Στην επιτυχημένη IPO που πραγματοποίησε η Capital Tankers, συμφερόντων του Βαγγέλη Μαρινάκη στο Χρηματιστήριο του Όσλο αναφέρεται με δημοσίευμά της, η στήλη StreetWise του TradeWinds.
Πρόκειται για μια συναλλαγή που κατατάσσεται στις μεγαλύτερες αντλήσεις κεφαλαίων ναυτιλιακής εταιρείας παγκοσμίως και αναμφίβολα ως η μεγαλύτερη όλων των εποχών για ναυτιλιακή εταιρεία στο νορβηγικό χρηματιστήριο.
Σύμφωνα με τον συντάκτη του TradeWinds, Joe Brady, από τη συγκεκριμένη IPO τρεις ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι.
Οι κερδισμένοι
Καταρχάς, ο Βαγγέλης Μαρινάκης που μέσα από την εισαγωγή της Capital Tankers στο Χρηματιστήριο του Οσλο τον Φεβρουάριο άντλησε συνολικά 500 εκατ. δολάρια, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα με πολλούς αποδέκτες.
Δεύτερος κερδισμένος είναι η αγορά των δεξαμενόπλοιων που βρίσκεται σε έντονη ανοδική πορεία, ιδιαίτερα τα VLCCs, ανεξάρτητα από τις προκλήσεις του ενεργειακού εφοδιασμού στη Μέση Ανατολή.
Τρίτος μεγάλος κερδισμένος, σύμφωνα με το TradeWinds είναι το Χρηματιστήριο του Οσλο, ως αγορά άντλησης κεφαλαίων. Το Όσλο θεωρούνταν μεχρι πρότινος ως αγορά για μικρότερες IPO — μια θερμοκοιτίδα ανάπτυξης για πλοιοκτήτες που αργότερα θα επιχειρούσαν την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.
Η πρώτη προσπάθεια
Η Νέα Υόρκη ήταν πάντα ο προορισμός για τους πλοιοκτήτες που ήθελαν μια μεγαλύτερη αρχική δημόσια εγγραφή (IPO), και τον ίδιο δρόμο είχε ακολουθήσει και ο ίδιος ο Βαγγέλης Μαρινάκης.
Μάλιστα, η στήλη Streetwise μνημονεύει την πρώτη προσπάθεια του Έλληνα δισεκατομμυριούχου να εισαγάγει στο χρηματιστήριο μια δημόσια εταιρεία δεξαμενόπλοιων μεταφοράς αργού πετρελαίου.
Η εταιρεία λεγόταν Crude Carriers και δημιουργήθηκε το 2010, μετά την εισαγωγή το 2007 της Capital Product Partners.
Φυσικά η IPO, έγινε στη Νέα Υόρκη. Και παρότι τα 256 εκατ. δολάρια που άντλησε δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό, αντιστοιχεί στο περίπου μισό των κεφαλαίων που πέτυχε να αντλήσει τώρα η Capital στη Νορβηγία, σχολιάζει το TradeWinds.
Ο Γεράσιμος Καλογηράτος
Η στήλη φιλοξενεί δηλώσεις του Γεράσιμου Καλογηράτου, εκτελεστικού στελέχους της Capital Maritime, ο οποίος ήταν εξ αυτών που συμμετείχαν στη διοργάνωση των δυο IPO. «Πράγματι, το τοπίο έχει εξελιχθεί σημαντικά από την εποχή της Crude Carriers το 2010», δήλωσε ο Καλογηράτος.
Ο ίδιος έκανε λόγο για «καθοριστικές αλλαγές» σε τρεις τομείς.
«Πρώτον, ενώ οι ΗΠΑ ήταν παλαιότερα ο βασικός προορισμός για διεθνείς ναυτιλιακές εταιρείες, το Όσλο έχει έκτοτε αναπτύξει σημαντική χρηματοοικονομική κλίμακα, αποκτώντας εξέχουσα θέση στους ναυτιλιακούς κύκλους και δημιουργώντας μια ισχυρή φήμη.
Δεύτερον, το Όσλο βρίσκεται πλέον στην πρωτοπορία της ναυτιλιακής έρευνας, κάτι που αναγνωρίζεται διεθνώς», ιδιαίτερα καθώς αρκετές αμερικανικές τράπεζες έχουν αποχωρήσει ή έχουν περιορίσει δραστικά την κάλυψη των ναυτιλιακών μετοχών.
Και συνεχίζει ο Γεράσιμος Καλογηράτος: «Αυτό το πλεονέκτημα προσφέρει στο Όσλο απαράμιλλη πρόσβαση σε βασικές δεξαμενές επενδυτικών κεφαλαίων, επιτρέποντας σε εταιρείες όπως η δική μας να συνδεθούν με ένα ευρύτερο φάσμα επενδυτών — όχι μόνο τοπικά, όπως συνέβαινε το 2010, αλλά σε όλη την Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και παγκοσμίως».
Το τρίτο σημείο που ανέφερε ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Μαρινάκη αφορά τις ΗΠΑ, όπου έχει υπάρξει μόλις μία επιτυχημένη παραδοσιακή ναυτιλιακή IPO — της ZIM Integrated Shipping Services τον Ιανουάριο του 2021 — από το καλοκαίρι του 2015.
Το Όσλο
Αυτό καταδεικνύει τη διαχρονική σημασία της αμερικανικής αγοράς, αλλά και ορισμένα από τα μειονεκτήματα που καθιστούν το Όσλο κορυφαία επιλογή για IPO.
Όπως είπε: «Η πρόσβαση σε δεξαμενές κεφαλαίων στις ΗΠΑ παραμένει βασικός στόχος για εμάς. Ωστόσο, μια αποκλειστική εισαγωγή στις ΗΠΑ συνεπάγεται σημαντικό χρόνο, προσπάθεια και κόστος. Αξιοποιώντας την Euronext Growth στο Όσλο, μπορέσαμε να κινηθούμε γρήγορα και αποτελεσματικά. Η διαδικασία αυτή, παρότι αυστηρή, μας πρόσφερε μια άμεση διαδρομή προς τους επενδυτές, επιτρέποντάς μας να αποδείξουμε τις δυνατότητες και τις επιδόσεις μας με την πάροδο του χρόνου».
Σύμφωνα με πηγές του TradeWinds, αυτό ανοίγει τον δρόμο για επέκταση της εισαγωγής και στις ΗΠΑ, ενδεχομένως μέχρι το τέλος του 2026.
Ο Καλογηράτος χαρακτήρισε αυτό τον στόχο, «θεμελιώδη φιλοδοξία για την Capital Tankers».
Η Capital δεν είναι η μόνη εταιρεία δεξαμενόπλοιων που αντλεί κεφάλαια στο Όσλο με τελικό στόχο μια εισαγωγή στις ΗΠΑ.
Η start up VLCC Burton του Tor Olav Troim έχει ήδη αντλήσει 160 εκατ. δολάρια στη Νορβηγία και θεωρείται ότι στοχεύει σε εισαγωγή στις ΗΠΑ μέσα στη χρονιά για περαιτέρω χρηματοδότηση.
Η αγορά της Νέας Υόρκης
Στη συνέχεια o συντάκτης του άρθρου στο TradeWinds, Joe Brady διερωτάται εάν υπάρχει ελπίδα οι ΗΠΑ να ανακτήσουν τη θέση τους ως αγορά για άμεσες ναυτιλιακές IPO.
Το ερώτημα απασχόλησε πάνελ στο 20ό διεθνές ναυτιλιακό φόρουμ της Capital Link στη Νέα Υόρκη που διεξήχθη πρόσφατα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της SFL Management, Ole Hjertaker, υπενθύμισε ότι οι Νορβηγοί επενδυτές ήταν ιδιαίτερα ενεργοί στις ναυτιλιακές επενδύσεις μεταξύ 2003 και 2005, πριν από ένα κύμα IPO που αποτέλεσε ρεκόρ στη Νέα Υόρκη.
Ο Hjertaker είπε: «Αν μιλήσουμε για πριν από 20 χρόνια, τα πρώτα χρόνια από το 2002 έως το 2005 κυριαρχούνταν από Νορβηγούς επενδυτές. Εκείνοι κοιτάζουν την καθαρή αξία ενεργητικού (NAV). Όλα περιστρέφονται γύρω από το NAV, NAV, NAV. Σε αυτό βασίζουν τις επενδύσεις τους. Και όταν ένιωσαν ότι αυτό είχε φτάσει πολύ μακριά, τότε εισήλθαν οι Αμερικανοί επενδυτές. Και από εκεί και πέρα εκτοξεύτηκε».
Ο τραπεζίτης της Morgan Stanley, Wiley Griffiths, εμφανίζεται επιφυλακτικός για την επιστροφή των ναυτιλιακών IPO στη New York, παρά την ιστορική δυναμική που είχε η αγορά στο παρελθόν. Ο ίδιος, που είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε δημόσιες εγγραφές εταιρειών όπως οι Teekay, Scorpio Tankers, Nordic American Tankers, Costamare και Ardmore Shipping την περίοδο άνθησης των IPO στα τέλη της δεκαετίας του 2000, σημειώνει ότι η μακρά «ανομβρία» νέων εισαγωγών έχει περιορίσει σημαντικά το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Παρότι οι εισηγμένες ναυτιλιακές στη Νέα Υόρκη εμφανίζουν σήμερα ισχυρότερη κεφαλαιοποίηση και αποτελούν χρήσιμα σημεία αναφοράς για νέες εισαγωγές, οι Αμερικανοί επενδυτές εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα επιλεκτικοί. Σύμφωνα με τον Griffiths, η βασική επιφύλαξη αφορά τις εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης, καθώς η περιορισμένη ρευστότητα και ο χαμηλός όγκος συναλλαγών καθιστούν δύσκολη την έξοδο των επενδυτών από μια τέτοια τοποθέτηση.
Πηγή: ot.gr






