«Σας ευχαριστώ που χαραμίσατε ώρα από τη ζωή σας και σκεφτήκατε την ταινία μας» είναι το πρώτο πράγμα που ο ευγενής Τζιμ Τζάρμους, ψηλόλιγνος με τα σκούρα γυαλιά και τη χαρακτηριστική λευκή κόμη του, είπε στο πάνελ αυτής της συνέντευξης που έλαβε χώρα στο Λίντο της Βενετίας, λίγο πριν από τη βράβευση της τελευταίας ταινίας του «Father Mother Sister Brother» με τον Χρυσό Λέοντα διά χειρός προέδρου της κριτικής επιτροπής Αλεξάντερ Πέιν.

Βαθιά ανθρώπινη, πολύ χιουμοριστική αλλά συγχρόνως μελαγχολική, η ταινία είναι τρία «στιγμιότυπα» από τη ζωή τριών οικογενειών σε τρεις διαφορετικές χώρες. Μοιρασμένη σε τρία μέρη, η ταινία αρχίζει με τον «Πατέρα» εστιάζοντας σε έναν μποέμ πατέρα (Τομ Γουέιτς) και τα δύο παιδιά του (Aνταμ Ντράιβερ και Μαγίμ Μπαλίκ), συνεχίζει με τη «Μητέρα», όπου κεντρικά πρόσωπα είναι μια ιρλανδή αριστοκράτισσα και οι δύο κόρες της (Σαρλότ Ράμπλινγκ, Κέιτ Μπλάνσετ, Βίκι Κριπς) και κλείνει με το «Αδελφός Αδελφή» όπου δύο αδέλφια (Ιντια Μουρ, Λουκά Σαμπά) επισκέπτονται για τελευταία φορά την τελευταία κατοικία των γονιών τους. Το μεγαλείο της ποίησης μέσα από την καθημερινότητα…

Πώς εργαστήκατε πάνω στο σενάριο του «Father Mother Sister Brother»;

«Μου αρέσει να σκέφτομαι ηθοποιούς όταν αποφασίζω να δημιουργήσω κάτι. Ξεκίνησα με τον Τομ Γουέιτς ως πατέρα. Μετά σκέφτηκα ότι ο Ανταμ Ντράιβερ θα ήταν μια ενδιαφέρουσα επιλογή ως γιος του. Και ενώ έγραφα αυτή την ιστορία, οι άλλες δύο άρχισαν να παίρνουν σχήμα στο μυαλό μου. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα. Πέφτουν μικροί σπόροι στην αρχή και στη συνέχεια γράφω πάρα πολύ γρήγορα. Ο “κήπος” της πρώτης ιστορίας φτιάχτηκε, μετά άρχισε η δεύτερη και την τρίτη την έγραψα πολύ γρήγορα».

Οπως έχετε δηλώσει στο παρελθόν, πριν αρχίσετε να γράφετε το σενάριο μιας ταινίας διαβάζετε πάντα ποίηση της Μαργκερίτ Ντιράς για έμπνευση. Το κάνατε και σε αυτήν την ταινία;

«Ναι. Στην πραγματικότητα δεν μου αρέσουν τα σενάρια γιατί τα σενάρια δεν είναι λογοτεχνία. Είναι απλώς ένας χάρτης που φτιάχνεις, μέσα από τον οποίο πας να βγάλεις κάτι. Οπότε τα σενάρια δεν είναι λογοτεχνία και είναι και λίγο εκνευριστικά. Αλλά πρέπει να βρεις τη σωστή φωνή. Για αυτό δεν αναφέρομαι ποτέ στην κάμερα όταν γράφω σενάριο, πού θα μπει, ποια γωνία θα χρησιμοποιήσω κ.ο.κ. Προσπαθώ να παραμείνω απλός.

Και η Μαργκαρίτ Ντιράς είναι τόσο φίνα κομψή. Θα γράψει κάτι όπως “απάντησε με μια αρνητική χειρονομία”. Κοίτα τι όμορφο που είναι. Η Ντιράς έχει μια πανέμορφη τεχνική στην αφαίρεση, έναν τρόπο να μεταφέρει την πρόζα μέσα στην ποίηση. Και αυτό νομίζω ότι η Ντιράς μου δίνει πριν αρχίσω να γράφω ένα σενάριο. Μου δίνει τη φωνή του σεναρίου και τα σενάριά μου, πιστέψτε με, δεν είναι με τίποτα Μαργκερίτ Ντιράς».

Παρ’ όλα αυτά, τα σενάριά σας περιέχουν ήρωες και οι ήρωες αυτοί είναι γραμμένοι από εσάς. Πόσο ταυτίζεστε μαζί τους;

«Δεν το αναλύω αυτό καθόλου. Κάνεις τις δικές σου παρατηρήσεις, έχεις τις δικές σου εμπειρίες, οι οποίες σε έχουν διαμορφώσει αλλά δεν μεταφράζονται με αυτοβιογραφικό τρόπο σε αυτό που κάνεις, παρότι μπορείς να πεις ότι κάθε ταινία ή κάθε βιβλίο, με έναν τρόπο είναι μια αυτοβιογραφία αυτού που γύρισε την ταινία ή έγραψε το βιβλίο. Οχι όμως συνειδητά, αυτό δεν το έχω. Ενδεχομένως να βρίσκεται μέσα στο σενάριο αλλά δεν το ψάχνω καθόλου. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι συμπάσχω μαζί τους, τους αγαπώ χωρίς να θέλω να τους κρίνω».

Ολες αυτές οι ιστορίες συνδέονται κάπως μαζί σας;

«Οπως τίποτα δεν είναι προσωπικά αυτοβιογραφικό σε αυτήν την ταινία, έτσι δεν την είδα ως μια βαθιά σπουδή πάνω στις οικογενειακές δυναμικές και αξίες. Τουλάχιστον δεν είχα πρόθεση για κάτι τέτοιο. Η αλήθεια είναι ότι όλοι έχουμε τα θέματά μας με τις οικογένειές μας. Και όλοι έχουμε αδυναμίες, ελαττώματα. Και προσωπικά δεν μου αρέσουν οι καλοί και οι κακοί. Βρίσκουν μια χαρά τη θέση τους στις ταινίες εκδίκησης, αλλά δεν είναι του γούστου μου.

Ισως σε κάποιες ταινίες μόνο, όπως π.χ. στον “Νεκρό”, οι κυνηγοί επικηρυγμένων. Το βασικό θέμα μου στο “Father Mother Sister Brother” ήταν πραγματικά η συμπύκνωση… Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να φανεί ότι δεν προσπαθείς. Ημουν πολύ προσηλωμένος όταν έφτιαχνα αυτή την ταινία – μια απλή κίνηση της Κέιτ Μπλάνσετ απαιτεί περισσότερη προσήλωση απ’ ό,τι απαιτούν τα ζόμπι που τρέχουν σαν παλαβά στους δρόμους… Εμαθα πολλά φτιάχνοντας αυτή την ταινία – πάντα μαθαίνω πράγματα στις ταινίες μου. Κάθε μέρα μαθαίνω».

Πώς δουλεύετε με τους ηθοποιούς;

«Δεν κάνω ποτέ πρόβες. Δεν μου αρέσει καθόλου. Κουβεντιάζω όμως με τους ηθοποιούς μου για τους χαρακτήρες τους. Τους επιτρέπω να ακολουθήσουν όποια κατεύθυνση θέλουν γιατί τους θέλω πάντα φρέσκους. Το κάνω γιατί δεν βρίσκονται όλοι στις ίδιες σκηνές, άρα δεν μπορώ να πω σε όλους τη γενικότητα “ωραία, παιδιά, πάμε για αυτό ή εκείνο”. Αυτό το έμαθα από τον Νίκολας Ρέι όταν δούλεψα βοηθός του τα τελευταία χρόνια της ζωής του».

Γιατί δεν σας αρέσουν οι πρόβες;

«Γιατί για μένα υποκριτική σημαίνει αντίδραση (acting is about reacting). Υποκριτική δεν σημαίνει να πεις απ’ έξω ό,τι σου δίνεται γραμμένο στο χαρτί, αλλά να μπορείς να έχεις διάδραση με τον άλλον. Γι’ αυτό και μου αρέσουν πολύ οι σκηνές σιωπής. Εκεί που τα πράγματα τα οποία δεν λέγονται λένε περισσότερα».

Μιλήστε λίγο για τη χωροταξία της ταινίας που είναι μοιρασμένη σε τρεις χώρες, την Αμερική, την Ιρλανδία και τη Γαλλία.

«Το επεισόδιο του πατέρα τοποθετείται στα βορειοανατολικά της Νέας Υόρκης γιατί εκεί έχω ένα σπίτι, στα βουνά. Ηθελα να το χρησιμοποιήσω, οπότε έβαλα εκεί την πρώτη ιστορία. Μου αρέσει πολύ εκεί και πιστεύω αυτό που λέει ο Τομ Γουέιτς ότι “είναι ένα βήμα μακριά από τον αποκαλούμενο πραγματικό κόσμο”. Το δεύτερο επεισόδιο είναι Δουβλίνο αλλά αρχικά ήταν Λονδίνο.

Οταν όμως τελείωσα το σενάριο σκέφτηκα ότι η Ιρλανδία θα ήταν προτιμότερη. Η Ιρλανδία δοξάζει συγγραφείς, είναι story tellers οι Ιρλανδοί – άσε που δεν πληρώνεις φόρους εκεί αν είσαι συγγραφέας. Οσο για το τρίτο επεισόδιο, το Παρίσι, τι να πω αλήθεια για αυτό; Είναι η δεύτερη πιο αγαπημένη μου πόλη μετά τη Νέα Υόρκη, κάτι σαν δεύτερη πατρίδα μου. Περνώ πολύ χρόνο στο Παρίσι – μάλιστα προσπαθώ να πάρω καλλιτεχνική βίζα ώστε να ζω εκεί περισσότερο».

Πού οφείλεται αυτή η έντονη σύνδεσή σας με το Παρίσι;

«Το Παρίσι είναι μέρος της ζωής μου. Ολη μου η μετεφηβική περίοδος ήταν στο Παρίσι. Κατά κάποιον τρόπο στο Παρίσι οφείλεται η επιθυμία μου να κάνω κινηματογράφο. Στα 20 μου, μετά το Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη, εκεί συνέχισα τις σπουδές μου. Επέστρεψα στην Αμερική χωρίς να τις έχω ολοκληρώσει διότι περνούσα όλη την ώρα μου στη Cinemateque. Εκεί είδα ταινίες από την Ινδία, την Ιαπωνία, την Κίνα, ταινίες του παλιού Χόλιγουντ, γαλλικές, ιταλικές – το μυαλό μου είχε ηλεκτριστεί. Εκεί, με έναν τρόπο παθιάστηκα με αυτό το μέσον, που είναι τόσο όμορφο, να λες ανθρώπινες ιστορίες με μια κινηματογραφική μηχανή».

INFO Η ταινία «Father Mother Sister Brother» προβάλλεται στις αίθουσες σε διανομή Cinobo.