Επιστήμονες κατάφεραν να ταυτοποιήσουν μια χαρακτηριστική, κοινή «υπογραφή» που παράγεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο από τη χρήση ψυχεδελικών ουσιών, κατά τη στιγμή που οι χρήστες βιώνουν τις έντονες επιδράσεις τους στην τροποποίηση της συνείδησης.

Αυτό το «νευρωνικό αποτύπωμα» της ψυχεδελικής εμπειρίας εντοπίστηκε μέσα από την ανάλυση εκατοντάδων εγκεφαλικών απεικονίσεων ατόμων που είχαν λάβει LSD, ψιλοκυβίνη, DMT, μεσκαλίνη και αγιαουάσκα. Τα ευρήματα αυτά υποδεικνύουν έναν κοινό μηχανισμό επίδρασης στη συνολική συμπεριφορά και λειτουργία του εγκεφάλου.

Η μελέτη

Το συμπέρασμα αυτό προέκυψε από μια ευρείας κλίμακας μελέτη, η οποία συνδύασε 11 διαφορετικά σύνολα δεδομένων εγκεφαλικής απεικόνισης από ολόκληρο τον κόσμο. Στόχος της ήταν να οικοδομηθεί μια όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ουσίες «αναδιατάσσουν» προσωρινά τις συνδέσεις του εγκεφάλου.

Τα ευρήματα αυτά αποκτούν βαρύνουσα σημασία σήμερα, καθώς οι ερευνητές διεξάγουν κλινικές δοκιμές για να διαπιστώσουν αν οι ουσίες αυτές μπορούν να αποτελέσουν νέα “όπλα” στη θεραπεία σοβαρών ψυχικών και νευρολογικών διαταραχών, μεταξύ των οποίων:

  • Βαριά κατάθλιψη
  • Σχιζοφρένεια
  • Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD)

Η κατάλυση της εσωτερικής ιεραρχίας

«Αν και διαφορετικές μεταξύ τους, οι πέντε αυτές ουσίες επιδρούν με παρόμοιο τρόπο στον εγκέφαλο, κάτι που ανακαλύψαμε αναλύοντάς τις για πρώτη φορά μαζί», δηλώνει ο Δρ Danilo Bzdok του Πανεπιστημίου McGill.

Κατά τον ερευνητή, η κοινή τους δράση έγκειται στη «διάλυση» των συνηθισμένων ιεραρχικών δομών που διέπουν τον εγκέφαλο. Αυτή η «ιεραρχική ισοπέδωση» φαίνεται πως αποτελεί το κλειδί για τη βίωση της συνείδησης στην πιο πρωτογενή της μορφή

Για δεκαετίες, οι επιστήμονες αναζητούσαν τον τρόπο με τον οποίο τα ψυχεδελικά προκαλούν παραισθήσεις και τη λεγόμενη «διάλυση του εγώ» — την αίσθηση, δηλαδή, ότι η ταυτότητα του ατόμου αποσυντίθεται. Ωστόσο, οι παλαιότερες μελέτες ήταν συχνά περιορισμένες σε δείγμα, καθιστώντας δύσκολη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Δημοσιεύοντας τα ευρήματά τους στο περιοδικό Nature Medicine, ο Bzdok και οι συνεργάτες του ανέλυσαν περισσότερες από 500 εγκεφαλικές απεικονίσεις.

Το δείγμα, που αποτελούνταν από 267 συμμετέχοντες από πέντε διαφορετικές χώρες, καθιστά το εγχείρημα αυτό την εκτενέστερη έρευνα που έχει διεξαχθεί μέχρι σήμερα γύρω από τις επιδράσεις των ψυχεδελικών στον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Παρά τις επιμέρους διαφορές στον τρόπο που κάθε ουσία επηρεάζει την εγκεφαλική δραστηριότητα, παρατηρήθηκε μια εντυπωσιακή σύγκλιση στον τρόπο επικοινωνίας των εγκεφαλικών περιοχών. Το πιο αξιοσημείωτο εύρημα ήταν η ενισχυμένη επικοινωνία μεταξύ των δικτύων ανώτερης σκέψης και των πιο αρχέγονων δικτύων που σχετίζονται με τις αισθήσεις και την όραση.

  • Δικτυακός διάλογος: Παρατηρείται μια «αχαλίνωτη» αλληλεπίδραση μεταξύ των συστημάτων του εγκεφάλου, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με πρωτοφανή ένταση.
  • Βαθύτερες επιδράσεις: Αλλαγές εντοπίστηκαν επίσης σε εσωτερικές περιοχές που ελέγχουν τις συνήθειες, τη μάθηση και την κίνηση.
  • Αναθεώρηση δεδομένων: Σε αντίθεση με παλαιότερες θεωρίες, η μελέτη δεν βρήκε πειστικά στοιχεία ότι τα επιμέρους εγκεφαλικά δίκτυα «αποσυντίθενται» υπό την επήρεια των ψυχεδελικών.

Θεμελιώνοντας το μέλλον της θεραπευτικής

Σύμφωνα με τον Δρ Bzdok, η εργασία αυτή είναι καθοριστική για τη θωράκιση της ψυχεδελικής έρευνας, ένα βήμα προαπαιτούμενο για την καθιέρωσή τους ως αποδεκτές κλινικές θεραπείες. «Συνειδητοποιήσαμε ότι παρόλο που ο τομέας είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρος, η επιστημονική του βάση ήταν μέχρι πρότινος ασταθής», αναφέρει.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Δρ Εμμανουήλ Σταματάκης από το Πανεπιστήμιο του Cambridge τονίζει την ανάγκη για υπευθυνότητα: «Η ταχύτητα με την οποία κινείται το πεδίο επιβάλλει τη χρήση τεκμηρίων μεγάλης κλίμακας και μια συντονισμένη επιστημονική προσέγγιση για την ουσιαστική ωρίμανση της έρευνας».