Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το νομοσχέδιο που φιλοδοξεί να ρυθμίσει το τηλεοπτικό τοπίο στην περιφέρεια, κλείνοντας μια εκκρεμότητα που διαρκεί από το 1998.
Το σχέδιο νόμου που παρουσίασε ο Παύλος Μαρινάκης εισάγει συγκεκριμένα κριτήρια για την αδειοδότηση των σταθμών, οι οποίοι μέχρι σήμερα λειτουργούν υπό ένα ιδιότυπο και προσωρινό καθεστώς.
Τα «κλειδιά» της αδειοδότησης, το τέλος των δημοπρασιών
Η βασική αλλαγή που φέρνει το νομοσχέδιο είναι η κατάργηση του μοντέλου της δημοπρασίας (πλειοδοτικός διαγωνισμός), το οποίο είχε νομοθετηθεί το 2015. Αντ’ αυτού, η αδειοδότηση θα βασίζεται πλέον σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θα ελέγχονται από το ΕΣΡ.
Οι ενδιαφερόμενοι σταθμοί θα πρέπει να αποδεικνύουν:
- Ιδιοκτησιακή διαφάνεια: Ονομαστικοποίηση μετοχών για κάθε μέτοχο με ποσοστό άνω του 1%.
- Οικονομική βιωσιμότητα: Κατάθεση ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας.
- Τεχνικές προδιαγραφές: Υποχρεωτική εκπομπή σε υψηλή ευκρίνεια (HD) και ύπαρξη ελάχιστου βασικού εξοπλισμού και κτιριακών εγκαταστάσεων.
Διασφάλιση θέσεων εργασίας και έλεγχος δικτύωσης
Για πρώτη φορά ορίζεται ελάχιστος αριθμός εργαζομένων (δημοσιογραφικού και τεχνικού προσωπικού) ανά κανάλι, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι σταθμοί-φαντάσματα που λειτουργούν με ελάχιστο προσωπικό.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο θέτει «κόκκινες γραμμές» στη δικτύωση των περιφερειακών σταθμών. Στόχος είναι να μην επιτρέπεται η συνεχής αναμετάδοση προγράμματος μεταξύ σταθμών διαφορετικών περιοχών, κάτι που στην πράξη υποκρύπτει πανελλαδική εμβέλεια χωρίς την ανάλογη άδεια.
Κυρώσεις και εποπτικό κόστος
Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) αναλαμβάνει τον ρόλο του ελεγκτή, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις που φτάνουν μέχρι και την ανάκληση της άδειας σε περιπτώσεις μη τήρησης των κανόνων. Όσοι λάβουν άδεια θα καταβάλλουν ένα ετήσιο κόστος εποπτείας υπέρ του ΕΣΡ, το οποίο θα υπολογίζεται με βάση τον πληθυσμό της κάθε περιφέρειας.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η ρύθμιση αυτή αποτελούσε πάγιο αίτημα των υγιών επιχειρήσεων του κλάδου που ζητούσαν ένα σαφές πλαίσιο ανταγωνισμού. Η διαβούλευση θα διαρκέσει μέχρι τις 4 Μαΐου 2026, οπότε και το κείμενο θα πάρει την τελική του μορφή πριν κατατεθεί στη Βουλή.



