Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Παρά το γεγονός ότι η ηπατίτιδα C αποτελεί σήμερα μία από τις ελάχιστες χρόνιες ιογενείς λοιμώξεις που μπορούν να θεραπευτούν οριστικά, η παγκόσμια κοινότητα εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον στόχο εξάλειψης της νόσου έως το 2030. Το μήνυμα που κυριάρχησε σε ειδική συνεδρία του EASL 2026 με τίτλο «Γιατί ο χρόνος είναι καθοριστικός στη φροντίδα της ηπατίτιδας C – Πώς η έγκαιρη παρέμβαση βελτιώνει τα αποτελέσματα» (Why Timing Matters in HCV Care – How Earlier Action Improves Outcomes) ήταν σαφές: το πρόβλημα δεν είναι πλέον η έλλειψη αποτελεσματικών φαρμάκων, αλλά οι καθυστερήσεις που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τη διαδρομή του ασθενούς από τη διάγνωση έως τη θεραπεία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ειδική συνεδρία που οργάνωσε η φαρμακευτική εταιρεία Abbvie, περίπου 45,8 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σήμερα με λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C παγκοσμίως. Κάποιες δεκάδες χιλιάδες ζουν και στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν καταγραφές ακόμη και για εκείνους που έχουν διαγνωστεί. Μόνο το 2025 εκτιμάται ότι καταγράφηκαν περισσότερες από 777.000 νέες λοιμώξεις, ενώ οι θάνατοι που σχετίζονται με τη νόσο ξεπέρασαν τους 240.000, δηλαδή περίπου 27 θάνατοι κάθε ώρα. Το οικονομικό βάρος της νόσου υπολογίζεται ότι υπερβαίνει τα 10 δισ. δολάρια ετησίως.

Οι στόχοι του ΠΟΥ και η πραγματικότητα

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει θέσει ως στόχο έως το 2030 να έχει διαγνωστεί το 90% των ατόμων που ζουν με HCV και να έχει λάβει θεραπεία το 80% των διαγνωσμένων ασθενών. Ωστόσο, η εικόνα που παρουσιάστηκε στο EASL απέχει σημαντικά από αυτό το όραμα. Σήμερα μόλις το 21% των φορέων γνωρίζει ότι έχει μολυνθεί, ενώ μόνο το 2% λαμβάνει θεραπεία.
Οι χαμένες ευκαιρίες

Όπως αναφέρθηκε, οι ασθενείς χάνονται σε πολλά σημεία της λεγόμενης «αλυσίδας φροντίδας». Ορισμένοι δεν υποβάλλονται ποτέ σε έλεγχο, παρότι ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου. Άλλοι δεν προχωρούν σε επιβεβαιωτικές εξετάσεις μετά από ένα θετικό αποτέλεσμα. Πολλοί χάνονται μετά τη διάγνωση, χωρίς να ξεκινούν θεραπεία ή να παρακολουθούνται συστηματικά.

Οι ειδικοί μίλησαν για χαμένες ευκαιρίες παρέμβασης, οι οποίες συσσωρεύονται και τελικά οδηγούν σε αποτυχία των προγραμμάτων εξάλειψης και τόνισαν ότι κάθε καθυστέρηση έχει σωρευτικό κόστος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, η απώλεια χρόνου οδηγεί σε τέσσερις παράλληλες συνέπειες:

  • αυξημένη μετάδοση του ιού,
  • επιδείνωση της ηπατικής νόσου,
  • αύξηση του κόστους περίθαλψης,
  • απομάκρυνση από τους στόχους εξάλειψης του 2030.

«Το πρόβλημα δεν είναι μία μεγάλη αποτυχία του συστήματος, αλλά χιλιάδες μικρές χαμένες ευκαιρίες παρέμβασης», ήταν το κεντρικό μήνυμα της συνεδρίας.

Όταν η αναμονή κοστίζει

Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν δείχνουν ότι η μη θεραπευμένη χρόνια ηπατίτιδα C συνδέεται με σοβαρές επιπλοκές. Μεταξύ άλλων, παρατηρούνται αυξημένα ποσοστά:

  • μη αντιρροπούμενης κίρρωσης,
  • ηπατοκυτταρικού καρκίνου,
  • καρδιαγγειακών επιπλοκών,
  • μεταβολικών διαταραχών,
  • ψυχικών νοσημάτων,
  • κρυοσφαιριναιμίας και άλλων εξωηπατικών εκδηλώσεων.

Οι ομιλητές τόνισαν ότι η νόσος δεν αφορά αποκλειστικά το ήπαρ. Πρόκειται για μια συστηματική λοίμωξη που επηρεάζει πολλαπλά όργανα και επιβαρύνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Παράλληλα, η καθυστέρηση στη θεραπεία επιτρέπει τη συνέχιση της μετάδοσης στις κοινότητες υψηλού κινδύνου. Μοντέλα που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο έδειξαν ότι ένα μικρό σύνολο ατόμων που παραμένουν αθεράπευτα μπορεί να οδηγήσει σε δεκάδες ή και εκατοντάδες νέες λοιμώξεις μέσα σε λίγα χρόνια, διαιωνίζοντας την επιδημία.

Γιατί καθυστερεί η θεραπεία

Οι λόγοι είναι πολλοί και συχνά αφορούν ολόκληρη την αλυσίδα φροντίδας. Πριν ακόμη ο ασθενής αναζητήσει βοήθεια, η απουσία συμπτωμάτων δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η νόσος δεν είναι σοβαρή. Πολλοί εξακολουθούν να συνδέουν την ηπατίτιδα C με τις δύσκολες θεραπείες της εποχής της ιντερφερόνης, αγνοώντας ότι οι σημερινές θεραπείες είναι σύντομες, ασφαλείς και ιδιαίτερα αποτελεσματικές.

Στη συνέχεια εμφανίζονται εμπόδια στο ίδιο το σύστημα υγείας: παραπομπές μεταξύ διαφορετικών δομών, καθυστερήσεις στα ραντεβού, διοικητικές διαδικασίες και ελλιπής συντονισμός υπηρεσιών.

Οι ειδικοί εκτίμησαν ότι σε ορισμένες χώρες ο χρόνος από τη διάγνωση έως την έναρξη της θεραπείας μπορεί να φθάσει ακόμη και τους οκτώ μήνες.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει στη μάχη

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μηνύματα του EASL 2026 ήταν ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει η τεχνητή νοημοσύνη στον εντοπισμό των ασθενών. Μελέτες από το Ισραήλ, την Ισπανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξαν ότι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης μπορούν να αναλύουν ηλεκτρονικούς ιατρικούς φακέλους και να εντοπίζουν άτομα με υψηλή πιθανότητα αδιάγνωστης λοίμωξης.

Σε ισραηλινή μελέτη, η στοχευμένη προσέγγιση με χρήση τεχνητής νοημοσύνης εντόπισε τον ίδιο αριθμό ενεργών περιστατικών με τον καθολικό πληθυσμιακό έλεγχο, αλλά με περισσότερες από 100 φορές λιγότερες εξετάσεις. Σε άλλη ισπανική εφαρμογή, το σύστημα εντόπισε ασθενείς που είχαν χαθεί από την παρακολούθηση για περισσότερα από δέκα χρόνια. Από όσους επανεντάχθηκαν στη φροντίδα, το 97% ξεκίνησε θεραπεία και το 87% πέτυχε ίαση.

Παράλληλα, αυτοματοποιημένα συστήματα υπενθύμισης μπορούν να ειδοποιούν τους γιατρούς όταν ένας ασθενής πληροί τα κριτήρια ελέγχου ή όταν εμφανίζει εργαστηριακά ευρήματα που θα πρέπει να οδηγήσουν σε εξέταση για HCV.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Συντασσόμενη με τις επιταγές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η χώρα μας επεδίωξε πριν από περίπου 10 χρόνια να υλοποιήσεις ένα σχετικό σχέδιο δράσης, το οποίο αν και ξεκίνησε αρκετά φιλότιμα και παρά την οικονομική κρίση και τις περικοπές στις δαπάνες υγείας, τελικά δεν κατάφερε να πετύχει ούτε στο ελάχιστο το στόχο του.

Η διάγνωση 4000-5000 ετησίως νοσούντων κατ’ έτος περιορίστηκε σε μερικές εκατοντάδες μόνο, ενώ μετά το 2019 και την έκρηξη της πανδημίας σχεδόν εγκαταλείφτηκε η προσπάθεια. Σχετικά με τον επιπολασμό της νόσου οι εκτιμήσεις τότε έδιναν μια ομάδα ατόμων που ξεπερνούσαν τις 35.000.

Εδώ και αρκετούς μήνες όμως η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Ήπατος έχει εντείνει τιε προσπάθειές της προκειμένου να επανέλθει και πάλι στο προσκήνιο η αναχαίτιση της Ηπατίτιδας C και μένει πλέον η ανταπόκριση του Υπουργείου Υγείας στην τήρηση των δεσμεύσεών του.