Ο Γιωργής Τσουρής ξέρει να φτιάχνει παραστάσεις: γράφει, σκηνοθετεί, παίζει, προτείνοντας ένα θέατρο ρεαλιστικό, σκληρό, ανθρώπινο. Φέτος, με το «Τζόνι Μπλε», μια ιστορία ανδρικής φιλίας, προσθέτει άλλη μια επιτυχία. Και τον περιμένουν πολλές ακόμα.
Γράφατε από μικρός;
«Αν και πάντα έγραφα, δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα βιοποριστώ από το γράψιμο. Γιατί τα τελευταία χρόνια ο βιοπορισμός μου είναι πρώτα το γράψιμο, μετά η σκηνοθεσία και ύστερα το ηθοποιός. Δεν το περίμενα. Συνέβη, κυρίως από τη συγκεντρωτική μου διάθεση. Ημουν στο Εθνικό μία δεκαετία. Στο διάστημα της δεύτερης πενταετίας μου εκεί, άρχισα να κάνω δικά μου πράγματα σε παραστάσεις άλλων: οργάνωση, παραγωγή, μετάφραση, βοηθός σκηνοθέτη ή έπαιζα. Το 2014 φτιάξαμε τη δική μας εταιρεία. Αποφασίσαμε με τη Βάλια (σ.σ.: Παπακωνσταντίνου, ηθοποιό και γυναίκα του) και τον φίλο μου Βαγγέλη Ρωμνιό να κάνουμε δικό μας έργο – μια δοκιμή στο πουθενά. Με τον ρεαλισμό ως βασική μου παιδεία και σε συνδυασμό με την κωμωδία, φτιάξαμε μια ιστορία, τον “Χαρτοπόλεμο”. Ο Βαγγέλης το κείμενο, εγώ τη δομή, ο Γιώργος Παλούμπης στη σκηνοθεσία. Πέσαμε με τα μούτρα. Εκεί κάπως κατάλαβα ότι μπορούμε και να ζήσουμε από αυτό. Ξεκίνησε για 7 παραστάσεις, κάναμε 130-140. Στην 20ή “έφυγε” ο Βαγγέλης κι αυτό μάς έκοψε τα πόδια – ακόμα αναρρώνουμε…».
Αλλά συνεχίσατε…
«Αποφασίσαμε με τη Βάλια, οι δυο μας, να δούμε ποιο θα είναι το επόμενο βήμα. Στην ίδια πατίνα φτιάξαμε το “170 τετραγωνικά” που ξεπέρασε τις προσδοκίες μας. Μετά άρχισαν να έρχονται σ’ εμάς.
Είχα, έχω, ευκολία στο γράψιμο. Δουλεύω πολύ στη δομή. Πριν ξεκινήσω να γράφω έχω όλη τη δομή και συνήθως αφού έχω τη δομή γράφω πρώτα το φινάλε, για να ξέρω τι αίσθηση θα έχει. Μετά, ό,τι γράφω το επικοινωνώ: Θα πάρω πρώτα τη μάνα μου, για να έχω έναν θεατή και να ακούσω τον εαυτό μου. Μετά, η Βάλια, να μου πει τι της αρέσει ή όχι, να φέρει τις προτάσεις της. Είμαστε οι βασιλιάδες του re-writing. Βλέπω τις ραφές μου και κάνω διορθώσεις. Είναι σημαντικό, όταν γράφεις κάτι, να αφήνεις το τρίτο μάτι να επιδράσει πάνω σου. Το τελευταίο draft ανήκει στη ματιά του ηθοποιού. Αλλωστε ως ηθοποιός γράφω. Εμπιστεύομαι το ένστικτο εκείνου που θα εκφωνήσει μια ατάκα».
Τα έργα σας εμπεριέχουν βία. Σημεία των καιρών;
«Ο ρεαλισμός καλείται να αποτυπώσει με αληθοφάνεια μια κατάσταση – να την πιστέψεις, να την επαληθεύσεις. Δύσκολο είδος. Για να γράψεις ένα έργο πρέπει να έχεις μια σύγκρουση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αληθινό είναι και συγκρουσιακό. Υπάρχει βέβαια μια παρανόηση. Η αλήθεια δεν είναι μόνο σκληρή ούτε βίαιη. Μπορεί να είναι ευφρόσυνη, τρυφερή και πολλά άλλα. Αλλά στα έργα μας δεν επικρατεί σαν ποσόστωση – επικρατεί η σκληρότητα. Μου λένε ότι χτυπάω την αγία ελληνική οικογένεια. Δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση. Πιστεύω στον θεσμό της οικογένειας, οικογενειάρχης είμαι. Ασχολούμαι με αυτό γιατί το ξέρω. Γράφω για αυτά που ξέρω. Αλλωστε είναι θέματα αρχετυπικά».
Κάνει καλό να βλέπουμε τη βία;
«Δεν ξέρω, δεν μπορώ να απαντήσω. Θα έλεγα ότι στα έργα μας υπάρχει ένα “τσεχοφικό” (με εκατομμύρια εισαγωγικά), αντιστάθμισμα, είναι κωμωδίες. Μεταχειρίζονται τον τρόπο της κωμωδίας. Δεν σου λένε “αν θέλετε, γελάστε” αλλά “γελάστε παρακαλώ”. Και γελάνε. Ειδικά το “Τζόνι Μπλε” είναι σαν κοινωνικό πείραμα. Θέλουμε να κάνουμε τα αστεία με μια ποιότητα. Να μην εκφυλίζουν, να εκθέτουν. Νιώθω ότι βρίσκουμε έναν τρόπο να δώσουμε μια διέξοδο, μια αχτίδα φωτός…
Οπότε πιστεύω ότι η βία είναι καλό εάν θέλει κάτι να μας πει και κακό αν θέλει μόνο να μας σοκάρει. Θα ήθελα να κάνω ένα έργο, το επόμενο, όπου η βία να είναι άλλου είδους, εσωτερικευμένη. Το ρίσκο υπάρχει έτσι κι αλλιώς».
Στο «Τζόνι Μπλε» αγγίζετε την αυτοδικία…
«Προσωπικά την έχω μέσα μου, όχι μόνο για τα παιδιά μου αλλά και για τη γυναίκα μου. Οταν έμαθα ότι κάποιος αδίκησε τη Βάλια με τρόπο που την πλήγωσε πολύ, το ένστικτό μου δεν ήταν να την παρηγορήσω αλλά να πλήξω αυτόν. Και η συγχώρεση που είναι η μόνη αλήθεια, και η αγάπη, η μόνη διέξοδος, όπως έχουν πει όλοι οι μεγάλοι διανοητές, όχι μόνον ο Χριστός, δεν μπορώ να πω ότι θα ήταν η πρώτη μου επιλογή ή ότι την έχω τόσο εύκολα μέσα μου. Μπαίνουν φίλτρα, άμυνες».
Παραμένετε πρωτίστως ηθοποιός;
«Θα μου αρκούσε, μια-δυο χρονιές, να παίξω μόνο, εάν παράλληλα έγραφα κάτι. Θα ήθελα να δουλέψω με σκηνοθέτες που εκτιμώ, να είμαι εργαλείο τους. Αλλωστε για ηθοποιός-τραγουδοποιός ξεκίνησα. Δεν νομίζω ότι μπορώ πια να σταματήσω να γράφω. Ούτε να παραδώσω ένα έργο και να αποσυρθώ από την πρόβα. Δεν είναι θέμα ανασφάλειας αλλά αυτογνωσίας. Ξέρω ότι δεν είμαι αυτοτελής σε αυτό που γράφω. Χρειάζομαι τη διαδικασία της πρόβας για να το ολοκληρώσω – κι εμένα μέσα. Αν κάποια στιγμή γράψω ένα έργο και το δώσω, αυτό θα είναι προχώρημα, ένα στάδιο επιπλέον ωριμότητας. Δεν είμαι ακόμα εκεί. Είναι όμως ένας στόχος μου.
Εχω εντοπίσει τους στόχους μου. Το θέμα είναι πόσες φορές θα χρειαστεί να φάω τα μούτρα μου μέχρι να μπορέσω να τους εκπληρώσω. Δεν με πειράζει να ρισκάρω. Το σημαντικότερο σε αυτή τη δουλειά είναι αυτό που λένε για τον αθλητισμό. Αν έχεις βρει τον τρόπο με τον οποίο ξανασηκώνεσαι, πέσε, κι αν σε κρατήσει το σκοινί, σε κράτησε. Αν ξέρεις πώς να μαζέψεις τα κομμάτια σου, κάνεις για αυτή τη δουλειά».
Βρήκατε τον δρόμο σας;
«Από τον “Χαρτοπόλεμο” και πέρα μπορέσαμε να αποκτήσουμε μια ταυτότητα, μας ενδιέφερε. Στα επόμενα βήματα εξερευνούμε. Οπως αυτό που θα κάνω του χρόνου. Θα σκηνοθετήσω έργο άλλου νεοέλληνα συγγραφέα χωρίς να παίξω – καινούργια πίστα. Μετά σκέφτομαι έναν μεγάλο ρόλο ρεπερτορίου με άλλον σκηνοθέτη – μπορεί να γίνει και σύντομα. Θα ήθελα στο μέλλον να δείξω κι άλλα πράγματα».
Βραβείο Χορν 2020: Τι κρατάτε;
«Χάρηκα τόσο πολύ. Κάπως ένιωσα ότι το πήρα για όλο αυτό που έκανα τότε. Ενιωσα προσοχή, πήρα αγάπη. Ηταν μια στιγμή που μου πρόσφερε το θέατρο κι αυτοί οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που με πρόσεξαν. Μου έδωσε δύναμη».



