Το 1986, η 14χρονη Βανεσά Σπρινγκορά βρέθηκε σε μια «σχέση» με τον καταξιωμένο εκείνη την εποχή, Γάλλο συγγραφέα Γκαμπριέλ Ματζνέφ, ο οποίος προστατευμένος από το κύρος του και την ανοχή της πνευματικής ελίτ του Παρισιού, έχτισε όλη του την καριέρα δημοσιοποιώντας στα αυτοβιογραφικά βιβλία του ως απελευθερωτικές και πνευματικές εμπειρίες τις ερωτικές συνευρέσεις που είχε με ανήλικα κορίτσια και αγόρια, ορισμένα από αυτά στην αρχή της εφηβείας τους (ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Κάτω των δεκαέξι» που εκδόθηκε το 1974 και επαινέθηκε δημόσια).
Το αφήγημα του Ματζνέφ, συμπλέοντας με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σεξουαλικής απελευθέρωσης της δεκαετίας του ΄60, κατέρρευσε το 2020 με την έκδοση του βιβλίου «Η συναίνεση» («Le Consentement» από τις εκδόσεις Grasset και στα ελληνικά «Συναίνεση» από τις εκδόσεις Μετρονόμος με χρονολογία κυκλοφορίας το 2025, σε μετάφραση του Γιώργου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη), στο οποίο η συγγραφέας Βανεσά Σπρινγκορά εξιστορεί την κακοποιητική σχέση που είχε με τον Ματζνέφ, αποδομώντας όλους τους μηχανισμούς εξουσίας, σιωπής και κοινωνικής συνενοχής που επέτρεψαν στην κουλτούρα ανοχής και συγκάλυψης της παιδοφιλίας να ανθήσει. Το βιβλίο σόκαρε τη Γαλλία και οδήγησε σε θεσμικές αλλαγές για το ηλικιακό όριο συναίνεσης στο σεξ, ενώ αποκαθήλωσε τον Ματζνέφ από το βάθρο του ευυπόληπτου συγγραφέα.
Πέντε χρόνια μετά, η θεατρική μεταφορά της πολύκροτης υπόθεσης στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης με τον τίτλο «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας» σε σκηνοθεσία της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου και μετάφραση της Βένιας Σταματιάδη, φωτίζει τους μηχανισμούς αποπλάνησης και θεσμικής συγκάλυψης που επιτρέπουν στη βία να διαιωνίζεται μέσα από κακοποιητικές σχέσεις. Οι Βένια Σταματιάδη, Μαριλένα Μπαρταλούτσι και Κλέων Γρηγοριάδης με τη συνοδεία της live μουσικής του Andy Val δίνουν φωνή στα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας και στην περιρρέουσα κοινωνική ατμόσφαιρα, μεταφέροντας στον θεατή την πολυπλοκότητα των γεγονότων που αναζωπύρωσαν διεθνώς το ερώτημα των ορίων της «συναίνεσης».
Η σκηνοθέτιδα Ειρήνη Λαμπρινοπούλου μιλά στο ΒΗΜΑ για την απόφαση της μεταφοράς αυτής της κοινωνικά και πολιτικά φορτισμένης ιστορίας στο ελληνικό θέατρο, καθώς και για την συσχέτισή της με την ελληνική πραγματικότητα σήμερα.
«Στην Ελλάδα, μπορεί να μη ζούμε κάτι αντίστοιχο τα τελευταία χρόνια, ώστε να δικαιολογηθεί ένα τέτοιο κίνημα «σεξουαλικής απελευθέρωσης των ανηλίκων», ωστόσο η τέχνη, η διανόηση, η «προοδευτικότητα» ή η θεσμική θέση μπορούν να λειτουργήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: ως άλλοθι».
Η Συναίνεση (Le Consentement) της Βανεσά Σπινγκορά προκάλεσε στη Γαλλία κοινωνικό σεισμό, συμπλέοντας με το κίνημα του #MeToo, αναδιαμορφώνοντας τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη συναίνεση στο σεξ ως πεδίο άνισης διαπραγμάτευσης όπου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο η ηλικία, το φύλο και οι κανόνες εξουσίας μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Εν τέλει οδήγησε σε ριζικές νομοθετικές αλλαγές με τη θεσμοθέτηση – μεταξύ άλλων – ηλικίας σεξουαλικής συναίνεσης στα 15 έτη. Τι σήμαινε για εσάς να μεταφέρετε αυτή την φορτισμένη ιστορία στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα;
Για μένα, το να μεταφέρω το Le Consentement της Βανεσά Σπρινγκορά στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα κάθε άλλο παρά «εισαγόμενη» θεματική ήταν. Γιατί όσο κι αν η ιστορία γεννήθηκε στη Γαλλία και συνέβαλε σε έναν κοινωνικό σεισμό που συνδέθηκε με το #MeToo κίνημα, η Ελλάδα δεν διαφέρει σε κάτι ουσιαστικό.
Γνωρίζοντας ιστορίες που έχουν συμβεί εδώ, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, δεν μπορώ να υποκρίνομαι πως πέφτω από τα σύννεφα. Η υπόθεση της 12χρονης στον Κολωνό, οι καταγγελίες και οι δίκες που αφορούν πρόσωπα εξουσίας στον καλλιτεχνικό χώρο, όπως ο Δημήτρης Λιγνάδης και ο Λάμπρος Φιλίππου, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι μηχανισμοί είναι ίδιοι. Η ηλικία, η εξουσία, το κύρος, η πρόσβαση, η σιωπή. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται.
Επί της ουσίας, στη μαρτυρία της Σπινγκορά, η διαφορά δεν είναι στην ουσία, αλλά στο ιστορικό συγκείμενο. Στη Γαλλία, o Γκαμπριέλ Ματζνέφ – και μαζί του ασφαλώς και πολλοί άλλοι — εκμεταλλεύτηκε μια ολόκληρη επαναστατική ρητορική, το κλίμα απελευθέρωσης και τον απόηχο του Μάη του ‘68, για να ντύσει τις προσωπικές του ορέξεις με ιδεολογικό μανδύα. Στην Ελλάδα, μπορεί να μη ζούμε κάτι αντίστοιχο τα τελευταία χρόνια, ώστε να δικαιολογηθεί ένα τέτοιο κίνημα «σεξουαλικής απελευθέρωσης των ανηλίκων», ωστόσο η τέχνη, η διανόηση, η «προοδευτικότητα» ή η θεσμική θέση μπορούν να λειτουργήσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: ως άλλοθι.
Αυτό, λοιπόν, που με απασχόλησε πολύ ήταν να μη μεταφέρω απλώς μια γαλλική ιστορία, αλλά να φωτίσω τον μηχανισμό που αυτές οι πρακτικές ανθίζουν.

Από την παράσταση «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας».
Το έργο έχει ήδη γνωρίσει θεατρικές μεταφορές τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα, αλλά και μία κινηματογραφική εκδοχή. Τι σας ώθησε να προτείνετε μια νέα σκηνική εκδοχή; Πώς θα εξηγούσατε τη βασική δική σας διαφοροποίηση σε σχέση με τις προηγούμενες;
Μέχρι να ξεκινήσει τη διαδικασία της μετάφρασης η Βένια Σταματιάδη – που με σύστησε με το κείμενο, τον κόσμο της Βανεσά Σπρινγκορά και παίζει στη δική μας παράσταση τον ρόλο της συγγραφέα – το έργο ήταν ουσιαστικά άγνωστο στο ευρύ ελληνικό κοινό. Και αυτό ακριβώς μου κίνησε το ενδιαφέρον, δηλαδή το πώς μια ιστορία που δεν γνώριζα μπορούμε να την εξερευνήσω χωρίς προκαταλήψεις ή έτοιμες εικόνες. Όσο για την κινηματογραφική εκδοχή, δεν την είδα για αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να μην επηρεαστώ από τη φόρμα που ακολούθησε.
Στη δική μας παράσταση, ενώ κρατάμε μια γραμμικότητα γεγονότων, συνυπάρχουν δύο διαφορετικοί χρόνοι, το παρόν και το παρελθόν. Η Βανεσά του σήμερα, που προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο, συναντιέται με τον νεότερο εαυτό της, προκειμένου να τον ξαναβρεί, να επανασυνδεθεί αυτό που της κλάπηκε, την εφηβεία της. Προσπαθήσαμε, δηλαδή, η αφήγηση να γίνει ζωντανή μέσα από τη διαρκή αναπλαισίωση της μνήμης. Μάλιστα, η ίδια η Βανεσά Σπινγκορά που είδε την παράσταση συγκινήθηκε από αυτό το εύρημα και μας είπε ότι κι εκείνη, όταν ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο βρήκε το κουράγιο να συνεχίσει, ανατρέχοντας στα δικά της τετράδια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας.
Αυτό που με μετακίνησε περισσότερο από όλα στο κείμενο – και λειτούργησε εν τέλει σε μεγάλο βαθμό ως δραματουργικός άξονας της παράστασης – ήταν αυτό που είπε και η Βανεσά Σπινγκορά σε μία πρόσφατη συνέντευξή της. Μέσα από το κείμενό της δεν ήθελε να κάνει τους ανθρώπους να υποφέρουν. Αντίθετα, ήθελε να τους αφυπνίσει. Κι αυτό ήταν ακριβώς το στοίχημά μας, να φωτίσουμε την ιστορία έτσι ώστε να προβληματίσει βαθιά, όχι να σοκάρει ή να διδάξει, αλλά να κάνει το κοινό να αναγνωρίσει την αλήθεια που συχνά αγνοεί.
Καθώς η Συναίνεση είναι πρωτίστως η προσωπική μαρτυρία μιας γυναίκας πάνω στο προσωπικό της τραύμα και έπειτα μια πολιτική πράξη, πώς προσεγγίσατε τη Βανεσά Σπρινγκορά;
Μέχρι την επίσημη πρεμιέρα δεν είχα καμία προσωπική επαφή με τη Βανεσά Σπρινγκορά, οπότε η βραδιά εκείνη ήταν για μένα εξαιρετικά αγωνιώδης. Δεν υπήρχε καμία επικοινωνία ανάμεσα μας, ούτε για τη διασκευή ούτε για τη σκηνοθετική γραμμή.
Όταν ήρθε και είδε την παράσταση, δεν έκανε κανένα αρνητικό σχόλιο. Μεγάλη ανακούφιση! Μας ευχαρίστησε και ήταν πολύ πολύ συγκινημένη. Η μόνη διόρθωση που έκανε ήταν μια μικρή ιστορική ασυνέπεια που είχαμε προσθέσει. Ήταν, και για μένα και για όλο τον θίασο, ένα μεγάλο δώρο. Αφενός, το να γνωρίσουμε την ίδια τη συγγραφέα και αφετέρου το να έχουμε τη μοναδική εμπειρία να παίζουμε τη ζωή ενός ανθρώπου ενώ εκείνος κάθεται και παρακολουθεί. Αυτή η αλληλεπίδραση, ακόμα και με τη σιωπή της παρουσίας της, έδωσε εκείνο το βράδυ στην παράστασή μας μια ένταση και μια ευθύτητα που δεν θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετικά.

Βανεσά Σπρινγκορά, Παρίσι, 28/11/24 ©JF-PAGA
Πώς καθοδηγήσατε τους ηθοποιούς ώστε να διαμορφώσουν μία ενιαία σκηνική γλώσσα για τις ανάγκες της παράστασης;
Η καθοδήγηση των ηθοποιών προέκυψε από κάτι πολύ απλό αλλά ταυτόχρονα κρίσιμο: την ανάγκη να αφηγηθούμε μια ιστορία, τόσο πραγματική όσο και σημαντική. Δεν ήταν θέμα τεχνικής ή φορμαλιστικής άσκησης.
Οι τρεις ηθοποιοί μας προέρχονται από την ίδια σχολή, αλλά ανήκουν σε διαφορετικές γενιές. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει χάσμα, αλλά αντίθετα, εντόπισα κοινά στοιχεία και στους τρεις τους – μια αίσθηση ακρίβειας, μια αφοσίωση στο ρεαλιστικό συναίσθημα και μια ευαισθησία απέναντι στην ιστορία που διηγούμαστε. Δεν μπορώ να πω ότι συνέβη μαγικά, αλλά η διαδικασία ήταν σχεδόν οργανική: η φόρμα της παράστασης προέκυψε από το περιεχόμενό της, και η σκηνοθεσία ήρθε ουσιαστικά να αναδείξει αυτό που ήδη υπήρχε.
«Η θέση, η εξουσία, η φήμη ή η «δημιουργική έμπνευση» δεν δίνουν ποτέ το δικαίωμα σε κανέναν να εκμεταλλευτεί έναν άλλο άνθρωπο. Αυτό δεν έχει να κάνει με το αν είναι άντρας ή γυναίκα, αφορά αρχές, ηθική και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου».
Το έργο θέτει ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά: Μπορεί μια σχέση να είναι ελεύθερη όταν δεν είναι ισότιμη; Όταν η τέχνη αγγίζει σκοτεινές πραγματικότητες, ποια είναι η δική μας θέση απέναντί της; Ως σκηνοθέτρια και ως γυναίκα ποια είναι η άποψή σας για αυτά τα θέματα;
Καμία σχέση δεν μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη όταν δεν υπάρχει ισοτιμία. Η θέση, η εξουσία, η φήμη ή η «δημιουργική έμπνευση» δεν δίνουν ποτέ το δικαίωμα σε κανέναν να εκμεταλλευτεί έναν άλλο άνθρωπο. Αυτό δεν έχει να κάνει με το αν είναι άντρας ή γυναίκα, αφορά αρχές, ηθική και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δεν μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει υπέρ αυτής της συμπεριφοράς με πρόσχημα την τέχνη, τη δύναμη ή τη φήμη του.
Η τέχνη έχει δύναμη, μπορεί να προκαλεί, να συγκινεί, να αμφισβητεί. Αλλά η δύναμη της τέχνης δεν πρέπει να μεταφράζεται σε εξουσία πάνω σε ανθρώπους, δεν μπορεί να είναι άλλοθι για κατάχρηση. Δεν πρόκειται για θεωρητικά ή φιλοσοφικά ερωτήματα, πρόκειται για πραγματικά γεγονότα που αφήνουν τραύματα και που μας υποχρεώνουν να πάρουμε θέση. Η κοινωνία, η τέχνη, η συλλογική μας συνείδηση πρέπει να ορίζουν σαφώς τα όρια: καμία θέση εξουσίας, καμία φήμη, καμία δημιουργικότητα δεν νομιμοποιεί τη βία ή την εκμετάλλευση. Και αυτό είναι κάτι που η παράσταση μας καλεί την κάθε και τον κάθε θεατή να διαπραγματευτεί.

Από την παράσταση «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας».
Αν η Μαρτυρία μιας Κλεμμένη Εφηβείας σας επαναφέρει στη θεματική της Λυγερής γύρω από την έμφυλη ανισότητα και την επιβολή των πατριαρχικών στερεοτύπων, πόσο συνειδητή καλλιτεχνικά και πολιτικά είναι αυτή η επανάληψη;
Αυτή η επανάληψη ξεκινάει από πιο πριν, από την διπλωματική μου εργασία στη σχολή. Αποφοίτησα με μία διασκευή του Τούνελ του Ερνέστο Σαμπάτο, ενός κειμένου που η πρώτη του φράση είναι: «Ονομάζομαι Χουάν Πάμπλο Καστέλ και είμαι ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε». Οπότε, το πρώτο μου βάπτισμα στον χώρο της σκηνοθεσίας ήταν με μία παράσταση κοινής θεματικής, καθώς αφορούσε σε μία γυναικοκτονία. Ωστόσο, όσα κείμενα κι αν διαβάσω, με ένα πολύ στιβαρό πολιτικό πλαίσιο, όπως ο Άμλετ ή η Ιλιάδα, πάντα στρέφω την προσοχή μου στον ψυχισμό των γυναικείων ηρωίδων. Συνειδητά ερευνώ την έμφυλη ανισότητα στο θέατρο, ασυνείδητα, τα αναγνώσματά μου και η ίδια η ζωή με οδηγούν εκεί.
Η Μαρτυρία μιας Κλεμμένης Εφηβείας δεν αποτελεί απλώς επανάληψη της Λυγερής. Πρόκειται για την ίδια δυναμική – πατριαρχία, εξουσία, καταπίεση – σε διαφορετικό πλαίσιο και με άλλες φωνές. Η επιμονή μου σχετίζεται με το πώς η γυναίκα αντιμετωπίζεται διαχρονικά ως κτήμα: άλλοτε της αφαιρείται η ζωή, άλλοτε εγκλωβίζεται σε έναν γάμο «για λόγους τιμής» ώστε να διασωθεί η ανδρική εικόνα, και άλλοτε οδηγείται σε κοινωνική εκμηδένιση μέσω πράξεων εκδίκησης, όπως η ψηφιακή διαπόμπευση. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για απλή θεματική επανάληψη, αλλά για μια προσωπική και πολιτική ανάγκη να φωτιστεί αυτό το συνεχές της βίας και της ιδιοκτησιακής αντίληψης πάνω στο γυναικείο σώμα και την ταυτότητα.
Το #MeToo άνοιξε διεθνώς έναν νέο δημόσιο λόγο για τη βία, τη σιωπή και τη συνενοχή. Πιστεύετε ότι αυτή η συζήτηση έχει οδηγήσει σε πραγματικές αλλαγές στους τομείς του πολιτισμού συμπεριλαμβανομένου του θεατρικού χώρου;
Το #MeToo όντως άνοιξε έναν νέο δημόσιο λόγο, όχι μόνο για τη βία, αλλά και για τη σιωπή και τη συλλογική συνενοχή. Αυτός ο λόγος άλλαξε πολύ τα πράγματα στον δημόσιο διάλογο, έκανε τους ανθρώπους να μιλούν και να ακούν διαφορετικά. Αλλά όσο αφορά την πραγματική αλλαγή στον πολιτισμό, και ειδικά στο θέατρο, θα έλεγα ότι είναι πιο σύνθετο.
Υπάρχει μια κινητικότητα, μια ευαισθητοποίηση, περισσότεροι καλλιτέχνες και επαγγελματίες μιλούν ανοιχτά, αλλά οι μηχανισμοί της εξουσίας και η αίσθηση «τι είναι επιτρεπτό» δεν αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Στον θεατρικό χώρο βλέπουμε ανά διαστήματα συνέπειες – κάποιες πρακτικές επανεξετάζονται, κάποια πρόσωπα λογοδοτούν, αλλά η ουσιαστική αλλαγή χρειάζεται χρόνο και επιμονή.
Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η συζήτηση έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο που πλέον δεν αφήνει τίποτα «αόρατο». Οι ιστορίες των θυμάτων δεν μπορούν πια να αγνοηθούν, και οι θεατές αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις δυναμικές εξουσίας που πριν περνούσαν απαρατήρητες. Με άλλα λόγια, έχουμε κινηθεί, αλλά χρειαζόμαστε πολλούς αγώνες ακόμη.
INFO Μαρτυρία μιας Κλεμμένη Εφηβείας, Υπόγειο Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν Πεσμαζόγλου 5, Κέντρο. Παραστάσεις: Κυριακή–Δευτέρα–Τρίτη, 21.00
Αγορά εισιτηρίων για την παράσταση «Μαρτυρία μιας κλεμμένης εφηβείας» από το inTickets.






