Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Έγινε ένα θέμα ήπιου σκανδαλισμού που, μάλλον, δεν θα έχει σοβαρές συνέπειες. Ο λόγος για τις δηλώσεις της Ολγκα Τοκάρτσουκ σχετικά με τη χρήση από μέρους της ενός premium προγράμματος Τεχνητής Νοημοσύνης στο γράψιμο. Ισως να έχει κάποια επίδραση σε ένα μέρος του αναγνωστικού κοινού, υποθέτω όμως ότι, από ένα σημείο και μετά, όποιος έχει αγαπήσει τη συγγραφέα και τα βιβλία της θα συνεχίσει να τρέφει τα ίδια συναισθήματα παραβλέποντας αυτή την ενοχλητική στιγμή. Είναι ένα ζήτημα που διχάζει μια μικρή, σχετικά, πιάτσα αναγνωστών και επαγγελματιών του παγκόσμιου λογοτεχνικού χωριού.

Αργότερα, η ίδια η πολωνή συγγραφέας σύνθετων μυθιστορημάτων διευκρίνισε πως μιλούσε για κάποιο «εργαλείο». Η αναφορά στα «εργαλεία» της ΤΝ έχει γίνει η πιο διαδεδομένη δικαιολογία με την οποία καλύπτεται ακόμα η ασαφής περίμετρος ανάμεσα στην αναζήτηση πληροφοριών και στην παραγγελία ολόκληρων σχημάτων πλοκής ή στην εξόρυξη αυτούσιων αφηγηματικών σεκάνς.

Στέκομαι στο συμβάν διότι αφορά μια συγγραφέα που έχει υπάρξει αποδεδειγμένα σημαντική αισθητικά και πνευματικά και πριν εμφανιστούν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα. Η Τοκάρτσουκ δεν γράφει επίσης με τον τρόπο που γράφουν όσοι/ες μας γεννούν υπόνοιες για κόπιες Τεχνητής Νοημοσύνης. Αναρωτιέται κανείς: Γιατί να κάνει αυτό που έκανε; Ποια ζωτική ανάγκη υπαγορεύει στην Τοκάρτσουκ και – όπως βλέπω και πιθανολογώ – σε πλήθος άλλων γραφιάδων να πληρώνουν συνδρομές στο Claude ή άλλες version των προωθημένων Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων;

Λέμε ότι ο συγγραφέας και γενικά οι καλλιτέχνες έχουν περιέργεια. Θέλουν να εξερευνήσουν γλωσσικές εσχατιές, αφηγηματικά σχέδια, τρόπους πλοκής που αποτελούν άλλωστε και την πρώτη ύλη τους. Σωστά. Θα καταλάβαινα λοιπόν ένα «παιχνίδι» ως μια πρώτη, πειραματική γνωριμία. Σε αντίθεση όμως με κάτι που διάβασα – και το βρήκα εξοργιστικό –, δεν θεωρώ πως αν κάτι έχει γίνει τεχνικά εφικτό, οφείλουμε, σώνει και καλά, να το υιοθετούμε.

Δεν μετατρέπεται σε επάξιο στόχο κάθε «ενδυνάμωση» ανεξάρτητα από τις συνέπειες που έχει και τον εσωτερικό της χαρακτήρα. Προφανώς, υπάρχουν συγγραφείς που θα το κάνουν και ήδη το ασκούν κατά κόρον, κάποιοι ακόμα με αδέξιο τρόπο και άλλοι με μεγαλύτερη μαεστρία, αφού ίσως έχουν πρόσβαση και στα πιο ακριβά «μενού» (έχει αναπτυχτεί, άλλωστε, μια ολόκληρη τέχνη και στην εξαπάτηση του κοινού).

Υποτίθεται όμως πως έχει επανακάμψει μια ορισμένη κοινωνική συνείδηση και μια πολιτική ευαισθησία σε μια σειρά από θέματα. Ετσι νομίζω δηλαδή. Πού την πάμε αυτή τη νέα συνείδηση; Νομίζουμε πως αφορά μόνο τη Γάζα ή μια αντιπολιτευτική στάση σε κυβερνήσεις, και όχι άλλα, πιο δύσκολα και κοντινά μας σπορ; Αυτή τη στιγμή στον χώρο της κριτικής σκέψης τα «εργαλεία» των εταιρειών τεχνολογίας και οι ίδιες οι εταιρικές οντότητες δεν θεωρούνται ουδέτερα. Συζητούνται ως πολιτικές τεχνολογίες και μαζί ανθρωπολογικές προκλήσεις.

Για ποιον λόγο κάποιος/α σπεύδει να υπονομεύσει την υπόθεση της συγγραφής στο όνομα «φανταστικών αλγοριθμικών δυνατοτήτων»; Από πού κι ως πού η απαλλαγή από τον επιλεγμένο μόχθο (αφού κανείς δεν σε υποχρεώνει να γράφεις μυθιστορήματα, ποιήματα, δοκίμια) αποτελεί θεμιτό στόχο; Ολο αυτόν τον καιρό διαβάζω και ακούω ανθρώπους σοβαρούς και συχνά προοδευτικούς και πολιτικοποιημένους να θεωρούν πως μπορούν να παίζουν καθημερινά για ώρα με τα chatbots, να τα εκπαιδεύουν σε όλο και πιο πολύπλοκα καθήκοντα.

Ετσι βέβαια φανερώνεται πως λένε ψέματα, κυρίως στον εαυτό τους: δεν ψάχνουν απλώς ένα ακόμα εργαλείο, ας μην επαναλαμβάνουν αυτή την πρόφαση. Αν χρειάζεσαι, όπως όλοι μας, μια χρήσιμη υποβοήθηση για το βιβλίο ή το άρθρο σου, αρκεί η αναζήτηση γεωγραφικών, ιστορικών ή πολιτικών πληροφοριών, στοιχεία για τόπους ή εποχές, αυτό που θα λέγαμε μια εργασία με τα τεκμήρια. Κόβεις λίγο δρόμο κρατώντας σημειώσεις όπως κάναμε και στην εποχή με τις καρτέλες και τα δελτάρια.

Δεν πας να ανοίξεις όμως βαθιές ανθρωπολογικές ή ψυχαναλυτικές παρτίδες με ένα «φιλαράκι» της OpenAi ή της Anthropic. Αποφεύγεις δηλαδή τον ανόητο ανθρωπομορφισμό και την αυταπάτη δημιουργίας σχέσεων, διότι κάθε σχέση είναι κοινωνικός δεσμός, υπόθεση συνειδητής ανθρώπινης συνεργασίας και ανταλλαγής. Στοιχειώδη πράγματα αυτά που πλέον μας προτείνεται να τα «σχετικοποιήσουμε» ή να τα ξεχάσουμε στο όνομα μιας προσαρμοστικής αναγκαιότητας.

Το καλό είναι πως από διάφορες χώρες νεότερα άτομα και δημιουργικές συγγραφικές ομάδες αναζητούν πάντα την ένταση της ανθρώπινης χειρονομίας μέσα στη γραφή. Οχι σαν αντι-τεχνολογική στάση όσο με την αίσθηση ότι η παραχώρηση άπλετων εξουσιών στους αλγορίθμους ευνοεί τις δυνάμεις της αντι-λογοτεχνίας στον κόσμο μας: τη θέση όσων θεοποιούν την τυφλή αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα στο στυλ ενός πληθωριστικού ανταγωνισμού με άνευρα κείμενα. Τα ψυχρά τεκμήρια συγκίνησης, πένθους και ρητορικής ευστροφίας, απλώνουν καθημερινά γύρω μας ένα νεκροταφείο έτοιμων ιδεών και παθητικών στάσεων.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως οι συγγραφείς που δεν έχουν προσχωρήσει στο ρεύμα είναι αυθεντικοί δημιουργοί. Οπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, δεν περιμέναμε τα έξυπνα bots για να καταλάβουμε πόσες ψεύτικες ή λιπόθυμα κακές γραφές έχουν υπάρξει και δίχως ΤΝ. Τουλάχιστον, όμως, μπορούσαμε – και ίσως μπορούμε ακόμα – να κρίνουμε αυτές τις γραφές όπως και οι άλλοι έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν και εμάς, τα όσα γράψαμε και είπαμε.

Αν εν τέλει η Τοκάρτσουκ δεν ενδιαφέρεται για τον θάνατο της λογοτεχνίας – παρά το ότι σημαντική συγγραφέας και νομπελίστρια –, μπορούμε συλλογικά να νοιαζόμαστε πολύ για τα όρια σε μια επεκτεινόμενη αποθράσυνση που αγγίζει πια τα όρια της απάτης και ενός κυνικού τυχοδιωκτισμού.

Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.