Σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027. Συνεπώς βρισκόμαστε έναν περίπου χρόνο πριν τις κάλπες.
Συμπτωματικά άνοιξη έγιναν και οι πρώτες εκλογές του 2023.
Έτσι προκύπτει μια ενδιαφέρουσα σύγκριση: Μάρτιος 2022, έναν χρόνο περίπου πριν την αναμέτρηση του 2023, και Μάρτιος 2026, έναν χρόνο πριν από εκείνη του 2027. Δύο προεκλογικά χρονικά σημεία.
Βεβαίως οι συνθήκες έχουν διαφορές. Το 2022 η ΝΔ βρισκόταν στον τρίτο χρόνο της θητείας της, ενώ σήμερα είναι στον έβδομο. Ο πολιτικός χρόνος μετράει. Όσο περισσότερο κυβερνά μια κυβέρνηση, τόσο περισσότερο φθείρεται. Επίσης δεν παραγνωρίζονται οι ενδιάμεσες διακυμάνσεις, από τότε έως τώρα.
Υπάρχουν όμως και ομοιότητες. Λίγο πριν τον Μάρτιο 2022 είχε ξεκινήσει η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Λίγο πριν το Μάρτιο 2026 ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν. To διεθνές περιβάλλον είναι συμπτωματικά παρόμοιο: αβεβαιότητα, ανησυχία και οικονομικές πιέσεις.
Τι έδειχναν λοιπόν οι δημοσκοπήσεις τότε και τι δείχνουν σήμερα;
1. Η δημόσια ατζέντα έχει μερικώς μετατοπιστεί
Σύμφωνα με τις έρευνες της Μetron για τις προτεραιότητες της κοινής γνώμης, τον Μάρτιο 2022 στην πρώτη θέση ήταν η οικονομία (36%) και ακολούθως η ακρίβεια (29%), με την ανεργία, την πανδημία και το πολιτικό σύστημα να βρίσκονται χαμηλότερα. Σήμερα, στην κορυφή είναι η ακρίβεια (47%), με την οικονομία δεύτερη (36%), ενώ ακολουθούν, σε υψηλότερες θέσεις από το 2022, η κρίση των θεσμών (23%) και η εξωτερική πολιτική (15%) – η σημασία της οποίας ενισχύθηκε μετά τον πόλεμο.
Βεβαίως, η σύγκριση δεν είναι απολύτως συμμετρική: το 2022 οι ερωτώμενοι μπορούσαν επιλέξουν μία προτεραιότητα, ενώ σήμερα δύο.
Ωστόσο η τάση είναι σαφής. Ο πληθωρισμός, που αναδείχθηκε ως πρόβλημα τότε, παραμένει σταθερά στην κορυφή. Ταυτόχρονα η ατζέντα έχει διερυνθεί. Ζητήματα διαφάνειας (υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ) έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο βάρος. Έτσι η πολιτική ατμόσφαιρα για την κυβέρνηση έχει συνολικά επιβαρυνθεί.
2. Η οικονομική συγκυρία επιδεινώνεται ξανά και απότομα
Όπως μετά την εισβολή στην Ουκρανία, έτσι και τώρα, με τον πόλεμο στο Ιράν, το οικονομικό κλίμα επιδεινώνεται απότομα. Ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης, που μετρά την τρέχουσα αξιολόγηση της οικονομίας σε συνδυασμό με τις προσδοκίες, υποχώρησε αισθητά: από -40% το Φεβρουάριο 2022 σε -58% τον Μάρτιο του ίδιου έτους, και αντίστοιχα από -40% το Φεβρουάριο 2026 σε -57% σήμερα (Μetron Analysis 03/2022; 03/2026). Η ανησυχία για τις οικονομικές συνέπειες διογκώνεται.
3. Η κυβερνητική φθορά είναι ορατή
Βάσει των ίδιων ερευνών, oι θετικές γνώμες για το έργο της κυβέρνησης στην οικονομία υποχωρούν σήμερα στο 13%, από 21% τον Μάρτιο 2022. Συναφώς οι θετικές γνώμες για τις συνολικές επιδόσεις κυβέρνησης και Πρωθυπουργού μειώνονται στο 27% και 30% αντίστοιχα, από 33% και 35% τέσσερα χρόνια πριν.
Το κυρίαρχο πρόβλημα του πληθωρισμού αποδόθηκε αρχικά σε εξωγενείς κυρίως παράγοντες. Τον Μάρτιο 2022, το 56% της κοινής γνώμης εκτιμούσε ότι η άνοδος των τιμών οφείλεται στις διεθνείς εξελίξεις (πόλεμος στην Ουκρανία). Είναι πιθανό μια αντίστοιχη ερμηνεία να υιοθετείται και σήμερα λόγω του πολέμου στο Ιράν.
Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει πως όταν ένα οικονομικό πρόβλημα επιμένει, η απόδοση της ευθύνης σταδιακά μετατοπίζεται. Ακόμα κι αν η αρχική αιτία είναι εξωγενής, η κοινή γνώμη στρέφεται προς την κυβέρνηση για λύσεις. Αν αυτές δεν αποδώσουν, η ευθύνη χρεώνεται και σε εκείνη. Συνεπώς ο πληθωρισμός και η σωρευτική ακρίβεια από το 2022 έως σήμερα, φαίνεται πως έχουν πυροδοτήσει δυσαρέσκεια για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, αποδυναμώνοντας την εικόνα της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού.
4. Απουσία εναλλακτικής
Παρά την φθορά της ΝΔ, η αντιπολίτευση εξασθενεί περαιτέρω. Τον Μάρτιο 2022, οι θετικές γνώμες για την αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα ανέρχονταν σε 15% και 18% αντίστοιχα. Σήμερα για το ΠΑΣΟΚ και την ηγεσία του, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι συγκριτικά χαμηλότερα, στο 11% και 13% (Μetron Analysis, 03/22; 03/26).
Βεβαίως οι δύο περιπτώσεις δεν είναι πλήρως συγκρίσιμες. Ωστόσο το βασικό εύρημα παραμένει: δεν υπήρχε και δεν υπάρχει στην αντιπολίτευση ισχυρός υποδοχέας της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Κατά συνέπεια, το προβάδισμα της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού στις θετικές αξιολογήσεις σήμερα, εξακολουθεί να είναι υπερδιπλάσιο από εκείνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης – περίπου όσο και το 2022 (+16 και +17 μονάδες αντίστοιχα).
5. Έλλειμμα «πρωθυπουργησιμότητας»
Η εικόνα του Πρωθυπουργού διατηρείται συγκριτικά ισχυρότερη από εκείνη των πολιτικών αντιπάλων του. Αυτό αποτυπώνεται σαφέστερα στο δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία: τόσο τον Μάρτιο 2022 όσο και σήμερα, η απήχηση του Μητσοτάκη είναι παρόμοια (30% και 28% αντίστοιχα). Επίσης, στη δεύτερη θέση, και τότε και σήμερα, ακολουθεί η επιλογή «Κανένας», που υποδηλώνει σταθερό έλλειμμα εναλλακτικής.
Αντιθέτως η μεταβολή εντοπίζεται στον αντιπολιτευτικό χώρο. Τον Μάρτιο 2022, ο Τσίπρας κατέγραφε διψήφια επίδοση (15%) ως αρχηγός της αντιπολίτευσης. Σήμερα ο αρχηγός του ΠαΣοΚ από την ίδια θέση καταγράφει μονοψήφιο ποσοστό (5%) – χαμηλότερο και από εκείνο που είχε το 2022 ως αρχηγός του τρίτου κόμματος (8%). Την ίδια στιγμή, Κωνσταντοπούλου και Βελόπουλος, κινούνται επίσης σε μονοψήφια επίπεδα. Συνολικά το έλλειμμα «πρωθυπουργησιμότητας» έχει ενισχυθεί.
6. Κυβέρνηση υπό πίεση, αντιπολίτευση σε πολυδιάσπαση
Η υποχώρηση της κυβέρνησης στους επιμέρους δείκτες, ιδίως στη διαχείριση της οικονομίας και του πληθωρισμού επηρεάζει και την εκτίμηση ψήφου. Συγκριτικά με τον Μάρτιο 2022, η ΝΔ είναι σήμερα σε δυσμενέστερη θέση – από το 34,1% στο 31,1%.
Η φθορά των τριών μονάδων είναι αισθητή, αλλά όχι δραματική. Ιδίως για μια κυβέρνηση στον έβδομο χρόνο της θητείας της, αν ληφθεί υπόψη και η συνήθης δημοσκοπική κάμψη στο μέσον κάθε διακυβέρνησης. Επιπλέον υπάρχει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το 2022. Ο πόλεμος στην Ουκρανία τότε, παρά την ανησυχία, δεν οδήγησε σε συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση. Τον Μάρτιο 2022, η ΝΔ κατέγραψε πτώση 1,5% στην πρόθεση ψήφου συγκριτικά με τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους (Μetron Analysis 03/2022). Aντιθέτως, τον Μάρτιο 2026, εμφανίζει ενίσχυση περίπου δύο μονάδων σε πρόθεση και εκτίμηση ψήφου συγκριτικά με τον προηγούμενο μήνα.
Ενδεχομένως η ανησυχία σήμερα για τις συνέπειες του πολέμου να είναι πιο άμεση και πιο έντονη. Και όσο ενισχύεται η αίσθηση κρισιμότητας, τόσο αυξάνεται και η ζήτηση για σταθερότητα. Αυτό βεβαίως δεν ευνοεί μόνο το κυβερνών κόμμα, αλλά συνολικά τις συστημικές δυνάμεις, αν και όχι στον ίδιο βαθμό. Έτσι η απουσία δικομματισμού και η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης μετά τη συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνουν το αίτημα της κυβερνησιμότητας χωρίς πολλούς διεκδικητές. Τάση που ενδέχεται να ενισχυθεί περαιτέρω, καθώς η είσοδος νέων κομμάτων πιθανόν να εντείνει τον κατακερματισμό.
Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.





