«Γιατί πρέπει να διδάσκονται τα Αρχαία Ελληνικά (ΑΕ) στα σχολεία;». Το ερώτημα δεν έχει ακόμη υποβληθεί στους περαστικούς της Ερμού ή της Τσιμισκή, αλλά υπάρχουν αρκετά δεδομένα για να υποθέσουμε ότι η μεγάλη πλειονότητα θα αντιδρούσε με ανακλαστικά εθνικής περηφάνιας ή και υποχρέωσης. Κατά τα λοιπά, κάποια ποσοστά θα μοιράζονταν το «επειδή είναι η μακρινή μητέρα της σημερινής μας γλώσσας» και το (συναφές με το προηγούμενο) «όταν γνωρίζουμε ΑΕ μιλάμε και γράφουμε καλύτερα τα Νέα Ελληνικά». Δεν θα λείψουν οι ευέλπιδες της Δευτέρας Παρουσίας τού «αρχαίο πνεύμα αθάνατο» ούτε, έστω και με ποσοστά Νέας Αριστεράς, οι αλχημιστές που ξέρουν ότι κάθε γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου ξεκλειδώνει τα μυστήρια αυτού του κόσμου ούτε οι ιεροφάντες που θεώνται «πνεύμα ΑΕ επιφερόμενον επί του κυβερνοχώρου». Το πολύ ενδιαφέρον με αυτή τη δημοσκόπηση είναι ότι αριθμεί και αρκετούς στην κατηγορία «Δεν γνωρίζω αλλά απαντώ». Πρόκειται, πάντως, για ζήτημα που το φορτώσαμε χρόνια τώρα με τόσες ευχολογικές γενικολογίες και φαντασιώσεις και γι’ αυτό, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη, ας μιλήσουμε πιο πρακτικά, ας μας δοθεί ετούτη η χάρη.
Και ας πούμε πρώτα-πρώτα ότι στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα το «πρέπει» των ΑΕ δεν μπορεί να νοείται ως υποχρεωτικό συσσίτιο για τον γενικό μαθητικό πληθυσμό.
Παλαιότερες εποχές, έξω αλλά και εδώ, αντιμετώπιζαν με κάποιο είδος ρομαντικής δεκτικότητας το μέγεθος της μαθησιακής επένδυσης που απαιτεί μια συστηματική σπουδή των ΑΕ, αλλά το επιστημολογικό μοντέλο που επικαθορίζει τελικά και την εκπαιδευτική πράξη άλλαξε και αλλάζει συνεχώς εδώ και δεκαετίες. Η πεισματική εθελοτυφλία απέναντι στις αλλαγές δεν έχει αφήσει, όσο ξέρω, αισθητό αποτύπωμα στους σύγχρονους εκαπαιδευτικούς σχεδιασμούς.
Ωστόσο, θα αντιτάξουν πολλοί, τα ΑΕ στα καθ’ ημάς διατηρούν για διάφορους λόγους και με κάποιον τρόπο ζώσα αξία και δεν είναι, ή δεν μπορεί να είναι, μόνο αρχαιογνωστικό κειμήλιο. Συμφωνώ και επαυξάνω, λέγοντας ότι, για τους ίδιους λόγους, τους πρέπει ιδιάζων σεβασμός και για τον σκοπό αυτόν χρειάζονται το κατάλληλο εκπαιδευτικό τέμενος – που κάποτε υπήρχε, όπως υπήρχε, με τη μορφή του Κλασικού Λυκείου. Δεν ξέρω αν η πρόταση για σοβαρή και συστηματική ανασύσταση αυτού του θεσμού καταγγελθεί ως ελιτισμός ή αναχρονισμός, και δεν με ενδιαφέρει, ξέρω, όμως, ότι, ακόμη και μέσα στο σύγχρονο βαρομετρικό χαμηλό για τα ανθρωπιστικά γράμματα, ο λόγιος Ερμής και η σοφή Αθηνά (που, παρεμπιπτόντως, είναι και λατινομαθείς) «καταδυναστεύουν» μια ευγενή μειονότητα νεαρών ψυχών που θα το επιλέξουν. Και ξέρω ακόμη ότι μόνο οι απόφοιτοί του θα εγγυηθούν το χαμένο κύρος των πανεπιστημιακών Κλασικών Τομέων στα Τμήματα Φιλολογίας που τώρα χρόνο με τον χρόνο υποδέχονται τραγικά χαμηλόβαθμους των Πανελλαδικών, πολλοί από τους οποίους δεν ορέχτηκαν τη φιλολογία ούτε ως προαιρετικό επιδόρπιο και καταλήγουν ανόρεχτοι κομπάρσοι σε μια εντεινόμενη φάρσα του τύπου «κάποιοι κάνουν ότι διδάσκουν και κάποιοι κάνουν ότι σπουδάζουν».
Τώρα, εύλογα θα ρωτήσουν πολλοί: και θα μείνει έξω από τον νυμφώνα της μεγάλης γλωσσικής μας κληρονομιάς η πλειονότητα του μαθητικού πληθυσμού; Πρόκειται για καίριο ζήτημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί διαταξικά στη βάση σύντομων και καλά επιλεγμένων κειμένων, από τις πιο απλές μορφές καθαρεύουσας μέχρι και τα κράσπεδα του κλασικού πεζού λόγου – μια διαβαθμισμένη, γλωσσική κατά κύριο λόγο, διδασκαλία βασικών στοιχείων της μορφολογίας και της ιστορικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας. Αν μας ανησυχεί ένα ανελλήνιστο μέλλον όπου ο Παπαδιαμάντης και ο Βιζυηνός θα είναι απροσπέλαστοι χωρίς μεταγλώττιση, ένα τέτοιο μάθημα είναι, πιστεύω, πιο χρήσιμο από έναν ψυχαναγκαστικό παιδεμό στο πρωτότυπο του θουκυδίδειου «Επιταφίου» ή της σοφόκλειας «Αντιγόνης». Και μπορεί να αισιοδοξεί κανείς ότι οι απόφοιτοι αυτής της υπόθεσης δεν θα έχουν σοβαρές δυσκολίες με τα δώδεκα ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης. Αν, όπως είναι πιθανό, προκύψουν και ρέκτες που θα θελήσουν να πάνε παραπέρα «ιδίοις αναλώμασι», τόσο το καλύτερο.
Μπορώ να προβλέψω και ένα άλλο εύλογο ερώτημα: Και τι κάνουμε με τα μεγάλα διανοήματα και τις ανθρωπιστικές αξίες που εμφωλεύουν στα κλασικά κείμενα; Η απάντηση μπορεί να αρχίσει με μια αντι-ερώτηση: Τι κατορθώνει να διδάξει από αυτή την τιμαλφή παρακαταθήκη το σημερινό σύστημα; Και η συνέχεια: Δεν είναι πιο λογικό να αναλάβει αυτό το καθήκον η μετάφραση καίριων κειμένων τα οποία μάλιστα στη νεοελληνική τους μορφή μπορεί να γίνουν προσιτά από τους μαθητές στο σύνολο ή σε ένα μεγάλο μέρος τους; Και δεν χρειάζεται καμιά συντεχνιακή ανησυχία γιατί είτε με τη διαβαθμισμένη γλωσσική διδασκαλία που είπαμε είτε με την πλοήγηση διά μέσου μεταφράσεων οι φιλόλογοι δεν θα έχουν λιγότερη απασχόληση από ό,τι σήμερα.
Και μια-δυο επιλογικές σκέψεις. Μακάριοι οι γιγνώσκοντες ΑΕ, αλλά οι ανεπάρκειες στη χρήση της ΝΕ οφείλονται κυρίως στη γενική αναγνωστική ανορεξία και στο συναπάντημά της με ποικίλες μορφές βραχυγράφησης της σκέψης και του λόγου μέσα στον τεχνολογικό ορυμαγδό.
Ως προς τα επίλοιπα… Οι εκκλήσεις για βιωματική προσέλευση στο διαχρονικό θαύμα της ΑΕ και η ανακήρυξή της σε ζωτικό όργανο διδακτικής καινοτομίας (;) μοιάζουν με φαντασιακό παντεσπάνι σε εποχή σιτοδείας – όταν δεν είναι η ευσεβής πρόσοψη μιας ελληνοφροσύνης που νομίζει ότι απευθύνεται στην οικουμένη όταν στην πραγματικότητα επιδίδεται σε αυτάρεσκη ομφαλοσκοπία – ρομαντικό στην καλύτερη περίπτωση, γραφικό στη χειρότερη, αρκεί να μη φιλοδοξεί να αναλάβει και εκπαιδευτικό ρόλο.
Γιατί αν είναι να παίξουμε σε αυτό το γήπεδο, φοβού (και στο ζήτημα αυτό) τους Κινέζους που, σε πείσμα της νευροεπιστήμης, καμαρώνουν ότι η γλώσσα τους είναι η μόνη που ασκεί και τα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια.
Ο κ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής είναι ακαδημαϊκός και πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.



