«Ο Θεός γίνεται Θεός όταν τα πλάσματα λέγουν Θεός» – Μάϊστερ Έκχαρτ.

Αφήνω να μιλήσεις

Δεν γράφω πιά

Δεν λέγω

Ούτε ρωτάω

Ούτε συγχέω χειρονομία και φωνή

Ρομποτικό νυστέρι στους κόκκους του χαρτιού

Μαχαίρι σιωπηλό στα κόκκαλα της γλώσσας

Οι ίδιοι είμαστε και μακριά

‘Ιδια σκευάσματα

Ίδια φιλιά

Ίδιος Παράδεισος

Διπλοί

στο ίδιο δειλινό

Αφήνω να μιλήσεις

Κι εδώ

με συνεπαίρνει η καύλα του λευκού χαρτιού

Το άσπρο μού μιλά

όχι το μαύρο γράμμα

Δεν πρόκειται άλλες λέξεις σου

να επωμισθώ

μονάχα στίγματα σε μάτια που σε βλέπουν

Μυγάκια

χυμένα στίγματα

στοιχεία ελζεβίρ φθαρμένα

από τη χρήση ύμνων

ξυπνώντας μόνη το πρωί

Μπροστά μου, βάρος.

Αν θα με ψάξεις

ενώπιόν σου θα με βρεις οδυρόμενη

Αβρή, προσαρμοσμένη

πριν εξοντώσει ο ένας του άλλου την ορμή

Απ’ την αυτοκτονία πολύ πριν

Τώρα όμως ένα μικρό παιδί προστίθεται ανάμεσα

βαλβίδα καρδιακή

σφήνα μεταλλική

σε μας και τους σωσίες μας

Κι όπως σαλεύει ο αέρας τα μυαλά ιδιόμελο σου τραγουδώ

σε ακατάληπτο για τους θεούς ρυθμό: -Είμαι φτιαγμένη από θρυμματισμένη πορσελάνη

Οίστρο ακολασίας δεν θα δεις

Μονάχα ξέρες στου γυναικείου κόλπου τα ρηχά

Τη συντριβή του ασημένιου εγωισμού

Κι αχαΐδευτο αιδοίο

Γυμνή

τώρα κατέρχομαι

εντός σου (*)

(*) Ένα ανέκδοτο ποίημα

(**) Μαρσέλ Ντυσάν: «Το Γυμνό που κατεβαίνει τις Σκάλες». (Ο Απολινέρ μιλώντας για αυτό τον πίνακα τον χαρακτήρισε ως έργο απαλλαγμένο από αισθητικές ανησυχίες).