Η πρόσληψη και ο «δεύτερος βίος» ενός ηγέτη
Του Μάρκου Καρασαρίνη
Στις 19 Δεκεμβρίου 1931, εκατό χρόνια μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, τελούνταν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του. Επρόκειτο για μια συμβολική στιγμή: με την πράξη αυτή ο Κυβερνήτης εντασσόταν επίσημα στο πάνθεο της εθνικής ιδεολογίας όπως αυτή δηλώνεται από τα υπόλοιπα αγάλματα του συγκεκριμένου χώρου. Η αξιοσημείωτη καθυστέρηση σε σχέση με τον Ρήγα Φεραίο (1871), τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (1872), τον Αδαμάντιο Κοραή (1875) υπαινίσσεται τις αντιστάσεις και τις αντιδράσεις που χαρακτήρισαν την πρόσληψή του κατά τον πρώτο αιώνα της μνήμης του. Μετά την 27η Σεπτεμβρίου 1831 ο Καποδίστριας δεν ήταν η σημερινή κοινά αποδεκτή προσωπικότητα – αντίθετα, μάλιστα. Η εικόνα του, στον απόηχο και του σκληρού εμφυλίου πολέμου ο οποίος ακολούθησε τον θάνατό του, παρέμεινε πολιτικά πολωμένη. Για να απαλυνθεί αυτή και ο Κυβερνήτης να διεκδικηθεί στον «δεύτερο βίο» του από τη Δεξιά και την Αριστερά ως πρότυπο αυστηρής και λιτής διακυβέρνησης ή ηγέτη με γνήσια έγνοια για τον λαό, αντίστοιχα, χρειαζόταν να σβήσουν οι αντιπαλότητες της εποχής, όπως και οι ιδεολογικές διαιρέσεις από τις οποίες προέκυψαν.
Με τη λείανση των πρότερων αιχμών μπορούσαν να έρθουν στην επιφάνεια οι διαφορετικές όψεις του: η αριστοκρατική καταγωγή, η διπλωματική αριστεία στο εξωτερικό, οι πολιτικές ικανότητες, ο εναγκαλισμός της φωτισμένης δεσποτείας, η ηθική ακεραιότητα, η θρησκευτικότητα, ο μοναχικός χαρακτήρας, το τραγικό τέλος. Αφήνοντας τη ζωή του ημιτελή, ο Ιωάννης Καποδίστριας αναδείχθηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα «what if» της νεότερης ελληνικής ιστορίας και εκεί οφείλεται ως έναν βαθμό η γοητεία που ασκεί στο συλλογικό φαντασιακό: στο αναπάντητο ερώτημα για τη δυνητική συνέχεια του έργου του και τη δυνητική Ελλάδα που θα προέκυπτε από αυτό. Τέτοιου είδους απόπειρες βέβαια, όπως έδειξε και ο θόρυβος γύρω από την πρόσφατη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, υποκρύπτουν την αναδρομική προβολή σύγχρονων ανησυχιών. Κατά την οξυδερκή παρατήρηση του Χρήστου Λούκου, η επικαιρότητα του Καποδίστρια «οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία, στις αρχές του 21ου αιώνα, επιμένει να αναζητεί στο παρελθόν τα αίτια των αδιεξόδων της, στρέφει προς τα πίσω το βλέμμα της για να ορίσει το παρόν της, ή ακόμη, για να σχεδιάσει το μέλλον της».
Ο εκλεκτός των Ελλήνων
Του Θάνου Μ. Βερέμη
Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1776, τη χρονιά που η Αμερική ολοκλήρωνε τον αγώνα της κατά της Βρετανίας, διεκδικώντας με τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας το δικαίωμα των πολιτών της στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε τη χρονιά που ο Ανταμ Σμιθ δημοσίευσε τον Πλούτο των εθνών, o Τόμας Πέιν την Κοινή Λογική και ο Τζέρεμι Μπένθαμ το Ρήγμα στην Κυβέρνηση. Γεννήθηκε λίγο μετά τον Επταετή Πόλεμο ανάμεσα στην Αγγλία και τη Γαλλία για την κατοχή των αποικιών στη Βόρεια Αμερική. Γεννήθηκε έξι χρονιά μετά τα Ορλωφικά του 1770 που έβαλαν ταφόπλακα στην ελληνική επανάσταση για μισό αιώνα.
Από τη γενέτειρά του, Κέρκυρα, χρειαζόταν ταξίδι εννιά μερόνυχτα για να φτάσει στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία, τη Βενετία, το 1794, και είκοσι οκτώ ημέρες στο Λαζαρέτο για καραντίνα. Από τη Βενετία το 1795 θα έφτανε στην Πάδοβα σε οκτώ ώρες για να σπουδάσει ιατροφιλόσοφος. Το 1807 η Ιόνιος Γερουσία διόρισε τον Καποδίστρια Γενικό Επίτροπο για την άμυνα της Λευκάδας από την αρπακτικότητα του Αλή Πασά. Το 1815 με εντολή του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄ ο Καποδίστριας έλαβε μέρος στο Συνέδριο της Βιέννης όπου αποφασίστηκαν οι γεωπολιτικές συνθήκες της μεταναπολεόντειας Ευρώπης. Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του συνεδρίου, ο Καποδίστριας ορίστηκε από τον Τσάρο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας. Ηταν μόλις 39 ετών και είχε ήδη φτάσει στην υψηλότερη επαγγελματική θέση της καριέρας του. Η περίφημη σύγκρουση ανάμεσα στον Πρωθυπουργό της Αυστρίας, Κλέμενς Βέντσελ Νέπομουκ Λόθαρ, Πρίγκιπα φoν Μέτερνιχ (1773-1859), και τον Ιωάννη Καποδίστρια ως υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας εκδηλώθηκε ανάμεσα στο 1818 στο συνέδριο του Ααχεν και τη διάσκεψη του Κάρλσμπαντ το 1819, όταν η Αυστρία και η Πρωσσία αστυνόμευαν τους φιλελεύθερους Ευρωπαίους. (Ο Χένρι Κίσινγκερ παρακολουθεί τη διαμάχη των δύο ανδρών στο βιβλίο του A Word Restored. Metternich, Castlereagh and the Problems of Peace, 1812-1822, εκδ. Houghton Mifflin, 1957.)
Το 1828 ο Καποδίστριας ανέλαβε την ηγεσία της χώρας με τον Μoριά ακόμη στα χέρια του Ιμπραήμ Πασά και τους Eλληνες σε εμφύλια διαμάχη.
Ποιος επαναστάτης, όμως, του Μοριά ή της Ρούμελης δεν ήθελε να συνδέεται με αυτόν τον καλλιεργημένο Κερκυραίο που διακρίθηκε ως υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου; Με σημαντικό αντίπαλο στην Ελλάδα τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ο Καποδίστριας υπήρξε αναμφίβολα ένας από τους λίγους Eλληνες που γνώριζαν τον κόσμο της διπλωματίας και είχε την ακεραιότητα του πιο τίμιου από τους ηγέτες των επαναστατημένων. Είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος πένθησε με ειλικρίνεια τον βίαιο θάνατό του. Η ευθύνη της οικογένειας Μαυρομιχάλη από τη Μάνη συνοδεύει την παραδοσιακή συμπεριφορά μιας φάρας που έδωσε πολλές ζωές στον Αγώνα. Αξίζει μία επίσκεψη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο για να δει κανείς το πορτρέτο του Ηλία Μαυρομιχάλη, ενός νεαρού με φυσιογνωμία αγγέλου.
*Ο κ. Θάνος Μ. Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ.
Η λεία της λογοτεχνίας
Της Καρολίνας Μέρμηγκα
«Θα πουν και θα γράψουν ό,τι θέλουν· στο τέλος όμως, οι άνθρωποι δεν κρίνονται απ’ όσα έχουν πει ή γράψει οι άλλοι γι’ αυτούς, αλλά από τη μαρτυρία των δικών τους πράξεων». Επιστολή, στα γαλλικά, του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ιωάννη-Γαβριήλ Εϋνάρδο, στις 14 Σεπτεμβρίου 1831 – δεκατρείς μέρες προτού δολοφονηθεί: «…Ούτε ο φόβος των μηχανορραφιών και των μηχανορράφων, ούτε των εφημερίδων, θα με κάνει να αποκλίνω από την πορεία μου. Μ’ αυτήν την πίστη έζησα μέχρι τη δύση του βίου μου, κι ήμουν εντάξει με τον εαυτό μου. Είναι αδύνατον, τέτοια ώρα πια, ν’ αλλάξω. Θα κάνω αυτό που πρέπει, κι ας γίνει ό,τι γίνει».

Το παραπάνω δεν είναι μυθιστόρημα, είναι Ιστορία. Oλη η πολύτομη αλληλογραφία του Καποδίστρια είναι Ιστορία, διαβάζεται όμως και σαν μυθιστόρημα γιατί μέσα της ξετυλίγεται η αγωνιώδης πορεία ενός ανθρώπου που έχει οικειοθελώς εγκαταλείψει ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να του προσφέρει η ζωή για χάρη ενός έργου που προσπαθεί να προλάβει, και βλέπει μπροστά του, ανάγλυφο κι αναπόφευκτο, το τέλος του. Και το αποδέχεται. Ο ήρωας επιλέγει τον θάνατό του. Oμως, ας είμαστε ειλικρινείς: χαρακτηρίζοντας ένα ιστορικό πρόσωπο ως «μυθιστορηματικό», αυτόματα ανακηρύσσουμε και την έναρξη της κυνηγετικής του περιόδου: γίνεται ο ελεύθερος στόχος μας, η λεία, η βορά στη φαντασία μας.
Ο Καποδίστριας δεν θα ήθελε να γίνει αντικείμενο της φαντασίας κανενός. Θα ήθελε να καταγραφεί από την Ιστορία, προσεκτικά και ξεκάθαρα, «η μαρτυρία των πράξεών του», γιατί αυτό θα αρκούσε για να πάρει τη σωστή του θέση σ’ αυτήν. Ομως η Ιστορία δεν δουλεύει με το κιαροσκούρο, δεν καταπιάνεται με φωτοσκιάσεις, κι η ζωή του δεν ήταν μόνο πράξεις αλλά και σιωπές και σκοτάδια – αλλιώς δεν θα ήταν αυτός που ήταν. Εκεί όπου δεν ακούγεται τίποτα, όπου δεν υπάρχει γεγονός, η Ιστορία θα κάνει ένα βήμα πίσω· αντίθετα, η Τέχνη θα ορμήξει ακάθεκτη, γιατί η Τέχνη δουλεύει πρωτίστως (αν όχι αποκλειστικά) με τις σιωπές και τα σκοτάδια, με το μυστήριο δηλαδή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά ιδού και το πρόβλημα: η Τέχνη μπορεί να επινοήσει, ακαταλόγιστα. Μπορεί να αγιοποιήσει ή να γελοιοποιήσει, να αποκαλύψει ή να διαστρεβλώσει, να απογειώσει ή να ρεζιλέψει. Μπορεί να δώσει ήχο σε σιωπές και μορφή σε δαίμονες, να «ζωντανέψει» και να φέρει κάποιον κοντά μας, αλλά μπορεί και να τον απομακρύνει ακόμα πιο πολύ. Και, ξανά, να τον σκοτώσει.
Γιατί να καταπιαστεί κανείς με τον Καποδίστρια; Με έναν περίεργο «ξένο» ιταλόφωνο Επτανήσιο που έμοιαζε και λίγο Ρώσος αλλά πίστευε κι εργαζόταν, ακατάπαυστα, για μια πατρίδα ελληνική; Με έναν διπλωμάτη-τεχνοκράτη που είχε μια πεισματική άποψη για το πώς φτιάχνεται ένα κράτος, και που, στο τέλος, τον δολοφόνησαν «οι δικοί μας»; Γιατί να καταπιαστεί κανείς με ένα φάντασμα κοκαλωμένο στην επίσημη, εθνικά αποστειρωμένη Ιστορία μας; Ομως ο Καποδίστριας επιμένει να μην είναι αόρατος. Βρίσκεται παντού γύρω μας – όχι στη φαντασία μας, στην πραγματικότητα. Χωρίς ανάγκη για remake. Αναδύεται συγκλονιστικός, μυθιστορηματικός, μέσα από τη «μαρτυρία των δικών του πράξεων», του έργου του, που ήταν συγκεκριμένο, αληθινό κι ανθεκτικό. Τα χνάρια του υπάρχουν ακόμα, και δεν αποζητούν τη δημιουργική φαντασία κανενός μας. Το πώς θα τον κοιτάξουμε εμείς τώρα και το πώς θα τον βαφτίσουμε (πεισματάρη, αυταρχικό, αυτοκαταστροφικό, ήρωα, άγιο ή δαίμονα) αποκαλύπτει ποιοι είμαστε εμείς σήμερα, όχι εκείνος τότε. Ο ίδιος, αποσυρμένος στη σιωπή του, στέκεται στη σειρά μαζί με όλους τους άλλους διάσημους νεκρούς μας που, ανυπεράσπιστοι απέναντι στις προθέσεις, φιλοδοξίες και δυνατότητές μας, ανήμποροι να αφηγηθούν τη δική τους ιστορία, ν’ απολογηθούν ή να διαμαρτυρηθούν, παραμένουν τα ευνοημένα ή καταδικασμένα θηράματά μας.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να καταπιαστούμε με τον Καποδίστρια – να τον κάνουμε τραγούδι, ή ταινία, ή μυθιστόρημα. Ενας λόγος ας είναι κι η αληθινή ανάγκη να τον δούμε όπως πραγματικά ήταν. Το πρωί της ημέρας της δολοφονίας του, προτού πάει στην εκκλησία όπου τον περίμεναν οι δολοφόνοι του, έγραψε ένα βιαστικό σημείωμα χωρίς διεύθυνση που βρέθηκε μετά πάνω στο γραφείο του: «Σας είμαι αιωνίως ευγνώμων· είναι ένα βάλσαμο για την ψυχή μου, την ποτισμένη κάθε λεπτό με πίκρα». Ας θελήσουμε να τον δούμε όπως πραγματικά ήταν, μπας και ρίξουμε λίγο βάλσαμο στην πίκρα του.
*Η κυρία Καρολίνα Μέρμηγκα είναι συγγραφέας.
Το θαύμα κυλάει στις φλέβες των ανθρώπων
Του Μάριου Χατζόπουλου
Για τους οπαδούς του πολιτικού φιλελευθερισμού στη Νότια Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα, όπως έχει δείξει η σύγχρονη έρευνα, το έθνος ήταν πρωτίστως μια πολιτική κοινότητα πιστών. Οι νοτιοευρωπαίοι φιλελεύθεροι την εποχή εκείνη θεωρούσαν ότι η θρησκεία ενδυνάμωνε, παρά υπονόμευε, τα αιτήματά τους. Ο Καποδίστριας ήταν ένας από αυτούς: ένας συντηρητικός φιλελεύθερος ο οποίος, έχοντας συγκεράσει τον Διαφωτισμό με τη θρησκεία (τυπικό γνώρισμα του νοτιοευρωπαϊκού φιλελευθερισμού), θεωρούσε ότι το ελληνικό έθνος όφειλε να γίνει μέρος μιας χριστιανικής οικουμένης εθνών. Μια επιστολή που απευθύνει ο ίδιος από την Κέρκυρα σχετικά με τα μέσα βελτίωσης της μοίρας των Ελλήνων (1819) είναι δηλωτική του πώς φαντάζονταν το έθνος. Εκεί μιλά για «τέκνα της Αγίας Μητέρας μας Εκκλησίας, αδελφούς συνδεδεμένους με κοινές συμφορές», οι οποίοι αλληλοβοηθούνται στη βάση μιας κοινής ηθικής, έχουν συναίσθηση των δεινών που τους μαστίζουν και αισθάνονται την ανάγκη να απαλλαγούν από αυτά.
O Καποδίστριας ήταν άνθρωπος με έντονη πίστη στον Θεό. Τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαμόρφωναν τις αξίες και καθοδηγούσαν τη δράση του σε μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος στην αλληλογραφία του επικαλείται συχνά τη θεία Πρόνοια ως προστάτη, συμπαραστάτη και οδηγό, χρησιμοποιώντας εναλλακτικά τη λέξη «Θεός», με μια μικρή αλλά διακριτή σημασιολογική διαφοροποίηση: τις περισσότερες φορές ο Θεός ευλογεί ή συγχωρεί, ενώ η Πρόνοια κήδεται, φροντίζει για τους ανθρώπους· αλλά και για τα έθνη. Η Πρόνοια «μόνη αυτή είναι ο ρυθμιστής των εθνών» (1819). Είναι, με άλλα λόγια, ο παράγοντας που ρυθμίζει το μέλλον τους υπό την έννοια του πεπρωμένου, του σχεδίου που έχει ο Θεός για τον καθένα.
Τις δραματικές μέρες του καλοκαιριού του 1827, όταν οι Δυνάμεις απαίτησαν ειρήνευση από τις δηώσεις του Ιμπραήμ, την οποία η Πύλη δεν δέχτηκε, υπεγράφη στο Λονδίνο η ομώνυμη συνθήκη που έδωσε, ανέλπιστα, το φιλί της ζωής στον Αγώνα. Ο Καποδίστριας βρισκόταν κι αυτός στο Λονδίνο, απ’ όπου έγραφε στους επαναστατημένους Ελληνες: «Αλλ’ όμως ας μη αποδειλιώμεν· καθότι διά θαυμάτων […] έζησε μέχρι τούδε η θεία Πρόνοια την Ελλάδα. Αρα και διά θαυμάτων θέλει τήν σώση, διότι η Πρόνοια ουδέν επί ματαίω ποιεί». Με την Ελληνική Επανάσταση επί ξηρού ακμής, ο Καποδίστριας αντιμετώπιζε, δικαιολογημένα ίσως, την προοπτική της ελευθερίας ως θαυματουργία προσβλέποντας σε ένα συλλογικό μέλλον που είχε σχεδιαστεί από τον Θεό. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι η υλοποίηση του μέλλοντος αυτού ήταν (και) στα χέρια των ανθρώπων: «πάσα του μέλλοντος μεταβολή κείται εν χειρί Θεού, πλην πρέπει να ομολογήσωμεν ότι στέκει και εις την εξουσίαν σας αδελφοί […]».
Λίγο μετά, στις αρχές του 1828, ο Καποδίστριας αποβιβαζόταν στην «έρημη χώρα» που είχε κληθεί να κυβερνήσει. Λίγο πιο πριν, η ναυμαχία του Ναυαρίνου είχε τσακίσει τον Ιμπραήμ. Στις ελεύθερες περιοχές της Πελοποννήσου και στα νησιά, όπου συνωθούνταν οι μάζες των προσφύγων και τα απομεινάρια των επαναστατών, η ζωή ήταν δύσκολη. Ομως η μεγάλη μεταβολή που είχε σχεδιαστεί, όπως πίστευε ο ίδιος, από την Πρόνοια, ήταν πια στα δικά του χέρια. Ο Κυβερνήτης ήταν άφθαρτος από τον φατριασμό και ικανός να κατασιγάσει τα εμφύλια πάθη που είχαν δοκιμάσει σκληρά την Επανάσταση. Εχοντας διατελέσει υπουργός Εξωτερικών μιας υπερδύναμης, ερχόταν να θέσει τις ικανότητες και τη διεθνή επιρροή του στην υπηρεσία ενός νεαρού κράτους που υποστασιοποιούσε, με όρους εθνικούς, τη χώρα των προγόνων του. Η αριστοκρατική του καταγωγή, η δυτική του παιδεία, οι εμπειρίες του στην τσαρική αυλή και ο συντηρητικός φιλελευθερισμός του τον καθιστούσαν οπαδό της πεφωτισμένης δεσποτείας, όπου ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό και πατερναλιστικό κράτος θα αναλάμβανε να απαλλάξει «τον γενναίο και καλό λαό» από ντόπιες και ξένες τυραννίες καθορίζοντας ασφαλή σύνορα, διανέμοντας γαίες στους ακτήμονες και βελτιώνοντας το γενικότερο ηθικό και πνευματικό επίπεδο του τόπου. Κατά γενική ομολογία, δεν υπήρχε άλλος περισσότερο κατάλληλος. Ομως ο ίδιος ήταν εκεί για να αναλάβει ένα έργο που δεν του είχε ανατεθεί μοναχά από τους ανθρώπους. Το θαύμα της ίδρυσης μιας ελεύθερης και ανεξάρτητης Ελλάδας κυλούσε ήδη στις φλέβες του.
*Ο κ. Μάριος Χατζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.






