Εάν πριν από λίγες εβδομάδες βρισκόταν κανείς στη λεωφόρο Andarzgou της Τεχεράνης, θα δυσκολευόταν να πιστέψει πως στις αρχές Μαρτίου η πόλη των 10 εκατομμυρίων κατοίκων θα βρισκόταν υπό αμερικανοϊσραηλινή πυραυλική πολιορκία.
Ο αέρας στα βόρεια προάστια της ιρανικής πρωτεύουσας, εκεί όπου έχει χτίσει το καλά προστατευμένο μελίσσι της η ελίτ της χώρας, δε μύριζε μπαρούτι, θρησκευτικό φανατισμό ή επανάσταση. Αντιθέτως, μάλλον το κυρίαρχο άρωμα ήταν εκείνο που ανέδιδε το ακριβό δέρμα από τα καθίσματα των «πειραγμένων» σπορ αυτοκινήτων.
Συμπληρώνοντας τέλεια τον βρυχηθμό των οκτακύλινδρων κινητήρων, ο οποίος με τη σειρά του σκέπαζε ασεβώς –για τα χρηστά ήθη της ισλαμικής δημοκρατίας– τη χαρακτηριστική φωνή του μουεζίνη.

Η ήσυχη μέχρι να γίνει ξέφρενη, αποστειρωμένη και προκλητικά ξέγνοιαστη ζωή στις συνοικίες Elahieh, Niavaran και Zaferanieh, οι οποίες θεωρούνται οι πλέον προνομιούχες της Τεχεράνης, έμοιαζε απολύτως ανεπηρέαστη και ανέγγιχτη από όσα απασχολούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της χώρας.
Σε αυτό το χρυσό, αδιαπέραστο μικρόκοσμο, μια ιδέα από τον οποίο πήραμε από τη μυθοπλασία της σειράς «Τεχεράνη», η πραγματικότητα ήταν μια έννοια ρευστή, την οποία μπορούσες εύκολα να εξαγοράσεις με το σωστό συνάλλαγμα.
Ποιος άλλωστε μπορούσε να πιστέψει ότι οτιδήποτε θα μπορούσε να πάει λάθος όσο υπήρχε άφθονη ακριβή γαλλική σαμπάνια, επαρκές απόθεμα πολυτελών προϊόντων από τους κατά τα άλλα «επάρατους» δυτικούς οίκους και, βέβαια, άφθονο νερό για να γεμίζει τις ιδιωτικές θερμαινόμενες πισίνες; Στην περίπτωση που δεν το γνωρίζει κανείς, η Τεχεράνη διανύει τον έκτο χρόνο μιας εξαντλητικής περιόδου ξηρασίας και το νερό είναι το ίδιο δυσεύρετο στην ευρύτερη περιοχή με –ας πούμε– τον πολιτικό ορθολογισμό και την κοινή λογική.

Η επιχείρηση «Επική Οργή» (Epic Fury), ωστόσο, που ήδη συμπλήρωσε την πρώτη εβδομάδα της σε πλήρη και καταστροφική εξέλιξη, δε θα μπορούσε να αφήσει αλώβητη την ελίτ του Ιράν. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, δε θα μπορούσε να μην της χαλάσει την τέλεια, ιλουστρασιόν εικόνα που για περίπου μια δεκαετία κατάφερε να εκπέμψει στα πέρατα του κόσμου, μέσα από τον αμφιλεγόμενο αλλά πολυπροβεβλημένο στα media της Δύσης λογαριασμό του Instagram με τον χαρακτηριστικό τίτλο Rich Kids of Tehran (ελληνιστί: τα πλουσιόπαιδα της Τεχεράνης).
Η ρίζα του νεοπλουτισμού & το ινσταγκραμικό μανιφέστο
Η γέννηση εκείνου που από πολλούς, και δικαίως, θεωρείται ως το απόλυτο σοσιαλμιντιακό μανιφέστο της εύπορης καθεστηκυίας τάξης του Ιράν εντοπίζεται τον Σεπτέμβριο του 2014.
Ήταν η κομβική στιγμή που ένας λογαριασμός με το μάλλον αταίριαστο –για όσα γνωρίζαμε έως τότε για τη σκοταδιστική θεοκρατία του Ιράν– όνομα εμφανίστηκε στο Instagram και, μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα, σάρωσε το διαδίκτυο. Αφήνοντας, όπως ήταν απολύτως φυσικό, ενεούς τους πολίτες της Δύσης και ακόμα πιο αναμενόμενα οργισμένους τους χειμαζόμενους και καταπιεσμένους κατοίκους του Ιράν.

Τι ακριβώς βλέπαμε να «ανεβαίνει» καθημερινά σε αυτό το ψηφιακό λεύκωμα ματαιοδοξίας με κεκτημένη ταχύτητα και ασύδοτη –πάντα για τα αυστηρά μέτρα του Ιράν– ελευθεριότητα;
Κορίτσια, πλήρως απαλλαγμένα από τον υποχρεωτικό, ασφυκτικό κλοιό του χιτζάμπ να ποζάρουν με μικροσκοπικά μπικίνι σε ιδιωτικές, ολυμπιακών διαστάσεων πισίνες, συνοδεύοντας τις αναρτήσεις τους με ευζωϊστικές ατάκες. Αλλά και αγόρια με συλλεκτικά ρολόγια Audemars Piguet και Patek Philippe στον καρπό τους, τα οποία κοστίζουν κυριολεκτικά όσο ο μισθός μιας ολόκληρης ζωής για τον μέσο Ιρανό εργάτη, να επιδεικνύουν τον υπερσύγχρονο στόλο των supercars τους.

Κοντολογίς, βλέπαμε νέους Ιρανούς να ζουν μια καθημερινότητα που θα ζήλευαν, χωρίς καμία υπερβολή, και οι πρωταγωνιστές του «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς» (για τους παλαιότερους) ή του «Gossip Girl» (για τους νεότερους). Αυτή η εικονική, αψεγάδιαστη πραγματικότητα γκρέμισε βιαίως το αφήγημα του «απλού, ασκητικού βίου» που το καθεστώς προσπαθούσε να επιβάλει στις μάζες μετά το 1979.
«Ρίχνοντας» το Instagram
Η τρυφηλή ζωή των νεαρών που ισχυρίζονταν ότι ήταν πολίτες της ισλαμικής δημοκρατίας δεν πέρασε απαρατήρητη εντός των συνόρων. Σε καθεστώς απόλυτου σοκ, ο σκληροπυρηνικός Τύπος της χώρας άρχισε να μιλάει –με τους χείριστους δυνατούς χαρακτηρισμούς– για μια νέα γενιά που, με όχημα το αμύθητο χρήμα και την πολιτική εξουσία των προγόνων της, ζει σε μια αδιαπέραστη φούσκα, την οποία το ίδιο το καθεστώς αδυνατούσε ή δεν επιθυμούσε να σπάσει.
Απέναντι σε αυτό το κύμα λαϊκής αγανάκτησης, η αντίδραση υπήρξε ακαριαία. Έναν μόλις μήνα μετά τη ραγδαία διάδοση του λογαριασμού, η οποία εξαπλώθηκε με την ταχύτητα παιδικής επιδημίας σε τάξη δημοτικού σχολείου, το προφίλ εξαφανίστηκε.

Η θεοκρατία είχε επιδείξει τα αντανακλαστικά της, επιχειρώντας να κρύψει το πρόβλημα κάτω από ένα περσικό χαλί. Άλλωστε υπήρχε παράδοση και χαλιών και υποκρισίας στη χώρα.
Βεβαίως, όπως συμβαίνει πάντα με το διαδίκτυο, το μπλόκο ήταν απλώς προσωρινό. Αργότερα, τα Rich Kids of Tehran επανεμφανίστηκαν δριμύτερα, με εναλλακτικούς λογαριασμούς και κλειστά δίκτυα, και η ψηφιακή τους παρουσία παρέμενε, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, απολύτως ενεργή.
Η γνωστή άγνωστη φυλή των Aghazadeh
Σε αυτές τις πλατφόρμες κατέγραφαν –προκλητικά για κάποιους, ξεδιάντροπα για άλλους– την αληθινή ζωή τους οι χιλιοτραγουδισμένοι πια Aghazadeh. Αν και η συγκεκριμένη λέξη μεταφράζεται από τα φαρσί ως «παιδιά των ευγενών», στην καθομιλουμένη των δρόμων της Τεχεράνης έγινε γρήγορα το απόλυτο συνώνυμο των «γόνων της διαφθοράς».
Πρόκειται, επί της ουσίας, για τα παιδιά των κληρικών της σκληρής γραμμής, των υπουργών της κυβέρνησης, των ανώτατων στρατηγών των Φρουρών της Επανάστασης, αλλά και των επιτήδειων μεσαζόντων που αναδύθηκαν κοινωνικά και οικονομικά, προσδεμένοι στενά στο άρμα της διακυβέρνησης του υπερσυντηρητικού Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, κατά την οκταετία 2005-2013.

Ακούγεται οξύμωρο, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Οι ίδιοι άνθρωποι που στις δημόσιες εμφανίσεις τους διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους και ωρύονταν στα τεμένη κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ, εκείνοι που επέβαλλαν τον ισλαμικό νόμο διά ροπάλου και συντηρούσαν την διαβόητη Αστυνομία Ηθών στους δρόμους, ήταν ακριβώς αυτοί που χρηματοδοτούσαν, συχνά με χρήματα αμφίβολης προέλευσης, τη δυτικότροπη, ηδονιστική καθημερινότητα των παιδιών τους.
Ενώ μια μέση Ιρανή φοιτήτρια ή εργαζόμενη μπορούσε να συλληφθεί, να διαπομπευθεί, να φυλακιστεί και να βασανιστεί στα μπουντρούμια του Εβίν επειδή μια τούφα από τα μαλλιά της είχε ξεφύγει από το χιτζάμπ της, στα βόρεια προάστια της Τεχεράνης οι κανόνες δεν ίσχυαν. Πίσω από τις θεόρατες, θωρακισμένες πύλες των επαύλεων, τα εγχώρια nepo-babies συνέχιζαν ανενόχλητα την –κατά το κοινώς λεγόμενο– ζωάρα τους.
Αν, μάλιστα, κάποιος αξιωματικός του νόμου είχε την τόλμη ή μάλλον την απρονοησία να κάνει έφοδο σε κάποιο από τα πάρτι που διοργανώνονταν σχεδόν σε ημερήσια διάταξη σε αυτά τα σπίτια, η λύση ήταν πάντα άμεση.

Ένα απλό τηλεφώνημα στον «μπαμπά», μια γρήγορη επίδειξη της σωστής ταυτότητας ή, ακόμα πιο πρακτικά, ένας παχύς φάκελος με μετρητά, αρκούσαν και με το παραπάνω για να εξαγοράσουν τη σιωπή, τη συγγνώμη και τη διαρκή ασυλία.
Η πλάνη της Δύσης και ο μύθος της «αντίστασης»
Όταν το φαινόμενο των Rich Kids of Tehran πήρε διεθνείς διαστάσεις του και την αντίστοιχη δημοσιότητα, η Δύση έπεσε αφελώς σε μια καλοστημένη παγίδα. Διεθνή μέσα ενημέρωσης, τηλεοπτικά δίκτυα και lifestyle περιοδικά είδαν, μέσα από τη δική τους εθνοκεντρική οπτική, στα κορίτσια με τα μαγιό και στα αγόρια με τα ακριβά αυτοκίνητα, μια παράξενη μορφή αντίστασης στα πολιτικά και θρησκευτικά ειωθότα του καθεστώτος.
Το αφήγημα έβγαζε τίτλο (clickbait, θα λέγαμε σήμερα) και ήταν απολύτως έτοιμο προς μαζική κατανάλωση. Η διεθνής κοινή γνώμη το κατάπιε αμάσητο: Η προοδευτική ιρανική νεολαία αψηφούσε τη δαμόκλειο σπάθη των μουλάδων, χρησιμοποιώντας τα social media ως όπλο.

Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές αυτού του ψηφιακού θεάτρου συντήρησαν τεχνηέντως τον μύθο. Μιλώντας ανώνυμα σε δημοσιογράφους δυτικών ΜΜΕ και μέσω κρυπτογραφημένων μηνυμάτων, πούλησαν επιτυχημένα την εικόνα των σύγχρονων, μορφωμένων αστών, που απλώς διεκδικούσαν το αυτονόητο δικαίωμα στη χαρά και την ελευθερία της έκφρασης.
Όμως, η αλήθεια αποδείχτηκε κατά τι διαφορετική. Και σίγουρα, απείρως πιο σκοτεινή. Οι ινσταγκραμικοί νέοι της Τεχεράνης δεν επαναστατούσαν επ’ ουδενί ενάντια στη φυλακή του καθεστώτος. Απλώς, είχαν κληρονομήσει από τους προνομιούχους γονείς τους το αντικλείδι για τη VIP πτέρυγά της. Η δική τους ελευθερία ήταν αγορασμένη εις βάρος της ανελευθερίας όλων των υπολοίπων.
Η σκανδαλώδης εξαίρεση του κανόνα
Η πολυτελής διαβίωσή τους άλλωστε αποκάλυψε και μια πικρή οικονομική αλήθεια που η διεθνής κοινότητα άργησε να χωνέψει. Οι αυστηρές διεθνείς κυρώσεις, που είχαν εφαρμοστεί από την οικουμένη κατά του Ιράν με στόχο τον πυρηνικό αφοπλισμό, ενώ γονάτισαν τη μεσαία τάξη και διέλυσαν ολοσχερώς την παραγωγική βάση της χώρας, δεν αφορούσαν τελικά όλους τους πολίτες.
Η άρχουσα τάξη, αυτή ακριβώς που έλεγχε τα σύνορα, τα τελωνεία και τα λιμάνια, μπορούσε να συνεχίσει να απολαμβάνει του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά –όπου στη θέση των βιβλικών ηρώων, βάλτε όποιο luxury brand, γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία ή οίκο υψηλής ραπτικής μπορεί να βάλει ο νους σας.

Παρότι ο εκτελωνισμός αγαθών πολυτελείας μέσω σκοτεινών, παρακρατικών διαδρομών (συχνά με ενδιάμεσο σταθμό το εσχάτως εμπλεκόμενο στην κρίση Ντουμπάι) τριπλασίαζε ή και τετραπλασίαζε την τελική αξία τους, οι Aghazadeh πλήρωναν ασμένως την τεράστια προστιθέμενη αξία.
Ποιος άραγε θα έκανε διαφορετικά εάν είχε όχι μόνο το δάχτυλο, αλλά ολόκληρο το χέρι του χωμένο βαθιά μέσα στο βάζο με το μέλι;
Αδιάφοροι μέχρι τελικής πτώσης
Αυτή η παρομιώδης αποσύνδεση από την πραγματικότητα παρέμεινε ακλόνητη μέχρι την ύστατη ώρα.
Ακόμα και τον Ιανουάριο, όταν χιλιάδες πολίτες του Ιράν διακινδύνευαν κατά κυριολεξία την ζωή τους στους δρόμους, διαδηλώνοντας κατά του θεοκρατικού καθεστώτος και εισπράττοντας σφαίρες και δακρυγόνα, τα πλουσιόπαιδα της Τεχεράνης εξακολουθούσαν με ρυθμό πολυβόλου να τροφοδοτούν τον αλγόριθμο του Instagram με σπαράγματα της ξέγνοιαστης, προκλητικής καθημερινότητάς τους.

Φαινόταν πως τίποτα δεν ήταν αρκετά σοβαρό για να διαταράξει τα μυστικά πάρτι με τους διεθνείς DJs, τις πολυτελείς διακοπές στο χιονοδρομικό θέρετρο του Dizin ή τα σουλάτσα με τα ολόλευκα yachts στα ήρεμα νερά της Κασπίας Θάλασσας.
Τουλάχιστον μέχρι την ημέρα που ο Ντόναλντ Τραμπ, σε απόλυτο συντονισμό με το Ισραήλ, πάτησε το κουμπί και άναψε το φιτίλι της επιχείρησης Επική Οργή.
Παρότι σήμερα, μέσα στη δίνη του πολέμου, κανείς –εκτός ίσως από τις άριστα δικτυωμένες μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ και των ΗΠΑ– δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα τι ακριβώς συμβαίνει σε κάθε γωνιά εντός των συνόρων του φλεγόμενου Ιράν, οι διαρρέουσες πληροφορίες συνθέτουν μια σαφή εικόνα: οι Aghazadeh τράπηκαν, πολύ πριν πέσει ο πρώτος πύραυλος, εις άτακτον φυγή.
Η θέα από του Ντουμπάι
Ακούγεται απόλυτα λογικό, ειδικά εάν υπολογίσει κανείς πως διέθεταν στο ακέραιο την οικονομική δυνατότητα, αλλά και τα απαραίτητα διαβατήρια άλλων, δυτικών χωρών, τα οποία είχαν προνοήσει να αποκτήσουν εγκαίρως μέσω των προνομιακών προγραμμάτων τύπου golden visa.

Λίγο πριν κλείσει οριστικά ο εναέριος χώρος της Μέσης Ανατολής, δεκάδες ιδιωτικά τζετ απογειώθηκαν νύχτα, το ένα μετά το άλλο, από το διεθνές αεροδρόμιο Ιμάμ Χομεϊνί, μεταφέροντας με ασφάλεια την αφρόκρεμα της διεφθαρμένης ιρανικής ολιγαρχίας σε πολυτελείς σουίτες στο Ντουμπάι, τη Ντόχα και, φυσικά, το αγαπημένο τους Λονδίνο.
Αλλά ακόμα κι εκείνοι οι ελάχιστοι που δεν πρόλαβαν ή υπερεκτίμησαν τις δυνάμεις τους και δε θέλησαν να εγκαταλείψουν το πλοίο εγκαίρως, πιθανότατα βρίσκονται αυτές τις ημέρες απολύτως ασφαλείς στα υπερσύγχρονα, ιδιωτικά υπόγεια καταφύγιά τους κάτω από τις βίλες του βορρά.

Εκεί, με γεννήτριες, γεμάτες κάβες και δορυφορικό ίντερνετ, παρακολουθούν τον καταστροφικό πόλεμο που ισοπεδώνει τη χώρα τους ως άλλο ένα καθηλωτικό σήριαλ σε binge watching. Μέχρι, τουλάχιστον, η Επική Οργή –είτε προερχόμενη από τον ουρανό, είτε από τον λαό που έμεινε πίσω– χτυπήσει και το δικό τους, μέχρι πρότινος απροσπέλαστο, κατώφλι.












