφε ο Ζακ Ντεριντά στο έργο του Τα φαντάσματα του Μαρξ.

Αυτή η προτροπή, από την οποία συναρτώ την απόφανσή του «Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι», θα μου επέτρεπε ακόμη και στον Μαξ Βέμπερ να προσφύγω για να βεβαιωθώ ότι η νομιμοποίηση της βίας από το Κράτος, παρά την οιαδήποτε πατριωτική ή ανθρωπιστική δικαιολογία, δηλώνει εξ ορισμού πως το Κράτος, που κατέχει το μονοπώλιο της έννομης βίας, «εγκληματεί» υπό το πρόσχημα της τιμωρίας επιχειρώντας με τον πόλεμο να εγκαταστήσει μια νέα δικαιοπολιτική τάξη, να εγκαθιδρύσει δηλαδή νέο νόμο.

«Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι» συνεπώς, διότι η έννοια της εθνικής κυριαρχίας, η οποία χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί τις πολεμικές συγκρούσεις, δεν συνδέεται κατά κανόνα με την έννοια της Δικαιοσύνης ως οιονεί υπερβατική μορφή, άρα μη-αποδομήσιμη. «Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι» διότι η Δικαιοσύνη είναι πάντα κάτι το επικείμενο και απροϋπόθετο, ενώ το Δίκαιο, δηλαδή οι νόμοι ακόμη και της πλέον φιλελεύθερης Δημοκρατίας, είναι εξ ορισμού «βίαιοι» και για να είναι δίκαιοι οφείλουν να ενέχουν τη δυνατότητα της αυτο-υπέρβασής τους.

«Δεν υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι» διότι η βία ως «θεμέλιο» θεμελιώνει αποτελεσματικά τον νομιμοποιημένο εαυτό της, δηλαδή το Κράτος. Κάθε έννομη τάξη, και συνεπώς κάθε δίκαιος πόλεμος, βασίζεται σε μια πρωταρχική πράξη βίας που δεν φαίνεται να είναι ηθικά δικαιολογημένη καθαυτήν.

Οφείλουμε, γράφει ο Ντεριντά που γνώριζε πως η «αποδόμηση» νοείται ως «αναδόμηση», προκειμένου να αντιληφθούμε τη σχέση μεταξύ και Δικαιοσύνης και Δικαίου, να αναλύσουμε προηγουμένως τη στάση του Διεθνούς Δικαίου, οι κανόνες του οποίου εξαρτώνται αφενός από έναν ορισμένο ιστορικό πολιτισμό και αφετέρου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τη βιομηχανία, την τεχνολογία, τον βαθμό κοινωνικοποίησης της εργασίας, την ανεργία, τον πλούτο και τον πληθωρισμό. Οφείλεται επίσης και στο ιδεολογικό προηγούμενο κάθε πολέμου: τη θρησκεία – είτε αυτή είναι θεολογία περί του χρήματος είτε λόγος του Θεού.

Πώς να αγνοήσουμε όμως την αύξουσα και απεριόριστη, άρα παγκόσμια εξουσία αυτών των υπεραποτελεσματικών και καθαυτό καπιταλιστικών Κρατών; Και πώς θα αντιδιαστείλουμε τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού τους από τις παράλληλες διαδικασίες αποδημοκρατισμού, όπως είναι η περίπτωση των ΗΠΑ, όχι μόνο επί Ντόναλντ Τραμπ; Ιδού η απορία μπροστά στην οποία οι βραδινοί αναλυτές μας μένουν άποροι.

Παρά ταύτα, όλες αυτές οι παραδοξολογίες κάποιου που «δεν θέλει να πεθάνει ηλίθιος», όπως διάβαζε στους τοίχους της Σορβόννης το ’68, όλες οι διηθήσεις και αποδομητικές βολές ή παραβολές τού υπενθυμίζουν όχι μόνο το ότι ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος, αλλά κυρίως ότι παραμένει το εφήμερον σπέρμα της σκληρής τύχης.

Θυμάται σε όλη του τη ζωή το μότο του Σεφέρη στο ποίημα της προσφυγιάς και του πολέμου, την «Κίχλη», όπου ο Σειληνός απαντά στον βασιλιά Μίδα: «Εφήμερο σπέρμα ενός βασανισμένου δαίμονα και μιας σκληρής τύχης, γιατί με αναγκάζετε να πω αυτά που θα ήταν καλύτερο για εσάς να μην τα γνωρίζετε;».

Να μας επέτρεπαν τουλάχιστον να καταλάβουμε τον λόγο του πολέμου εκτός από τον μέσα-λύκο μας: όχι μόνο τη γενική κυκλοφορία των κεφαλαίων αλλά και τους δημοκρατικούς θεσμούς που καταλύονται σε καθεστώτα όπως το Ιράν για να καταλυθούν, αύριο, και στην ξανά μεγάλη Αμερική.

Το ότι «μια νέα Διεθνής» δεν πρέπει να ψάχνει τον εαυτό της μέσα από τις συρράξεις και τις παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου για να μπορέσει να ολοκληρωθεί δηλώνει ότι δεν χρειάζονται οι Μπελαρά και οι Πάτριοτ. Αντίθετα, μας επιστρέφουν στη παλαιά «Διεθνή» της σειράς των πολέμων από τον 20ό στον 21ο αιώνα – εντελώς πλέον ολοκληρωμένη.

***

Η χρήση βίας και η νομιμότητα

Του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου

Το σύστημα οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βασίστηκε στην αρχή της νομιμότητας, και πιο συγκεκριμένα σε τρεις πυλώνες: (1) Στην απαγόρευση της χρήσης ένοπλης βίας μεταξύ κρατών. (2) Στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. (3) Στην ελευθερία του εμπορίου.

Η απαγόρευση της απειλής ή χρήσης ένοπλης βίας μεταξύ κρατών εισάγεται στο άρθρο 2 (4) του Χάρτη του ΟΗΕ, είναι κανόνας εθιμικού διεθνούς δικαίου και έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου (jus cogens) από τον οποίο δεν επιτρέπεται απόκλιση. Η απαγόρευση αφορά την εδαφική κυριαρχία των κρατών και δεν συναρτάται με το πολίτευμα ή το είδος διακυβέρνησής τους και επιδέχεται δύο εξαιρέσεις:

Τη χρήση βίας (1) κατ’ εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας (ΣΑ) με βάση το κεφάλαιο VII του Χάρτη και (2) μονομερώς από τα κράτη σε άσκηση του δικαιώματος ατομικής ή συλλογικής άμυνας όπως προβλέπεται στο άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ. Η επίκληση του δικαιώματος άμυνας είναι η μόνη περίπτωση νόμιμης μονομερούς χρήσης βίας από τα κράτη.

Η ευφορία για την επικράτηση της νομιμότητας όσον αφορά την απαγόρευση χρήσης βίας που υπήρξε αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 διαλύθηκε μετά την άλλη πτώση, αυτή των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Από τότε μέχρι σήμερα είμαστε μάρτυρες της ολοένα συχνότερης προσφυγής σε ένοπλη βία είτε με επίκληση ενός πολύ διευρυμένου δικαιώματος άμυνας είτε χωρίς καμία αιτιολογία, για την προαγωγή των συμφερόντων των κρατών ή διεκδικήσεών τους (κυρίως εδαφικών) σε βάρος άλλων κρατών.

Η πρωτοβουλία για αυτή την τάση ανήκει στα δυτικά μόνιμα μέλη του ΣΑ (κυρίως τις ΗΠΑ) και πλέον έχει προσχωρήσει σε αυτήν η Ρωσική Ομοσπονδία. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι να αμφισβητείται η απαγόρευση της χρήσης βίας όπως την εισήγαγαν οι ιδρυτές του ΟΗΕ και την ερμήνευσε το Διεθνές Δικαστήριο του ΟΗΕ (ο πλέον έγκυρος θεσμός διαπίστωσης του διεθνούς δικαίου) σε έξι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις από το 1986 έως το 2024.

Το δικαίωμα άμυνας ασκείται υπό πολύ αυστηρές και σαφείς προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ για να αποκρουστεί μια ένοπλη επίθεση, η οποία έχει ήδη εκδηλωθεί. Παρ’ όλα αυτά υποστηρίχθηκε σύντομα μετά την ίδρυση του ΟΗΕ ότι είναι νόμιμη η άμυνα σε επικείμενη επίθεση.

Αυτή σύντομα μεταλλάχθηκε στο προληπτικό χτύπημα για να αντιμετωπιστούν μελλοντικές απειλές κατά της ασφάλειας του κράτους. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ κατά του Ιράν τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026 αιτιολογήθηκαν ως «προληπτική» άμυνα και έλαβαν χώρα ενώ παράλληλα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για την επίλυση του ζητήματος του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Επιπλέον, η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας και η απαγωγή του προέδρου της χώρας τον Ιανουάριο του 2026 πραγματοποιήθηκε με επίκληση αιτιάσεων για εμπόριο ναρκωτικών από εγκληματικές οργανώσεις με την ανοχή ή την ανάμειξη του προέδρου χωρίς καμία αιτιολογία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

Η στρατιωτική δράση θύμιζε επιδρομή (όπως αυτές που διεξήγαγαν οι ΗΠΑ στο έδαφος του Μεξικού τον 19ο αιώνα για την καταδίωξη ληστών) που ταίριαζε περισσότερο με το δόγμα Μονρόε του 1823, το οποίο ρητά επανεισήχθη, παρά με κράτος δικαίου στη σύγχρονη διεθνή κοινωνία.

Είναι, επομένως, σαφής η αμφισβήτηση και διαφαίνεται η αποκήρυξη του κράτους δικαίου στη διεθνή κοινωνία. Η επιθετικότητα και τα αποτελέσματά της παρουσιάζονται ως πολιτικά δικαιολογημένα και επιδιώκεται επάνω σ’ αυτή τη βάση η αποδοχή τους ως σύμφωνη με το δίκαιο. Αυτό προϋποθέτει μεταβολή του δικαίου, κάτι που δεν συνέβη.

Αντίθετα, η πλειοψηφία των κρατών-μελών του ΟΗΕ τάσσονται σαφώς υπέρ της συνεχιζόμενης ισχύος του κανόνα της απαγόρευσης χρήσης βίας.

Η διεθνής κοινωνία λειτουργεί εντός πλαισίου κράτους δικαίου εδώ και 81 χρόνια. Αυτό το πλαίσιο επιβίωσε του Ψυχρού Πολέμου και άλλων σοβαρών κρίσεων μετά το τέλος του. Ο ΟΗΕ είναι στο κέντρο αυτού του συστήματος και βασίζεται στην αποδοχή ότι το δίκαιο δεν λειτουργεί αποκομμένο από την πολιτική πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων αλλά και ότι η αποδοχή της πολιτικής πραγματικότητας δεν γίνεται με τρόπο που να αντιβαίνει στο δίκαιο.

Ο κ. Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος είναι καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.