Στις 4 Μαρτίου από το βήμα της Ολομέλειας της Βουλής ο Νίκος Ανδρουλάκης απευθυνόμενος προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη, που βρισκόταν στο πρωθυπουργικό έδρανο, είπε ότι καταθέτει αίτημα για προ ημερησίας συζήτηση για το κράτος δικαίου «όχι ως δώρο για τα γενέθλια του» αλλά γιατί περίμεναν την απόφαση του δικαστηρίου για τις υποκλοπές. Από εκείνη τη στιγμή, το Μέγαρο Μαξίμου σε κάθε ευκαιρία διατεινόταν ότι θα κάνει δεκτό το αίτημα της Χαριλάου Τρικούπη.
Το αρχικό σενάριο προέβλεπε ότι η συζήτηση θα διεξαγόταν την Παρασκευή 3 Απριλίου. Μάλιστα, στο κοινοβουλευτικό ημερολόγιο η ερχόμενη Παρασκευή έμεινε κενή εξαιτίας αυτών των εκτιμήσεων. Την Τρίτη, έως και το μεσημέρι, οι βουλευτές της αντιπολίτευσης σε πηγαδάκια σχολίαζαν ότι ακόμη η κυβέρνηση δεν είχε επιβεβαιώσει την διεξαγωγή της συζήτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποιοι έβαζαν και στοίχημα ότι η συζήτηση θα αναβληθεί διότι όπως εκτιμούσαν η υπόθεση των υποκλοπών, ειδικότερα εν μέσω των πρόσφατων αποκαλύψεων, πιέζει την κυβέρνηση.
Το απόγευμα, όμως, έγινε γνωστό ότι υπήρξε τηλεφώνημα μεταξύ του Νικήτα Κακλαμάνη και του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρωθυπουργό να προτείνει να διεξαχθεί η συζήτηση στις 17 Απριλίου. Η πρόταση αυτή, όμως, προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του ΠαΣοΚ.
«Ο Κανονισμός της Βουλής είναι ξεκάθαρος», έλεγε έμπειρο κοινοβουλευτικό στέλεχος της Χαριλάου Τρικούπη στο Βήμα. «Το άρθρο 143 δίνει περιθώριο έναν μήνα», τόνιζε. Το συγκεκριμένο άρθρο περιλαμβάνεται στις 210 σελίδες του κανονιστικού χάρτη της Βουλής και μεταξύ άλλων στην παράγραφο 3 αναφέρει πως «η συζήτηση πραγματοποιείται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της κάθε αιτήσεως». Εν πλήρει συμμορφώσει προς τον κανονισμό, η προθεσμία θα εκπνεύσει έως τις 17 Απριλίου. Σε αυτή την περίπτωση το ΠαΣοΚ θα έπρεπε να επανακαταθέσει αίτημα προ ημερησίας συζητησης.
Ο αντίλογος
Κοινοβουλευτικές πηγές ωστόσο, δίνουν μια διαφορετική ερμηνεία. Όπως λένε, εφόσον ορίζεται η συζήτηση εντός του χρονικού περιθωρίου δεν υπάρχει λόγος για νέο αίτημα. Την ίδια ώρα, ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας στην κριτική του ΠαΣοΚ, είπε ότι είχε προταθεί από τον πρωθυπουργό να γίνει η συζήτηση την Παρασκευή 27 Μαρτίου. Όμως λόγω του συνεδρίου του ΠαΣοΚ δεν πραγματοποιήθηκε και αναζητήθηκε άλλη ημερομηνία.
Ο πρόεδρος της Βουλής, που βρέθηκε και εκείνος στο στόχαστρο της Χαριλάου Τρικούπη, μιλώντας σε κοινοβουλευτικούς συντάκτες, σχολίασε αυστηρά ότι θα έπρεπε να τον κατηγορήσουν για παραβίαση του Κανονισμού της Βουλής όταν αποδέχθηκε το αίτημα για άλλη ημερομηνία λόγω του συνεδρίου. «Αυτό δεν προβλέπεται στον Κανονισμό», είπε.
Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι είναι «κοινοβουλευτική πρακτική» επικαλούμενος την περίοδο Βούτση και Τασούλα. Στην πρώτη περίπτωση προ ημερησίας συζήτηση για την Παιδεία το 2016 είχε οριστεί 2 μήνες μετά την κατάθεση του σχετικού αιτήματος. Επί προεδρίας Τασούλα, η συζήτηση για τα Τέμπη πραγματοποιήθηκε 39 ημέρες μετά την κατάθεση του σχετικού αιτήματος ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ.
«Τώρα που θα γίνει η συζήτηση μετά από 40 ημέρες, χάλασε ο κόσμος;», διερωτήθηκε ο πρόεδρος της Βουλής ενημερώνοντας τους δημοσιογράφους πως παρά την προσπάθειά του «δεν έχει καταστεί δυνατό» να επικοινωνήσει με τον Νίκο Ανδρουλάκη προκειμένου να τον ενημερώσει ότι η σχετική συζήτηση μπορεί να πραγματοποιηθεί εναλλακτικά στις 16 Απριλίου, παρότι ακόμη δεν έχει δοθεί απάντηση για τις 17 του ίδιου μήνα.
Πηγές του ΠαΣοΚ, πάντως, λένε με νόημα ότι η κυβέρνηση – αν πράγματι εννοεί ότι θέλει να γίνει αυτή η συζήτηση – έχει τρεις μέρες μπροστά της, μετρώντας τη σημερινή έως και την Παρασκευή.
Η κυβέρνηση
Την ώρα που το ΠαΣοΚ κατηγορεί το Μέγαρο Μαξίμου για θεσμική ασέβεια και αφήνει υπόνοιες «για φόβο» του πρωθυπουργού, στελέχη της κυβέρνησης τονίζουν πως «η συζήτηση για το Κράτος Δικαίου που έχει ζητήσει ο πρόεδρος του ΠαΣοΚ θα γίνει. Ωστόσο, ειδικά σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο παγκοσμίως, η πρόκληση τεχνητών εντάσεων από την αντιπολίτευση και μάλιστα για διαδικαστικά ζητήματα δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αλλά αντιθέτως στέλνει μόνο λάθος μηνύματα στην κοινωνία».







