Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Είχε τα δίκια του o Τόνι Μπλερ, όταν μεταξύ άλλων στη συνέντευξή του στο Τέταρτο Πρόγραμμα του BBC αναφερόταν στη βρετανική πολιτική σκηνή και την κυβέρνηση των Εργατικών με όρους κωμωδίας.

«Μία σοβαρή χώρα δεν μπορεί απλώς να αλλάζει ηγέτες. Χωρίς ένα συνεκτικό σχέδιο για έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, ένας νέος ηγέτης δεν θα αλλάξει την πορεία του Ηνωμένου Βασιλείου» είπε μεταξύ άλλων o πρώην πρωθυπουργός, συμπληρώνοντας ότι οι πολιτικές θα πρέπει να προηγούνται των πολιτικών (η άκομψη ελληνική απόδοση της ατάκας “policy first and politics second”). Και συμπλήρωσε ότι «το να προσπαθείς να αλλάξεις πρωθυπουργό όταν καλά-καλά δεν έχεις καταλάβεις την κατεύθυνση της πολιτικής σου, δεν είναι σοβαρός τρόπος να πολιτεύεσαι».

«Τρου» που λέει κι η νεολαία. Μετά την ήττα (την πανωλεθρία ακριβέστερα) στις τοπικές εκλογές της 7ης Μαΐου, οι Εργατικοί έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους, έχοντας αναλωθεί σε συζητήσεις γύρω από τη αντιδημοτικότητα του Κιρ Στάρμερ. Η κουβέντα στριφογυρίζει γύρω από την επικοινωνιακή ανικανότητα του ίδιους και της κυβέρνησής του ή την έλλειψη πολιτικής αντίληψης που τον διακρίνει σε κρίσεις, με χαρακτηριστική αυτή του Πίτερ Μάντελσον. Υπάρχουν έτοιμοι διεκδικητές για τη θέση, επικρίσεις για το στυλ ηγεσίας αλλά καμία ουσιώδης διαφορά σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής, πέραν ίσως του Brexit, που ανέσυρε ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ και αποτελεί αστείο να συζητιέται δέκα χρόνια μετά.

Ίσως το μόνο στο οποίο άπαντες συμφωνούν είναι ότι το κόστος ζωής είναι πρόβλημα, ότι η κοινωνική ανισότητα αποτελεί πραγματικό πρόβλημα, που υπονομεύει την πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς, ότι η εξωτερική πολιτική της Βρετανίας δεν θα πρέπει να είναι απλό παρακολούθημα των ΗΠΑ.

Άπαντες; Όχι ακριβώς, και κάπου εδώ ξαναγυρίζουμε στον Τόνι Μπλερ. Ο οποίος χαρακτήρισε «αναμάσημα της Ακροαριστεράς το αφήγημα ότι τίποτα καλό δεν βγήκε από 40 χρόνια νεοφιλελευθερισμό» και «επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι οι Εργατικοί πρέπει να στρίψουν προς τα αριστερά», προτού καταγγείλει ως ιδιαίτερα επιβαρυντικό για την επιχειρηματικότητα τον νέο χάρτη εργασιακών δικαιωμάτων και ζητήσει από τους Εργατικούς να εκφράσουν το «ριζοσπαστικό κέντρο». Παρέλειψε βέβαια να εξηγήσει τι ακριβώς είναι αυτό το διαβόητο πολιτικό νεφέλωμα, αν όχι μια αναπαλαίωση της δεκαετίας του ’90, όταν ο Τρίτος Δρόμος της σοσιαλδημοκρατίας «έκοβε εισιτήρια», σε μια εποχή υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και χαμηλού κόστους.

Έκτοτε μεσολάβησαν πολλά. Δύο πόλεμοι της συλλογικής Δύσης στη Μέση Ανατολή που κόστισαν δισεκατομμύρια, δίχως ορατό αποτέλεσμα. Η ορμητική είσοδος της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα.  Η woke agenda, πολύτιμο συμπλήρωμα των μεταϋλιστικών κινημάτων που συνόδευσαν την Δύση στην εποχή της μεταπολεμικής νιότης. Το αντιδραστικό backlash κι ο Ντόναλντ Τραμπ, ως φαινόμενο που κανονικοποίησε τον εκχυδαϊσμό της πολιτικής και κατέστησε το νταραβέρι με την Ακροδεξιά «αναγκαίο κακό». Η αυταρχικοποίηση της Ρωσίας, στον καπιταλιστικό εκδημοκρατισμό της οποίας είχε ποντάρει ο ίδιος ο Μπλερ, προτού διαψευσθούμε όλοι λίγα χρόνια μετά στην Ουκρανία. Τα social media και το «μαύρο κουτί» της AI. Η εργασιακά ατίθαση GenZ.

Πράγματα εν πολλοίς άγνωστα στον 73χρονο σήμερα Μπλερ, ο οποίος φαίνεται πως έχει βρει το μυστικό της ευτυχίας στην παροχή συμβουλευτική υπηρεσιών και το real estate, αυγατίζοντας την προσωπική του περιουσία, η οποία υπολογίζεται μεταξύ 60 και 100 εκατομμύρια δολάρια. Και θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι στο ινστιτούτο με τον (ταπεινό για ζώντα) τίτλο Tony Blair Institute for Global Change χρυσός χορηγός είναι ο διαβόητος Λάρι Έλισον της Oracle, τραμπικός από τους λίγους.

«Στα δικά μας χρόνια τα πράγματα ήταν αλλιώς» ήταν κι είναι η εισαγωγική φράση κάθε τίμιου boomer -όρος που παραπέμπει περισσότερο σε νοοτροπία παρά σε ηλικιακό χαρακτηρισμό- που προσπαθούσε να μας ψαρώσει με το χθες, να μας κολλήσει νοσταλγία. Πρόκειται για ευγενές σπορ όταν προκύπτει ως προσωπική επιλογή. Όταν πάλι αρθρώνεται σε πολιτική πρόταση καταλήγει στην καλύτερη σε γέλια, στην χειρότερη σε κλάματα. Μια νοσταλγία της εποχής του Μπλερ και του Σρέντερ, δε διαφέρει από τις άλλες νοσταλγίες. Ίσως αποτελεί ιδεώδες ψυχολογικό καταφύγιο για όσους ονειρεύονται μια εποχή που το πιο ριψοκίνδυνο δίλημμα ήταν «Oasis ή Blur» κι η παγκοσμιοποίηση έμοιαζε ευλογία.

Όμως τα κόζια έχουν αλλάξει. Μια απλή παράθεση των στατιστικών στοιχείων είναι αποκαλυπτική. Στη Βρετανία, έξι στους δέκα είναι απαισιόδοξοι για το οικονομικό μέλλον τους, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Gallup, ενώ το Ινστιτούτο Πολιτικών Ανώτατης Εκπαίδευσης (Hepi) καταγράφει επιδείνωση των οικονομικών για τα πανεπιστήμια της χώρας. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ έντεκα εκατομμύρια άνθρωποι στο νησί αντιμετωπίζουν έλλειψη επαρκούς στέγασης, ενώ στους 300.000 υπολογίζονται οι άστεγοι. Σύμφωνα με στοιχεία της Βουλής των Κοινοτήτων το πλουσιότερο 10% του Ηνωμένου Βασιλείου κατέχει το μισό του συνολικού πλούτου της νησιωτικής χώρας.

Σκληρά δεδομένα, στα οποία δεν καταλαβαίνει κανείς τι μπορεί να προσφέρει το μείγμα που εφαρμόστηκε τρεις δεκαετίες πριν και περιλάμβανε μεταξύ άλλων την ελαστικοποίηση του κόστους εργασίας, τη χαλάρωση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα, την ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων. Ιδέες που ίσως είχαν νόημα και αποτέλεσμα στην εποχή τους αλλά σήμερα, εν μέσω μείωσης της εργασιακής κινητικότητας (εξαιτίας αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής και δημογραφικής γήρανσης) και με τον πόλεμο των κυρώσεων να μαίνεται, δείχνουν να έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους.

Υπό αυτή την έννοια η αναπόληση όντως μπορεί να εξελιχθεί σε άκρως επικίνδυνο γεγονός. Όχι με τον τρόπο που προκρίνει ο πρώην πρωθυπουργός, ξορκίζοντας μία επιστροφή στα 70s. Αλλά με αυτόν που προκρίνει το συντηρητικό περιοδικό Spectator, ζητώντας την επάνοδο του Μπλερ στην Ντάουνιγκ Στριτ- κρίνεται άκρως επικίνδυνη. Σαν το θειάφι, που όταν χρησιμοποιείται σωστά βοηθά στην απομάκρυνση φιδιών και βλαβερών εντόμων, όμως εάν χρησιμοποιείται επανειλημμένα και απερίσκεπτα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να προκαλέσει τον θάνατο.