Ο πραγματισμός στην πολιτική, δεν αντιστρατεύεται μόνο τις άτοπες επιδιώξεις, αλλά είναι και ο πιο γόνιμος δρόμος για να πετύχουμε τους στόχους μας. Αρκεί βέβαια να εδράζεται σε συγκεκριμένο σχέδιο, να ακολουθεί τη σωστή μέθοδο και πρωτίστως να υποστηρίζεται από την κατάλληλη ηγεσία.

Η αξία άλλωστε του ηγέτη, δεν κρίνεται και δεν μετριέται με υπερβατικούς όρους. Αλλά από την ικανότητα του να μπορεί να διαβάζει την πραγματικότητα, να αξιοποιεί τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, να αναζητά συμμάχους, πείθοντας τους πως η προτεραιότητα που ο ίδιος έχει θέσει εξυπηρετεί και τα δικά τους μακροπρόθεσμα συμφέροντα.

Με άλλα λόγια, κανένας πολιτικός στόχος δεν επιτυγχάνεται αν δεν διασφαλίζει τις παραπάνω αυτονόητες προϋποθέσεις. Ούτε φτάνει η αυτονόητη προσήλωση, όταν αυτή δεν συνοδεύεται με πράξεις και ενέργειες που θα πιστοποιούν την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα σου. Μόνο για να θυμηθούμε τον αξεπέραστο Νίκο Καζαντζάκη, «ο αφτέρουγος κοινός νους, δεν θα μπορούσε να το μαντέψει, το αδύνατο γίνεται δυνατό».

Κορυφαίο παράδειγμα, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Απρίλιο του 2003. Αρχιτέκτονάς της ο Κώστας Σημίτης. Ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός, κατανοώντας τις βαθύτερες μεταβολές του εξευρωπαϊσμού, είχε αναμφίβολα καταλυτική συνδρομή και συμβολή, στην επίτευξη ενός μεγάλου στρατηγικού στόχου. Το προσωπικό στοίχημα που έβαλε και κέρδισε έχει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του.

Μια αδύνατη επαγγελία, που έμοιαζε με άπιαστη ουτοπία, έγινε πραγματικότητα. To γεγονός αυτό ήταν κάτι παραπάνω από ένα επίτευγμα, πολιτικό και εθνικό. Ισοδυναμούσε με την ανατροπή γεωπολιτικών επιδιώξεων, ακόμη και στρατιωτικών δεδομένων στο νησί. Η ένταξη αμφισβητήθηκε και πολεμήθηκε με όλα τα μέσα. Δεν ήταν τυχαίο πως η πλειονότητα ηγεσιών, αναλυτών, διεθνολόγων, διαμορφωτών της κοινής γνώμης, στοιχημάτιζαν δημοσίως, πως δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και αυτό γιατί, η διαιρεμένη Κύπρος έμοιαζε ως κάτι ξένο και επιβλαβές για την ευρωπαϊκή συνοχή. Κοινός τόπος ήταν η άρνηση όλων σχεδόν των Ευρωπαίων εταίρων μας, να δεχθούν τη συμμετοχή ενός κράτους που αντιμετώπιζε οξυμένα προβλήματα εντάσεων και αντιπαλότητας, τα οποία ανατροφοδοτούσαν οι εθνοτοπικές διενέξεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Πρωτίστως όμως, εξαιτίας της κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού από τις τουρκικές δυνάμεις.

Ουσιαστικά, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήθελε με κανένα τρόπο να εμπλακεί στο πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε συζήτηση για την ένταξη της Κύπρου, πάντα σκόνταφτε στο άλυτο Κυπριακό πρόβλημα. Μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου, είχε εμπεδωθεί η αντίληψη πως η επίλυσή του είχε οδηγηθεί σε τέλμα. Όλες οι μέχρι τότε πρωτοβουλίες της διεθνούς κοινότητας είχαν ναυαγήσει, με αποτέλεσμα το Κυπριακό να βρίσκεται σε αχαρτογράφητα νερά. Και το κυριότερο να ακυρώνει εν τη γενέσει της, την οποιαδήποτε συζήτηση για την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρόλα αυτά, οι πρωτοβουλίες που είχαν αναπτυχθεί από Ελλάδα και Κύπρο, δεν έπαυαν να κρατούν ανοικτό το ζήτημα. Ο αείμνηστος Γιάννος Κρανιδιώτης, είχε εγκαίρως προωθήσει την ιδέα μιας στρατηγικής απεγκλωβισμού του Κυπριακού από την τουρκική ομηρία, υποστηρίζοντας την ανάγκη της ευρωπαϊκής προοπτικής της Κύπρου αλλά και της Τουρκίας. Βέβαια οι προσεγγίσεις του αυτές, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις σε Αθήνα και Λευκωσία.

Οι ποικιλώνυμοι πατριδοκάπηλοι του εθνικού φρονήματος, εξόρκιζαν τις προσεγγίσεις που ξέφευγαν από τα γνωστά στερεότυπα. Εντούτοις ο πρόεδρος Γιώργος Βασιλείου είχε την τόλμη να καταθέσει το αίτημα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Ιούλιο του 1990. Τα όσα μεσολάβησαν, δεν ανέτρεψαν το κλίμα άρνησης που επικρατούσε σε όλα τα επίπεδα της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Άλλωστε σε αυτό συνέβαλλαν δραστικά, η θέση της Τουρκίας πως το Κυπριακό λύθηκε το 1974. Αλλά και οι αμφιταλαντεύσεις της κυπριακής ηγεσίας, που προκαλούσαν σύγχυση και αποπροσανατολισμό, όπως η περίπτωση της προμήθειας των ρωσικών πυραύλων S 300. H εθνικιστική ρητορική και η δυσπραγία σε μια ευέλικτη και πραγματιστική προσέγγιση του Κυπριακού, επέτειναν τη δυσανεξία των κοινοτικών εταίρων.

Ωστόσο οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν στην Ελλάδα, άλλαξαν τα δεδομένα. Το 1995 η χώρα μας, ήρε το βέτο της στην τελωνειακή ένωση Ε.Ε- Τουρκίας, με αντάλλαγμα τον καθορισμό ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κυπριακή Δημοκρατία. Το κεκτημένο αυτό, συνέβαλλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση νέων προσεγγίσεων και αναπροσανατολισμών.

Με την εκλογή του στην πρωθυπουργία τον Ιανουάριο του 1996, ο Κώστα Σημίτης δεσμεύτηκε για την επίτευξη τριών μεγάλων στόχων. Τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρώ, την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο Πανεπιστημιακός Γιάννης Βούλγαρης στο ντοκιμαντέρ που δημιούργησε ΤΟ ΒΗΜΑ, ο Έλληνας Πρωθυπουργός πραγματοποίησε και τους τρείς στόχους, συνομιλώντας με την Ιστορία.

Διασφαλίζοντας μια γόνιμη συνεργασία με τον τότε κύπριο Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, συμφώνησαν πως η Αθήνα έχει την πρωτοβουλία των ευρωπαϊκών χειρισμών ως προς την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε και η Λευκωσία διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στο Κυπριακό. Έτσι σχεδιάστηκαν όλα τα βήματα και οι ενέργειες που έπρεπε να αναληφθούν και από τις δύο πλευρές. Η προπαρασκευή τους ήταν αναμφίβολα, μια εξαιρετικά δύσκολη και απαιτητική υπόθεση. Κυρίαρχη πεποίθηση ήταν πως η προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα λειτουργούσε και ως καταλύτης για την επίλυση του Κυπριακού, εξουδετερώνοντας τις όποιες αρνήσεις και αμφισβητήσεις υπήρχαν.

Γνωστό είναι πως η διαδικασία ένταξης πέρασε από σαράντα κύματα. Χρειάστηκε η μαεστρία του Κώστα Σημίτη, για να ξεπεραστούν οι ενστάσεις των ευρωπαίων εταίρων. Προτάσσοντας τη συμμετοχή του νησιού στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αξιοποίησε στο έπακρο την ιστορική ευκαιρία της διεύρυνσης της Ε.Ε με δέκα κράτη, κάνοντας απολύτως σαφές, πως δεν μπορεί να υπάρξει διεύρυνση χωρίς την Κύπρο. Παράλληλα στήριξε τη στρατηγική του, στην εκφρασμένη επιθυμία της Τουρκίας να ανοίξουν οι ενταξιακές διαδικασίες για την ίδια.

Έτσι ο Έλληνας Πρωθυπουργός πέτυχε το ακατόρθωτο. Ενδεικτικό είναι, ότι στις αποφάσεις του Συμβουλίου Κορυφής τον Δεκέμβριο του 1997 στο Λουξεμβούργο, η Κύπρος αντιμετωπίζεται ενιαία, μαζί με τα άλλα εννέα υπό ένταξη κράτη. Επιπλέον τονίζονταν η ανάγκη επίλυσης του Κυπριακού, σε συνεργασία με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 1998 δεν εξελίχθηκαν ομαλά και αδιασάλευτα. Ο ογκόλιθος Ραούλ Ντενκτάς, ήταν αδιαμφισβήτητα το μεγάλο εμπόδιο.

Με τους αριστοτεχνικούς χειρισμούς του Σημίτη, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μπήκαν σε δημιουργική τροχιά και προοπτική. Επιπροσθέτως στις διαπραγματεύσεις, ξεχωριστός ήταν ο ρόλος τόσο του Προέδρου Γλαύκου Κληρίδη, όσο και του διαπραγματευτή εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας, Γιώργου Βασιλείου. Η συνεργασία και των δύο είχε απτά αποτελέσματα. Και το σημαντικότερο, λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας απέναντι στους αρνητές της επίλυσης του Κυπριακού.

Ο Κώστας Σημίτης γνωρίζοντας από πρώτο χέρι το δυσμενές κλίμα που υπήρχε στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επιδόθηκε σε ένα μαραθώνιο αγώνα. Μάλιστα κάποια στιγμή άφησε να φανεί πως αν η Κύπρος δεν αντιμετωπίζονταν ενιαία με τα άλλα εννέα κράτη, η Ελλάδα θα έθετε βέτο για τη διεύρυνση. Αξιοποιώντας τις καλές προσωπικές σχέσεις που είχε με τους ηγέτες των χωρών της Ευρώπης και την αμοιβαία εμπιστοσύνη η οποία υπήρχε μεταξύ τους, επεδίωξε και είχε συναντήσεις σχεδόν με όλους.

Αξιοσημείωτο είναι, ότι έχοντας υπόψη τις έντονες αντιδράσεις του τότε Γάλλου Προέδρου Ζακ Σιράκ, να δοθεί στην Κύπρο το πράσινο φως για την ένταξή της στην Ε.Ε, έπειτα από συνεννόηση μαζί του, πραγματοποίησε μυστικό ταξίδι αστραπή στο Παρίσι, για συνομιλίες κατ’ ιδίαν στο προεδρικό μέγαρο. Το ταξίδι αυτό παρέμενε άγνωστο έως το 2025.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά ιστορικό γεγονός. Και αυτό γιατί ήταν συνδεδεμένο με την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος, με την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, με την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας και πρωτίστως με τη διεύρυνση της Ε.Ε. Η διασύνδεσή τους δεν ήταν απλώς σύνθετη και δύσκολη, αλλά παρέπεμπε στον τετραγωνισμό του κύκλου. Η απρόσμενη συμφωνία του Ελσίνκι, που πέτυχε με όλα τα πολιτικά και διπλωματικά μέσα ο Κώστας Σημίτης, συνιστούσε μεγάλη ανατροπή για τα μέχρι τότε δεδομένα. Ταυτόχρονα έδινε το ευρωπαϊκό διαβατήριο στην Κύπρο.

Το μεγάλο επίτευγμα του Ελσίνκι ήταν, ότι ρητά διατυπώνονταν η αποδέσμευση της δέσμευσης από τη λύση του Κυπριακού πολιτικού προβλήματος. Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Η συμφωνία αποσαφήνιζε πως θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα δύο βασικά προβλήματα που υπήρχαν προκειμένου να προχωρήσει η ένταξη. Το πρώτο ήταν η εξασφάλιση των προϋποθέσεων της. Το δεύτερο, πως σε καμμιά περίπτωση δεν θα έπρεπε να επωμιστεί η ελληνοκυπριακή πλευρά το βάρος ενός αδιεξόδου στην επίλυση ενός προβλήματος.

Η επιτυχία του Ελσίνκι δικαιώθηκε ιστορικά και πολιτικά. Το επιβεβαίωσε η σύνοδος κορυφής των ευρωπαίων ηγετών στη Σεβίλλη, στα μέσα του 2002. Αλλά και το επικύρωσε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Κοπεγχάγη το Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Η Κύπρος μπορεί να ενταχθεί αμετάκλητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δίχως αστερίσκους και υστερόγραφα. Η επισημοποίηση της, επικυρώθηκε πανηγυρικά κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας, με την υπογραφή της Πράξης Προσχώρησης στις 16 Απριλίου 2003 στη Στοά του Αττάλου στην Αθήνα.

Η ιστορική αυτή απόφαση, ανέτρεψε τους ισχυρισμούς όλων εκείνων που υποστήριζαν, πως το αίτημα της ένταξης είναι ανέφικτο και ακατόρθωτο. Επόμενο ήταν να βρεθούν σε απόλυτη αμηχανία. Και αυτό γιατί, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν κορυφαίο ιστορικό γεγονός, μετά την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της.

Ο Κώστας Σημίτης θεμελιώνοντας με τρόπο υπεύθυνο και αξιόπιστο τη στρατηγική υπέρβαση των προβλημάτων, που εγκλώβιζαν πολλά χρόνια το νησί σε εμμονές του παρελθόντος, έκανε πράξη το όραμα του Γιάννου Κρανιδιώτη. Με συνοδοιπόρους τους προέδρους Γλαύκο Κληρίδη και Γιώργο Βασιλείου, καθώς και τους ενεργούς Κύπριους πολίτες, Μιχάλη Παπαπέτρου, Τάκη Χατζηδημητρίου, Αλέκο Μαρκίδη, Χρήστο Στυλιανίδη, Χρυσόστομο Περικλέους, Δημήτρη Ηλιάδη, Λάρκο Λάρκου κ.ά. Και ασφαλώς τους στενούς συνεργάτες του πρώην Έλληνα Πρωθυπουργού, Νίκο Θέμελη, Γιώργο Παπαδημητρίου και Παναγιώτη Ιωακειμίδη.

Πάντως ακόμη και μετά την προσχώρηση της Κύπρου στη Ε.Ε, το Κυπριακό παραμένει ανεπίλυτο. Για τους Ελληνοκυπρίους η μεγάλη πληγή του, άνοιξε το1974 με την τουρκική εισβολή. Ενώ για τους Τουρκοκυπρίους, η μεγάλη πληγή έχει αφετηρία, την κατεδάφιση το 1963 της Συμφωνίας της Ζυρίχης και ενδοκοινοτικών συγκρούσεων.

Το βέβαιο είναι ότι, η μνήμη δεν ξεριζώνεται. Ούτε η επίγνωση αγνοείται. Και το κυριότερο, τα τραυματικά βιώματα και στις δύο κοινότητες δεν διαγράφονται. Απεναντίας συμβαδίζουν, έχοντας απέναντί τους την εχθροπάθεια τη μισαλλοδοξία και την ενοχοποίηση, όσων προσδοκούν στην επανένωση της Κύπρου.

Το ναυάγιο των ιστορικών ευκαιριών που δόθηκαν το 2004 με το Σχέδιο Ανάν, αλλά και των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά το 2017, έχει αναμφίβολα θεατές και αθέατες πλευρές. Όμως η ευθύνη βαραίνει τους Ελληνοκυπρίους γιατί όπως φαίνεται δυσκολεύονται να απαγκιστρωθούν από το στρατήγημα, «Η μη λύση είναι λύση».

Το σίγουρο είναι ο ιστορικός του μέλλοντος θα αποτιμήσει στο πραγματικό του μέγεθος το μεγάλο επίτευγμα της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά και ταυτόχρονα θα εκθέσει όλους εκείνους που δέσμιοι της εθνικιστικής τους ενόρμησης, αντιστρατεύτηκαν με όλους τους τρόπους την ευρωπαϊκή προοπτική του νησιού, αρνούμενοι την επανένωση του.

Ο Γιώργος Πανταγιάς είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και Επικοινωνίας