«Για άλλη μια φορά, απόψε θα είναι οι μεγαλύτερες επιθέσεις μέχρι σήμερα, όπως ακριβώς και χθες», δήλωσε πριν από λίγες ώρες ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Πεντάγωνο για τον πόλεμο στο Ιράν.

Ο Χέγκσεθ έχει επανειλημμένα ανακοινώσει «τις μεγαλύτερες επιθέσεις μέχρι σήμερα» σε προηγούμενες συνεντεύξεις Τύπου, κάτι που σύμφωνα με τα διεθνή μέσα αποτυπώνει μια σταθερή κλιμάκωση των επιχειρήσεων, η οποία συνοδεύεται από ολοένα και πιο επιθετική ρητορική — αλλά και από αυξανόμενες απαιτήσεις σε πόρους.

Στις ίδιες συνεντεύξεις Τύπου παρουσιάζει μια εικόνα εκτεταμένης στρατιωτικής επιτυχίας, υποστηρίζοντας ότι έχουν πληγεί χιλιάδες στόχοι — περισσότεροι από 7.000, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις — και ότι κρίσιμες ιρανικές υποδομές έχουν «συντριπτικά καταστραφεί».

Ωστόσο, η ίδια αυτή ρητορική εγείρει ερωτήματα: όταν κάθε ημέρα παρουσιάζεται ως η «μεγαλύτερη», η σύγκρουση αποκτά χαρακτηριστικά διαρκούς κλιμάκωσης, αφού όπως ο ίδιος ο Χέγκσεθ είπε «δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα» για το τέλος του πολέμου.

Ζητήματα κόστους και πολιτικής πίεσης

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται και η οικονομική διάσταση του πολέμου. Όπως μετέδωσε η Washington Post, το Πεντάγωνο εξετάζει αίτημα για επιπλέον χρηματοδότηση ύψους έως και 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ο ίδιος ο Χέγκσεθ δεν επιβεβαίωσε συγκεκριμένο ποσό, αλλά παραδέχθηκε ανοιχτά την ανάγκη για πρόσθετους πόρους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «χρειάζονται χρήματα» για τη συνέχιση των επιχειρήσεων («για να σκοτώσεις τους κακούς») και ότι η κυβέρνηση θα επιστρέψει στο Κογκρέσο για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση.

Η σύνδεση στρατιωτικής κλιμάκωσης και αυξημένων δαπανών επιφέρει άμεσες επιπτώσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σύμφωνα με τα αμερικανικά μέσα.

Παράλληλα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα πλήγματα δεν περιορίζονται σε καθαρά στρατιωτικούς στόχους. Οι επιθέσεις έχουν επεκταθεί και σε ενεργειακές υποδομές, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

Η επίθεση στο κοίτασμα Νότιο Παρς του Ιράν — ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο — καθώς και τα πλήγματα σε εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στον Κόλπο, όπως η σημερινή στο Κατάρ, αναδεικνύουν τη διεύρυνση της σύγκρουσης προς κρίσιμους οικονομικούς κόμβους.

Οι επιπτώσεις ήταν άμεσες: άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά και ενίσχυση της ανησυχίας για ευρύτερη αποσταθεροποίηση της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Στρατιωτική ενίσχυση και ανοιχτά μέτωπα

Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιοχή. Το πλοίο του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού USS Tripoli κατευθύνεται προς τη Μέση Ανατολή, μεταφέροντας μια δύναμη ταχείας δράσης περίπου 2.200 στρατιωτών.

Η ανάπτυξη αυτή, χωρίς σαφή διευκρίνιση για τον ρόλο της, ενισχύει την εικόνα μιας σύγκρουσης που παραμένει ανοιχτή και δυνητικά επεκτάσιμη.

Παρά τις διαβεβαιώσεις ότι οι επιχειρήσεις είναι «στοχευμένες» και δεν συνιστούν έναν νέο παρατεταμένο πόλεμο, τα δεδομένα δείχνουν προς μια άλλη κατεύθυνση: αυξανόμενος αριθμός στόχων, διεύρυνση των πληγμάτων σε κρίσιμες υποδομές, ενίσχυση δυνάμεων και παράλληλη αναζήτηση επιπλέον χρηματοδότησης.