Πριν από μερικούς μήνες, οι έφηβοι στην Αυστραλία ήταν οι πρώτοι παγκοσμίως που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απαγόρευση των social media, με τους ίδιους να δηλώνουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στις νέες αποφάσεις -εικόνα που θυμίζει τις συζητήσεις που ανοίγουν σήμερα και στην Ελλάδα. Ωστόσο, μόλις τέσσερις μήνες μετά, η απαγόρευση φαίνεται να έχει χάσει τη δυναμική της, καθώς οι ανήλικοι έχουν ήδη βρει τρόπους να συνεχίζουν κανονικά την παρουσία τους στις αγαπημένες τους πλατφόρμες.
Η απαγόρευση χρήσης των social media από ανηλίκους κάτω των 16 ετών στην Αυστραλία, παρουσιάστηκε ως ένα από τα πιο αυστηρά και φιλόδοξα μέτρα διεθνώς για την προστασία των παιδιών στο διαδίκτυο. Την ίδια στιγμή, έρευνες αποτυπώνουν ότι περισσότεροι από έξι στους δέκα ανήλικους εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά τους περιορισμούς. Πιο συγκεκριμένα, η έρευνα δείχνει ότι το 53% των ανήλικων χρηστών στο TikTok, το 53% στο YouTube και το 52% στο Instagram εξακολουθούν να συνδέονται κανονικά.
Η κυβέρνηση της Αυστραλίας είχε προχωρήσει σε μαζική διαγραφή λογαριασμών, με εκατομμύρια από αυτούς να αφαιρούνται το πρώτο διάστημα εφαρμογής της νομοθεσίας. Μάλιστα, η Meta ανακοίνωσε ότι έχει μπλοκάρει 550.000 λογαριασμούς, επισημαίνοντας ωστόσο ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δυσκολίες στον αξιόπιστο έλεγχο ηλικίας. Παρά την προσπάθεια αυτή, η αρχική «εκκαθάριση» αποδείχθηκε προσωρινή. Οι χρήστες επέστρεψαν γρήγορα, δημιουργώντας νέους λογαριασμούς και συνεχίζοντας τη δραστηριότητά τους σχεδόν χωρίς διακοπή.

Πηγή: Reuters
Η τακτική που ακολουθούν και ο ρόλος των γονέων
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό φαίνεται να παίζει η ευκολία με την οποία μπορούν να παρακαμφθούν οι περιορισμοί. Οι ανήλικοι δηλώνουν ψευδείς ηλικίες κατά την εγγραφή, χρησιμοποιούν εργαλεία όπως VPN για να εμφανίζονται ως κάτοικοι άλλων χωρών ή απλώς ανοίγουν νέους λογαριασμούς, αμέσως μόλις διαγραφούν οι προηγούμενοι. Οι τεχνικοί αυτοί τρόποι είναι ευρέως γνωστοί και ιδιαίτερα εύκολοι στη χρήση, ακόμη και για νεαρούς χρήστες.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις η παράκαμψη γίνεται με τη σιωπηρή ή και ενεργή συμμετοχή των γονέων. Ορισμένοι μάλιστα γονείς επιτρέπουν στα παιδιά τους να χρησιμοποιούν δικούς τους λογαριασμούς ή παρέχουν στοιχεία της ταυτότητάς τους για την εγγραφή, υπονομεύοντας στην πράξη την εφαρμογή της απαγόρευσης.
Αν και υπήρξαν κάποιες τάσεις μετακίνησης προς εναλλακτικές εφαρμογές, αυτές δεν είχαν μαζικό χαρακτήρα. Οι περισσότεροι χρήστες προτίμησαν να παραμείνουν στις γνωστές πλατφόρμες, έστω και με πιο «ανεπίσημο» τρόπο. Αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η κοινωνική διάσταση των social media είναι τόσο ισχυρή, που δύσκολα μπορεί να περιοριστεί με διοικητικά μέτρα.

Ο Νόα Τζόουνς δείχνει μια προειδοποίηση στο κινητό του που αναφέρει ότι δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε έναν ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης στο Σίδνεϊ. (AP Photo/Rick Rycroft)
Πολλοί λογαριασμοί δεν εντοπίζονται
Παράλληλα, τίθενται ερωτήματα για τον ρόλο και την ευθύνη των ίδιων των εταιρειών τεχνολογίας. Παρότι υποχρεώθηκαν να εφαρμόσουν αυστηρότερους μηχανισμούς επαλήθευσης ηλικίας, στην πράξη τα μέτρα αυτά φαίνεται να μην επαρκούν. Πολλοί λογαριασμοί δεν εντοπίζονται, ενώ άλλοι δημιουργούνται εκ νέου χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, γεγονός που αναδεικνύει τα όρια της τεχνολογικής επιτήρησης.
Ορισμένοι ειδικοί εκφράζουν μάλιστα ανησυχία ότι η απαγόρευση μπορεί να έχει και αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Αντί να περιορίσει την έκθεση των ανηλίκων σε κινδύνους, ενδέχεται να τους ωθήσει σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες ή σε πιο «αόρατες» μορφές χρήσης, όπου η εποπτεία είναι ακόμη πιο δύσκολη.
Έτσι, για πολλούς νέους η απαγόρευση δεν έχει βελτιώσει ουσιαστικά την ασφάλεια στο διαδίκτυο. Αντίθετα, η εμπειρία δείχνει ότι οι συμπεριφορές παραμένουν ίδιες, απλώς μετακινούνται εκτός των επίσημων πλαισίων.

Μήπως η τεχνολογία δεν δέχεται όρια;
Η περίπτωση της Αυστραλίας αναδεικνύει ένα ευρύτερο ζήτημα για τη ρύθμιση του ψηφιακού χώρου. Σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτερα από τη νομοθεσία και οι χρήστες βρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους προσαρμογής, οι απαγορεύσεις αποδεικνύονται δύσκολα εφαρμόσιμες στην πράξη.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο τέτοιου είδους μέτρα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά ή αν απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτό, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος και για την Ελλάδα, όπου η επιβολή αντίστοιχων περιορισμών βρίσκεται πλέον στο τραπέζι. Ωστόσο, η εμπειρία της Αυστραλίας λειτουργεί ήδη ως προειδοποιητικό παράδειγμα για τα όρια τέτοιων μέτρων.
Η ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας, η μεγαλύτερη ευθύνη των πλατφορμών και η ουσιαστική εμπλοκή των οικογενειών ενδέχεται να αποτελούν πιο ρεαλιστικές λύσεις από μια γενικευμένη απαγόρευση.
Για την ώρα, πάντως, το συμπέρασμα από την αυστραλιανή εμπειρία είναι σαφές. Οι έφηβοι δεν εγκατέλειψαν τα social media. Απλώς έμαθαν να τα χρησιμοποιούν με τρόπους που ξεφεύγουν από τους κανόνες.



