Οι πρόσφατες «Ημέρες θάλασσας» ( Οcean days 2026) που εξελίχθηκαν στις Βρυξέλλες, ανέδειξαν μεταξύ άλλων το ενδιαφέρον της ΕΕ για τις παράκτιες περιοχές της. Οι ευρωπαϊκές ακτές είναι τόποι ζωής, εργασίας και πολιτισμού για εκατομμύρια ανθρώπους. Από τα μικρά αλιευτικά χωριά της Μεσογείου έως τις μεγάλες λιμενικές πόλεις του Ατλαντικού, οι παράκτιες περιοχές συνιστούν έναν δυναμικό χώρο όπου συναντώνται η οικονομία, το περιβάλλον και η κοινωνία.
Σήμερα, ωστόσο, οι περιοχές αυτές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή πολλαπλών προκλήσεων: κλιματική αλλαγή, περιβαλλοντικές πιέσεις, ενεργειακή μετάβαση, γεωπολιτικές εντάσεις, ευρύτερος μετασχηματισμός της θαλάσσιας οικονομίας. Για την Ευρώπη, η προστασία και η ενίσχυση των παράκτιων κοινοτήτων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά και ζήτημα κοινωνικής συνοχής και στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Είναι γεγονός ότι η ΕΕ έχει ήδη θέσει φιλόδοξους στόχους μέσω πρωτοβουλιών όπως η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία και η αποστολή «Αποκατάσταση των Ωκεανών και των Υδάτων μας». Σχεδιάζει επίσης δύο διακριτές Στρατηγικές, η πρώτη για τις παράκτιες κοινότητες και η δεύτερη για τα νησιά και τις νησιωτικές περιφέρειες της Ευρώπης. Η επιτυχία αυτών των στρατηγικών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά τους να μεταφραστούν σε συγκεκριμένες πολιτικές οι οποίες θα στηρίζουν πραγματικά τις παράκτιες και νησιωτικές κοινωνίες.
Εξάλλου, η συζήτηση για μια βιώσιμη γαλάζια οικονομία θα πρέπει να υπερβεί το επίπεδο των ευρωπαϊκών θεσμών και των μεγάλων επενδύσεων και να εκκινήσει από τη βάση – από τους ανθρώπους που βιώνουν τη θάλασσα στην καθημερινότητά τους.
«Γαλάζια δικαιοσύνη» και μικρής κλίμακας αλιείς
Το πρώτο βήμα είναι να δοθεί ουσιαστική φωνή στις ίδιες τις παράκτιες κοινότητες. Ανάμεσά τους, οι μικρής κλίμακας αλιείς είναι ίσως η πιο εμβληματική – αλλά και μία από τις πιο ευάλωτες – κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες. Σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, και ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, η αλιεία μικρής κλίμακας αντιπροσωπεύει έναν τρόπο ζωής, έναν κοινωνικό ιστό και ένα βασικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς και του «πνεύματος του τόπου» (Genius loci) των παράκτιων κοινωνιών.
Σήμερα, οι παράκτιοι αλιείς αντιμετωπίζουν πολλαπλές πιέσεις: υπεραλίευση, περιβαλλοντικές αλλαγές, ανταγωνισμό από μεγαλύτερους στόλους, παράνομη αλιεία, αυξανόμενη ζήτηση θαλάσσιου χώρου από αναδυόμενες δραστηριότητες, όπως τα υπεράκτια αιολικά πάρκα ή οι εξορύξεις υδρογονανθράκων. Μια πραγματικά βιώσιμη γαλάζια οικονομία στην Ευρώπη, οφείλει να ενσωματώσει την αρχή της «γαλάζιας δικαιοσύνης».
Δηλαδή, πολιτικές που προστατεύουν τα μέσα διαβίωσης των αλιέων μικρής κλίμακας, προάγουν την εμβέλεια των τοπικών αγορών και αξιοποιούν συμμετοχικά, τη βιωματική γνώση των κοινοτήτων που εξαρτώνται από τη θάλασσα.
Η γεωπολιτική διάσταση των ωκεανών
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη δεν μπορεί να αγνοήσει τη διεθνή διάσταση της θαλάσσιας πολιτικής. Σήμερα, οι ωκεανοί έχουν μετατραπεί σε πεδία έντονου ανταγωνισμού για πόρους, ενέργεια και έλεγχο των θαλάσσιων μεταφορικών οδών.
Η διεθνής διακυβέρνηση των ωκεανών πρέπει συνεπώς να αντιμετωπιστεί ως στρατηγικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Μέσω διεθνών συμφωνιών και εταιρικών σχέσεων με τρίτες χώρες, η ΕΕ μπορεί να προωθήσει τη βιώσιμη διαχείριση των θαλάσσιων πόρων, να διασφαλίσει δίκαιους όρους ανταγωνισμού για τους ευρωπαίους παραγωγούς και να ενισχύσει τον ρόλο της ως υπεύθυνου παγκόσμιου παράγοντα διακυβέρνησης των ωκεανών.
Οι ακτές στην εποχή της κλιματικής αλλαγής
Παράλληλα, οι παράκτιες περιοχές βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η διάβρωση των ακτών, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι μεταβολές στα θαλάσσια οικοσυστήματα επηρεάζουν άμεσα τις τοπικές οικονομίες.
Η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή πρέπει να αποτελέσει κεντρικό πυλώνα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τις ακτές. Αυτό συνεπάγεται επενδύσεις σε λύσεις βασισμένες στη φύση (NBS) για την προστασία των ακτών, ενίσχυση της επιστημονικής γνώσης και καλύτερη διασύνδεση της κλιματικής πολιτικής με τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (ΘΧΣ) αλλά και ενδεχόμενη αναθεώρηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.
Οι ευρωπαϊκές ακτές είναι εύθραυστα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα, αποτελούμενα από φυσικά οικοσυστήματα και κοινωνικά τοπία που απαιτούν ολοκληρωμένη διαχείριση.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης
Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την αλιεία και τις παράκτιες οικονομίες μετά το 2027 αποτελεί κρίσιμο ζήτημα στο πλαίσιο του επόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (EMFAF) σήμερα στηρίζει σημαντικά την αλιεία, την υδατοκαλλιέργεια και τις παράκτιες περιοχές.
Στο μέλλον, όμως, η δομή της χρηματοδότησης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι πόροι θα συνεχίσουν να ενισχύουν κυρίως τις μικρές τοπικές κοινότητες και όχι μόνο μεγάλες επενδύσεις στη γαλάζια οικονομία. Παράλληλα, απαιτείται σαφήνεια και προβλεψιμότητα στις πολιτικές, ώστε οι τοπικές κοινωνίες να μπορούν να σχεδιάζουν με ασφάλεια την ανάπτυξή τους.
Η μικρο-διάσταση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής
Η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν καθορίζεται μόνο από μεγάλους οικονομικούς δείκτες, αλλά και από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων στις παράκτιες και νησιωτικές περιοχές. Αν επιθυμούμε πραγματικά ανθεκτικές ακτές και νησιά, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τη μικρο-διάσταση της πολιτικής: τη ζωή των οικογενειών που εξαρτώνται από τη θάλασσα και τις ευκαιρίες των νέων να παραμείνουν στον τόπο τους. Τα επόμενα χρόνια θα είναι κρίσιμα για τη θαλάσσια πολιτική της Ευρώπης. Με νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες και στρατηγικά πλαίσια στον ορίζοντα – όπως η Ευρωπαϊκή στρατηγική για τα νησιά και αυτή για τις παράκτιες κοινότητες που βρίσκονται σε διαβούλευση- η πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι όλες οι πολιτικές θα συγκλίνουν προς μια Ευρώπη με ανθεκτικές ακτές και νησιά, ζωντανές κοινότητες και μια δίκαιη, βιώσιμη γαλάζια οικονομία.
Οι δύο προαναφερθείσες στρατηγικές δεν μπορούν να λειτουργούν παράλληλα αλλά ως μέρος μιας κοινής θαλάσσιας χωρικής προσέγγισης. Με την ολοκληρωμένη θεώρηση της κλιματικής ανθεκτικότητας, της ανάπτυξης της γαλάζιας οικονομίας, των μηχανισμών διακυβέρνησης και των πλαισίων χρηματοδότησης, η ΕΕ θα μπορούσε να δημιουργήσει μια πιο συνεκτική αρχιτεκτονική πολιτικής για τις θαλάσσιες περιφέρειές της. Μια τέτοια συντονισμένη προσέγγιση θα στήριζε ένα όραμα για την Ευρώπη όπου τα νησιά και οι παράκτιες κοινότητες λειτουργούν ως αλληλοσυνδεόμενοι κόμβοι βιωσιμότητας, καινοτομίας και ανθεκτικότητας μέσα στον ευρύτερο θαλάσσιο χώρο.
Η Ευρώπη οφείλει να αντιμετωπίσει τις θάλασσες και τους ωκεανούς όχι απλώς ως πεδία άντλησης πόρων, αλλά ως ένα κοινό μέλλον.
*Η Στέλλα Κυβέλου είναι Καθηγήτρια Στρατηγικής χωροταξίας και βιώσιμης ανάπτυξης (Πάντειο Παν/μιο), εμπειρογνώμων της ΕΕ για την θαλάσσια χωροταξία στην λεκάνη της Ανατ.Μεσογείου και σύμβουλος της ΕΟΚΕ για τις πολιτικές στα ευρωπαϊκά νησιά.



