Όταν οι γυναίκες επιτυγχάνουν σπουδαία πράγματα, λανθασμένα θεωρείται ότι «δεν ήταν γυναίκες που έκαναν αυτές τις σπουδαίες πράξεις, αλλά άνδρες με φούστες», έγραψε η φιλόσοφος Mary Astell το 1705. Φαντάζει πολύ μακρινό το 1705 κι όμως οι έμφυλες προκαταλήψεις για το τι σημαίνει να είσαι επιτυχημένος και ισχυρός άνθρωπος εξακολουθούν να είναι διάχυτες.

Εξακολουθούμε να περιγράφουμε χαρακτηριστικά όπως η ενσυναίσθηση ως φυσικά θηλυκά και χαρακτηριστικά όπως η κυριαρχία και η επιθετικότητα ως αρσενικά. Ακόμα κι όταν επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά, οι άνδρες θεωρούνται αποφασιστικοί και οι γυναίκες επιθετικές.

Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό που συχνότατα συνδέεται με το φύλο με αυτόν τον τρόπο είναι η ενσυναίσθηση. Είναι από τη φύση τους φτιαγμένες οι γυναίκες να είναι πιο ενσυναισθητικές ή τα έμφυλα στερεότυπα προσπαθούν να μας πείσουν ότι αυτό ισχύει;

Η Εβελίνα Βασιλοπούλου, Συστημική – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια, μιλά στο ΒΗΜΑ για τον μύθο του «γονιδίου της ενσυναίσθησης», τις προσδοκίες της κοινωνίας που τροφοδοτούν ανισότητες και τις συνέπειες της συνεχούς απαίτησης από τις γυναίκες να είναι διαθέσιμες συναισθηματικά.

Η λέξη ενσυναίσθηση έχει μπει πια στη ζωή μας, όμως ξέρουμε πραγματικά τι σημαίνει και τι περιλαμβάνει; Να ξεκινήσουμε από έναν ορισμό;

Ένας ορισμός της ενσυναίσθησης είναι η «κατανόηση των συναισθημάτων του άλλου». Είναι η ικανότητα αλλά και η στάση ζωής που έχει ένα άτομο, να επικοινωνεί και να κατανοεί τους άλλους σχετικά με συναισθήματα και εμπειρίες που βιώνουν.

Ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό της ενσυναίσθησης είναι ότι το άτομο που την αισθάνεται, μοιράζεται τη συναισθηματική εμπειρία του άλλου ατόμου, ταυτόχρονα όμως διαχωρίζει τον εαυτό του από αυτό που συμβαίνει στον άλλον. Δηλαδή δεν ταυτίζεται και δεν κατακλύζεται από το δικό του συναίσθημα.

Παίζουν ρόλο τα γονίδια στην ενσυναίσθηση – κι αν ναι, συνδέονται με το φύλο;

Μελέτες σε διδύμους δείχνουν ότι η ενσυναίσθηση έχει πράγματι έναν μέτριο βαθμό κληρονομικότητας. Αυτό σημαίνει ότι ένα ποσοστό της διαφοροποίησης μεταξύ ανθρώπων μπορεί να αποδοθεί σε γενετικούς παράγοντες. Ωστόσο, δεν υπάρχει «γονίδιο της ενσυναίσθησης».

Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό χαρακτηριστικό, στο οποίο συμμετέχουν πολλά γονίδια, καθένα με μικρή επιρροή. Όμως τα γονίδια αυτά υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου.

Ορισμένα από αυτά σχετίζονται με τη λειτουργία της ωκυτοκίνης – της λεγόμενης «ορμόνης της σύνδεσης» – ή με νευροδιαβιβαστές όπως η σεροτονίνη και η ντοπαμίνη, που επηρεάζουν τη συναισθηματική επεξεργασία και την κοινωνική συμπεριφορά.

Οι όποιες διαφορές παρατηρούνται μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν εξηγούνται από διαφορετικά γονίδια, αλλά πιθανότερα από την αλληλεπίδραση βιολογικών παραγόντων (όπως οι ορμόνες) με την κοινωνική διαπαιδαγώγηση και τις πολιτισμικές προσδοκίες.

Είναι οι γυναίκες «φτιαγμένες» για να καταλαβαίνουν καλύτερα τα συναισθήματα των άλλων ή μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι αυτό περιμένει η κοινωνία από εκείνες;

Όχι, δεν αποδεικνύεται ότι οι γυναίκες είναι φτιαγμένες να καταλαβαίνουν καλύτερα τα συναισθήματα των άλλων. Μάλιστα ένα σημαντικό εύρημα των ερευνών είναι ότι υπάρχει μεγάλη επικάλυψη μεταξύ ανδρών και γυναικών. Υπάρχουν δηλαδή άνδρες με υψηλότατη ενσυναίσθηση και γυναίκες με χαμηλή. Οι ατομικές υπερβαίνουν κατά πολύ τις έμφυλες διαφορές.

Επομένως, οι γυναίκες «εκπαιδεύονται» από πολύ μικρή ηλικία από την οικογένεια, το σχολείο και την κοινωνία να συναισθάνονται και να φροντίζουν περισσότερο τους άλλους.

Τα κορίτσια ενθαρρύνονται να εκφράζουν περισσότερο τα συναισθήματα τους. Αντίθετα τα αγόρια μαθαίνουν να συγκρατούν τη συναισθηματική τους έκφραση και να δίνουν έμφαση στην αυτονομία και στη δύναμη.

Ακόμα και μέσα από τα παιχνίδια από πολύ μικρή ηλικία καλλιεργούνται πρότυπα και γίνεται η «εκπαίδευση» που αναφέρθηκε παραπάνω. Τα κορίτσια παίζουν περισσότερο με παιχνίδια φροντίδας και ρόλων, όπως για παράδειγμα κούκλες.

Η φροντίδα άλλων καλλιεργεί την παρατήρηση και κατανόηση αναγκών και έτσι εξασκούνται περισσότερο σε συναισθηματικές και διαπροσωπικές δεξιότητες. Αντίθετα, τα αγόρια παίζουν περισσότερο παιχνίδια δράσης, κατασκευής και ταύτισης με ρόλους ισχύος (στρατιωτάκια, σούπερ ήρωες, τουβλάκια).

Ευτυχώς βέβαια, αυτό τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αλλάζει και να παίζουν και τα δύο φύλα με παιχνίδια, που μέχρι πρότινος θεωρούνταν από την κοινωνία μόνο «κοριτσίστικα» ή μόνο «αγορίστικα».

Επίσης, έρευνες δείχνουν ότι οι γονείς ρωτούν πιο συχνά τα κορίτσια «πώς νιώθεις;» και εξηγούν περισσότερο τα συναισθήματα τρίτων και έτσι τα κορίτσια αποκτούν νωρίτερα συναισθηματικό λεξιλόγιο.

Επίσης, το κλάμα κοριτσιών συχνά αντιμετωπίζεται με ενθάρρυνση έκφρασης, ενώ στα αγόρια συχνότερα ενθαρρύνεται η συναισθηματική αυτορρύθμιση και μαθαίνουν ότι η υπερβολική ευαισθησία μπορεί να θεωρηθεί αδυναμία.

Υπάρχουν βέβαια και τα στερεότυπα που καλλιεργούν προσδοκίες. Ένα από αυτά είναι ότι «τα κορίτσια είναι πιο ώριμα» και αυτό δημιουργεί πίεση να ανταποκριθούν σε αυτόν τον ρόλο. Ενώ στα αγόρια συγχωρούνται οι απερισκεψίες.

Αυτά βέβαια από την άλλη ταλαιπωρούνται από το στερεότυπο «οι άνδρες δεν κλαίνε», οι «άνδρες πρέπει να είναι δυνατοί». Έτσι, μαθαίνουν να αποσυνδέονται από το συναίσθημά τους και τους απαγορεύεται η ευαλωτότητα που υπάρχει και στην ανθρώπινη φύση.

Πώς οι προσδοκίες γύρω από το ποιος «πρέπει» να είναι ενσυναισθητικός τροφοδοτούν ανισότητες;

Η ενσυναίσθηση παρουσιάζεται συχνά ως «έμφυτο χάρισμα» των γυναικών. Ως μια σχεδόν φυσική τους προδιάθεση να ακούν, να φροντίζουν, να κατανοούν. Όμως πίσω από αυτό το φαινομενικά θετικό στερεότυπο κρύβεται μια βαθιά κοινωνική ανισότητα.

Από πολύ νωρίς, τα κορίτσια μαθαίνουν ότι η αξία τους συνδέεται με τη συναισθηματική τους διαθεσιμότητα.

Επιβραβεύονται όταν είναι «καλά», «ευγενικά», «κατανοητικά». Μαθαίνουν να ρωτούν για τα συναισθήματα των άλλων, να τα εξηγούν, να διαμεσολαβούν σε συγκρούσεις ή και να τις εξομαλύνουν.

Αντίθετα, τα αγόρια συχνά ενθαρρύνονται να είναι δυναμικά, ανεξάρτητα, λιγότερο εκφραστικά. Όχι επειδή δεν μπορούν να είναι ενσυναισθητικά — αλλά επειδή δεν αναμένεται από αυτά να είναι.

Αυτή η άνιση προσδοκία δεν μπορεί να μην έχει πραγματικές συνέπειες;

Οι γυναίκες καταλήγουν να αναλαμβάνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος της λεγόμενης «συναισθηματικής εργασίας»: να διατηρούν τις ισορροπίες στην οικογένεια, να φροντίζουν τις σχέσεις, να απορροφούν τις εντάσεις στον εργασιακό χώρο.

Είναι μια εργασία αόρατη, απλήρωτη, αλλά εξαντλητική. Και όταν δεν ανταποκρίνονται σε αυτήν την προσδοκία, κρίνονται αυστηρά: χαρακτηρίζονται «ψυχρές», «απόμακρες», «σκληρές».

Την ίδια στιγμή, οι άνδρες συχνά απαλλάσσονται από αυτή την υποχρέωση χωρίς κοινωνικό κόστος. Όμως και αυτό είναι περιοριστικό. Η αποθάρρυνση της συναισθηματικής έκφρασης στερεί από πολλούς άνδρες ένα βασικό εργαλείο επικοινωνίας και σύνδεσης.

Το παράδοξο είναι προφανές: η ενσυναίσθηση εξυμνείται ως γυναικεία αρετή, αλλά δεν αμείβεται, ούτε αναγνωρίζεται ως δεξιότητα ισχύος.

Αντίθετα, σε ηγετικές θέσεις, η συναισθηματικότητα συχνά ερμηνεύεται ως αδυναμία. Έτσι, το ίδιο χαρακτηριστικό που θεωρείται «φυσικό» στις γυναίκες, ταυτόχρονα γίνεται εμπόδιο, όταν διεκδικούν εξουσία.

Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις περί ενσυναίσθησης ωθούν τις γυναίκες σε ρόλους φροντίδας και κατά συνέπεια σε συναισθηματική εξάντληση;

Η συνεχής απαίτηση από τις γυναίκες να είναι διαθέσιμες συναισθηματικά έχει άμεσες συνέπειες: οι γυναίκες πρέπει να διατηρούν την ψυχραιμία τους, να διαχειρίζονται συγκρούσεις, να υποστηρίζουν τους γύρω τους ακόμα και όταν οι ίδιες νιώθουν πίεση ή κόπωση.

Η συνεχής προσαρμογή στις ανάγκες των άλλων, σε συνδυασμό με επαγγελματικές και προσωπικές υποχρεώσεις, οδηγεί σε ψυχική κόπωση, στρες και συχνά burnout.

Επιπλέον, η κοινωνική πίεση να ανταποκρίνονται «πάντα σωστά» εντείνει την ενοχή, όταν χρειάζονται χρόνο για τον εαυτό τους, αυξάνοντας τον κίνδυνο εξάντλησης.

Η ενσυναίσθηση αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό ή μπορεί να καλλιεργηθεί;

Η ενσυναίσθηση είναι ανθρώπινη δεξιότητα που μπορεί να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί σε οποιαδήποτε ηλικία, με κατάλληλη εκπαίδευση, εμπειρία και πρακτική. Μπορούμε να αρχίσουμε να την καλλιεργούμε στα παιδιά από μικρή ηλικία μέσα από τα παραμύθια.

Σε μεγαλύτερες ηλικίες βοηθάει σημαντικά η ψυχοθεραπεία και ακόμα περισσότερο η ομαδική ψυχοθεραπεία, καθώς μαθαίνεις να συνδέεσαι, να ονομάζεις αλλά και να νοηματοδοτείς καλύτερα τα δικά σου συναισθήματα και βιώματα, οπότε βελτιώνεται η ικανότητά σου να το κάνεις και για τους άλλους.

Βοηθητικός είναι επίσης και ο αναστοχασμός, να αφιερώνουμε δηλαδή κάποιο χρόνο σκεπτόμενοι πώς οι πράξεις μας επηρεάζουν συναισθηματικά τους άλλους ή να αναλογιζόμαστε γεγονότα και συμπεριφορές άλλων, προσπαθώντας να δούμε τα πράγματα και από τη δική τους θέση.

Ακόμη, πολύ χρήσιμη στην καλλιέργεια της ενσυναίσθησης είναι η έκθεση σε διαφορετικές εμπειρίες και πολιτισμούς. Η επικοινωνία και το μοίρασμα βιωμάτων με διαφορετικούς ανθρώπους διευρύνει την αντίληψη για τις ανάγκες και τα συναισθήματά τους.

Ποιο είναι το ψυχολογικό «αποτύπωμα» της ενσυναίσθησης;

Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς μία δεξιότητα, αλλά αφήνει ψυχολογικά ίχνη σε όσους την καλλιεργούν και σε όσους τη δέχονται. Μιλάμε για ένα «αποτύπωμα» που αφορά τόσο τη συναισθηματική ισορροπία όσο και τις κοινωνικές σχέσεις.

Όταν κατανοούμε τα συναισθήματα των άλλων, δημιουργούνται δεσμοί εμπιστοσύνης και αλληλοϋποστήριξης. Οι σχέσεις γίνονται πιο βαθιές, οι συνεργασίες πιο αρμονικές και η κοινωνική ζωή πιο ικανοποιητική. Ακόμη, ενισχύεται η ευγένεια και η κοινωνική υπευθυνότητα.

Όμως η ενσυναίσθηση αφήνει και αρνητικό «αποτύπωμα», αν δεν συνοδεύεται από όρια. Η συνεχής αναγνώριση και διαχείριση των συναισθημάτων των άλλων μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματική εξάντληση και στρες.