Κυριακή, Ελένη, Γαρυφαλλιά, Γεωργία, Άννα, Κατερίνα, Μαρία, Βίκυ, Έφη. Μία λίστα χωρίς τελεία οριστική. Μια λίστα σε διαρκή «ετοιμότητα». Ονόματα γυναικών. Μαμάδες, κόρες, αδερφές, φίλες. Τόσο άγνωστα γνωστές μας. Παραδείγματα πληγωτικά που έφεραν στο προσκήνιο ένα νέο σημαίνον για τα ελληνικά γλωσσικά δεδομένα. Δολοφονήθηκαν ακριβώς γιατί ήταν γυναίκες. Η λέξη γυναικοκτονία βρίσκει τη θέση της στον δημόσιο διάλογο, κάνοντας πέρα αναφορές σε «εγκλήματα πάθους» και «οικογενειακές τραγωδίες».

Μπροστά σε 2.000 γυναίκες από 40 διαφορετικές χώρες, η αμερικανίδα ακαδημαϊκός Diana Russell, το 1976 στις Βρυξέλλες κατά τη διάρκεια των εργασιών του Πρώτου Διεθνούς «Δικαστηρίου» για τα Εγκλήματα κατά των Γυναικών, εισήγαγε τον όρο γυναικοκτονία. Λίγα χρόνια αργότερα θα κατέληγε στον ορισμό: «δολοφονία γυναικών από άνδρες επειδή είναι γυναίκες».

Χρειάζεται να τυποποιηθεί ως αυτοτελές έγκλημα στον Ποινικό Κώδικα; Στην Ελλάδα δεν υφίσταται ακόμη η αντίστοιχη ειδική θεσμική αναγνώριση και ποινική μεταχείριση του φαινομένου. Το ενδεχόμενο καθιέρωσης ενός ιδιώνυμου ποινικού αδικήματος της γυναικοκτονίας έχει διεγείρει έναν έντονο διάλογο μεταξύ των θεσμικών και ακαδημαϊκών παραγόντων της χώρας.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου υλοποιεί το έργο «#Το_όνομά_της: Συνηγορώντας για τη νομική αναγνώριση των γυναικοκτονιών» στο πλαίσιο του προγράμματος PREVENT.*

«Η κοινωνική δικαιοσύνη και η προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελούν θεμελιώδεις αξίες μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Μέσα από το έργο “#Το_όνομά_της”, στηρίζουμε την προσπάθεια για νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας, ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης και καλλιέργεια μιας κουλτούρας μηδενικής ανοχής απέναντι στην έμφυλη βία», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Τζένιφερ Κλαρκ, Διευθύντρια Προγραμμάτων και Δωρεών Ιδρύματος Μποδοσάκη.

Αναγνωρίζοντας ότι η θεσμική αναγνώριση των γυναικοκτονιών δεν είναι μια απλή διαδικασία, καθώς τίθενται περίπλοκα νομικά ζητήματα και επιφυλάξεις, η Ένωση διοργάνωσε συζητήσεις υπό τη μορφή debate με νομικούς και ακαδημαϊκούς με στόχο την ανάδειξη διαφορετικών διαστάσεων και προσεγγίσεων στον σχετικό νομικό και πολιτικό διάλογο.

Τι προσφέρει η νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία»;

«Η εισαγωγή της γυναικοκτονίας ως μιας νέας νομικής υποκατηγορίας του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας ως ιδιώνυμο έγκλημα θα διαφοροποιήσει τους φόνους γυναικών κυρίως από άντρες με τους οποίους διατηρούν σχέσεις οικειότητας κατά τα ότι θα τις συνδέσει με τις σχέσεις καταπίεσης και σχέσεις που έχουν βία.

Η θεσμοθέτηση της γυναικοκτονίας θα την κάνει ορατή και επιπλέον θα υποχρεώσει τα κρατικά όργανα να την αντιμετωπίσουν. Εν τέλει πρόκειται για μια προσαρμογή και του ποινικού δικαίου να αναδείξει αυτή την έμφυλη διάσταση και να αποδεχτεί το γεγονός ότι οι γυναίκες είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες στη βία», αναφέρει η Ελένη Ρεθυμιωτάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.

«Η ειδική αναγνώριση της γυναικοκτονίας στο ποινικό δίκαιο θα κάνει ορατό ένα ειδικότερο έγκλημα που έχει μια επαυξημένη απαξία σε σχέση με την ανθρωποκτονία. Υπό αυτή την έννοια θα οδηγήσει σε μια προσαρμογή του ποινικού δικαίου σε κοινωνικά φαινόμενα και σε μορφές νομικής απαξίας στις οποίες δεν είναι κατάλληλα προσαρμοσμένο», σημειώνει ο Νικόλαος Παπασπύρου, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ.

YouTube thumbnail

Οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι η τυχαία δολοφονία μιας γυναίκας δεν μπορεί να ιδωθεί ως γυναικοκτονία. Κάθε δολοφόνος δεν είναι γυναικοκτόνος. Γυναικοκτόνος είναι αυτός που κινητοποιείται από τη θέση εξουσίας που κατέχει. «Είναι αναγκαίο, συμβολικά και πραγματικά, να αναγνωριστεί το φαινόμενο νομοθετικά για να υπάρχει η προσήκουσα αντιμετώπιση», αναφέρει η Μαρία Αποστολάκη, δικηγόρος.

Και προσθέτει: «Το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση δεν καλύπτει τα δομικά στοιχεία του αδικήματος της γυναικοκτονίας: την κοινωνική κι έμφυλη διάσταση του φαινομένου. (…) Ο νόμος να εισαγάγει την έννοια για να μπορέσουμε να καταδείξουμε ότι πρόκειται για ένα έγκλημα ξεχωριστό με μισογύνικο σεξιστικό κίνητρο».

Για τη Χριστίνα Μαραμπουτάκη, Κοινωνική επιστήμονα με ειδίκευση στο φύλο και το δίκαιο, η «καθιέρωση του όρου συντελεί στην ενίσχυση της ορατότητας του φαινομένου, της ευαισθητοποίησης της κοινωνίας και της ετοιμότητας προς καταγγελία».

Για την ίδια το αίτημα για νομική αναγνώριση δεν περιορίζεται στην αυστηροποίηση των ποινών. «Υπάρχει μερίδα του προοδευτικού κόσμου που ζητάει τη νομική αναγνώριση αλλά με διαφορετική στόχευση, αυτή της κοινωνικής δικαιοσύνης των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων που δεν προστατεύονται επαρκώς.

Με την κατοχύρωση του όρου στον δημόσιο λόγο διατυπώνεται το μήνυμα ότι αποτελεί βαρύτατο έγκλημα το να αφαιρείται η ζωή μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα. Αυτό που ξεχωρίζει τη γυναικοκτονία από την ανθρωποκτονία είναι το έμφυλο μοτίβο του εγκλήματος. Με τη χρήση του όρου γίνεται σαφές πως αυτό που πλήττεται είναι το δικαίωμα στη ζωή και σε μια ζωή χωρίς βία και διακρίσεις λόγω φύλου.

Η πρόληψη και η εξάλειψη των γυναικτονιών απαιτούν την αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων και την καταπολέμηση των έμφυλων στερεοτύπων. Προς αυτή την κατεύθυνση θα λειτουργήσουν πολιτικές ισότητας, η συνεχής εκπαίδευση αρμόδιων φορέων, η ανάδειξη της σοβαρότητας της έμφυλης βίας από τα ΜΜΕ».

Οι επιφυλάξεις του νομικού κόσμου

Το κύριο επιχείρημα που χρησιμοποιείται εναντίον της νομικής αναγνώρισης του όρου είναι ότι, εφόσον η ποινική πρόβλεψη των ανθρωποκτονιών εμπεριέχει, εκ της φύσης του όρου, και τις γυναικοκτονίες, τέτοιου είδους τυποποίηση, θα συνιστούσε διάκριση με βάση το φύλο, χωρίς μάλιστα να προσφέρει κάτι, καθώς το άρθρο 299 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει, πλέον, τη μέγιστη των ποινών.

«Έχω υποστηρίξει όχι να θεσπιστεί ως μία αυτοτελής διακριτή μορφή σε σχέση με την ανθρωποκτονία, αλλά να ρυθμιστούν ειδικότερα επιμέρους έννομες συνέπειες ως μια ιδιαίτερη μορφή ανθρωποκτονίας. Άρα διατηρούμε τη βασική ποινή της ανθρωποκτονίας, όμως οι ανθρωποκτονίες που συνιστούν και γυναικοκτονίες θα έχουν ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση σε κάποια σημεία, όπως οι περιπτώσεις που επιβάλλεται μειωμένη ποινή», επισημαίνει ο Νικόλαος Παπασπύρου.

YouTube thumbnail

Υπάρχει περιθώριο στον ισχύοντα ποινικό κώδικα να θεσμοθετήσουμε ένα διακριτό καινούργιο ποινικό αδίκημα; Είναι αυτός ο τρόπος προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτό το τεράστιο καταστροφικό φαινόμενο; Η απάντηση της δικηγόρου, Μαρίνας Δαλιάνη, είναι αρνητική.

«Δεν ποινικοποιούμε περιπτωσιολογικά κάθε συμπεριφορά που είναι αποδοκιμαστέα. Προκειμένου να θεσμοθετηθεί ένα νέο διακριτό ποινικό αδίκημα πρέπει να υπάρχει ένα νομοθετικό κενό. (…) Ούτε χρειάζεται, ούτε προβλέπεται, ούτε μπορεί να θεσμοθετηθεί ένα διακριτό νέο ποινικό αδίκημα και να ενταχθεί στον ποινικό κώδικά μας. Μια τέτοια προσέγγιση τείνει να απαλλάξει και την πολιτεία από τις πολύ σοβαρότερες υποχρεώσεις της.

Έχω πάντα στο μυαλό μου την Κυριακή Γρίβα που δολοφονήθηκε έξω από το ΑΤ των Αγίων Αναργύρων ενώ είχε μόλις καταγγείλει τη βία που είχε υποστεί από τον σύντροφό της. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας οδηγεί στη σκέψη ότι αυτή η κοπέλα δεν δολοφονήθηκε διότι δεν έχει θεσμοθετηθεί ένα διακριτό αδίκημα γυναικοκτονίας, ούτε είναι αυτό που θα μπορούσε να την προστατεύσει.

Αυτό που θα μπορούσε να την προστατεύσει είναι η κατάλληλη αντιμετώπιση, η πρόληψή του από τις καλά και σωστά εκπαιδευμένες αστυνομικές, εισαγγελικές, δικαστικές αρχές. Δηλαδή η συστηματική αντιμετώπιση του φαινομένου».

Η νομική αναγνώριση θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά;

«Αν πρωταρχικός μας σκοπός είναι η πρόληψη μιας ειδικής μορφής εγκλήματος, η ονοματολογία του τίτλου ενός άρθρου του ποινικού κώδικα έχει εξαιρετικά περιορισμένη αξία και πολύ περιορισμένη επίδραση στις κοινωνικές διεργασίες.

Αυτό που είναι πραγματικά πολύ σημαντικό είναι οι δράσεις πρόληψεις: οι δομές που μπορούν να δημιουργηθούν, τα προγράμματα που μπορούν να αναπτυχθούν, οι εκπαιδευτικές λειτουργίες που έχουν να κάνουν με τον μισογυνισμό, με τη διαιώνιση των πατριαρχικών μοντέλων, με την άσκηση βίας στο πλαίσιο της οικογένειας ή των ερωτικών σχέσεων ως τρόπο επίλυσης και συνομιλίας των κοινωνών», τονίζει ο Ευτύχης Φυτράκης, Διδάκτωρ Νομικής, Δικηγόρος.

Και συμπληρώνει: «Είναι αναγκαίο να συζητήσουμε για δημόσιες πολιτικές οι οποίες αναπτύσσονται στο πεδίο και οι οποίες έχουν στόχο την καταπολέμηση των έμφυλων διακρίσεων, την αποφυγή της απομόνωσης, την πραγματική εξασφάλιση όρων ίσης ανάπτυξης και συμμετοχής ανδρών και γυναικών στις κοινωνικές διεργασίες. Αντίθετα, η συζήτηση εγκλωβίζεται σε μια ποινικολογία».

YouTube thumbnail

Για τη Μαρία Αποστολάκη η θέσπιση ενός διακριτού αδικήματος ενδεχομένως να οδηγήσει σε κάποια μείωση των περιστατικών. «Είναι διαφορετικό να ξέρει κανείς ότι δεν μπορεί να σκοτώσει κάποια γυναίκα επειδή τη θεωρεί κτήμα του κι αυτή η πράξη μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο βαριά αντιμετώπιση. Πρέπει να γίνει σαφές: δεν είναι η κακιά στιγμή, δεν είναι έγκλημα πάθους, είναι ένα αδίκημα το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί προσηκόντως».

Μητέρες θυμάτων γυναικτονίας μιλούν στο ΒΗΜΑ

Για εκείνες όλα είναι αλλιώτικα. Οι κόρες τους δολοφονήθηκαν ακριβώς επειδή κάποιοι θεώρησαν ότι σύναψαν σχέση ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Ο,τι συνέβη έχει ξανασυμβεί ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, με τρόπο σχεδόν τυποποιημένο. Κάθε γυναικοκτονία μοιάζει βγαλμένη από το άθροισμα όλων των προηγούμενων. Τι λένε εκείνες για τη νομική αναγνώριση του όρου αλλά και την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που δείχνει ότι δύσκολα μπορεί να ξεριζωθεί σε μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει την έμφυλη βία ως άμεση απειλή ζωής

«Όπως ειπώθηκε και στο Ευρωκοινοβούλιο, στην επίσκεψη που πραγματοποιήσαμε με τον οργανισμό “Γίνε Άνθρωπος“, ό,τι δεν κατονομάζεται, δεν αναγνωρίζεται – και ό,τι δεν αναγνωρίζεται, δεν αντιμετωπίζεται. Η νομική αναγνώριση του όρου “γυναικοκτονία” δεν είναι θέμα λέξεων, αλλά θέμα δικαιοσύνης.

«Ο χαμός των κοριτσιών μας, είναι αποτέλεσμα έμφυλης βίας. Δεν έγινε τυχαία, δεν ήταν η κακή τους μοίρα». Κατερίνα Κώτη

Η γυναικοκτονία περιγράφει τη δολοφονία μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα, μέσα σε ένα πλαίσιο έμφυλης ανισότητας, ελέγχου, βίας και συχνά μακροχρόνιας κακοποίησης. Όταν αυτές οι δολοφονίες αντιμετωπίζονται απλώς ως “ανθρωποκτονίες”, διαγράφεται το κοινωνικό και έμφυλο υπόβαθρό τους και παρουσιάζονται ως μεμονωμένα περιστατικά, ενώ δεν είναι.

Η νομική αναγνώριση αναδεικνύει τα θύματα και τις ζωές τους για αυτό που πραγματικά συνέβη, υποχρεώνει το κράτος να σχεδιάζει πολιτικές πρόληψης και στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η έμφυλη βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά κοινωνικό έγκλημα.

Για εμάς τους γονείς που χάσαμε τα παιδιά μας, η λέξη “γυναικοκτονία” δεν είναι ιδεολογία. Είναι η αλήθεια της ζωής και του θανάτου τους. Και η κοινωνία οφείλει να την κοιτάξει κατάματα», αναφέρει στο ΒΗΜΑ η Δέσποινα Καλλέα, μητέρα της Κυριακής Γρίβα.

Η αναγνώριση του όρου γυναικοκτονία θα καταγράψει τα πραγματικά αίτια του φαινομένου, τονίζει στο ΒΗΜΑ η Κατερίνα Κώτη, μητέρα της Ντόρας Ζαχαριά. «Ο χαμός των κοριτσιών μας, είναι αποτέλεσμα έμφυλης βίας. Δεν έγινε τυχαία, δεν ήταν η κακή τους μοίρα. Έγινε επειδή ήταν γυναίκες. Από το χέρι των ανθρώπων που εμπιστεύτηκαν. Έγινε γιατί αποφάσισαν να φύγουν.

Γιατί οι δολοφόνοι θεωρούν τη γυναίκα “πράγμα τους”. Αν αποφασίσει να φύγει τη σκοτώνουν. Αφού δεν μπορεί να το έχουν αυτοί, δεν θα το έχει κανείς. Η γυναικοκτονία είναι αποτέλεσμα ανισότητας. Δεν επιτρέπεται στη γυναίκα η εξυπνάδα, η προσωπικότητα, η ελευθερία, να έχει λόγο.

«Μας γυρνάνε την πλάτη. Κι ό,τι μέτρα έχουν πάρει ως τώρα είναι ημίμετρα». Ελένη Κρεμαστιώτη

Κυριαρχεί η πατριαρχία, ο έλεγχος, η ανάγκη της εξουσίας. Γιατί από το 2020 μέχρι σήμερα έχουν δολοφονηθεί πάνω από εκατό γυναίκες στην Ελλάδα και γιατί κάθε δύο μέρες στον κόσμο μια γυναίκα χάνει τη ζωή της. Γιατί είναι ένα κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί ευθύνη, δράση, πρόληψη.

Γιατί κάθε γυναικοκτονία είναι μια οικογενειοκτονία. Έτσι θα ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης των οικογενειών που έμειναν πίσω. Γιατί τώρα ξέρουμε ότι είναι κρατικό έγκλημα με πολλά κενά και μεγάλη αδράνεια.

Αν υπήρχε διασύνδεση υπηρεσιών, ένα μητρώο επαναλαμβανόμενης έμφυλης βίας, σήμερα η Ντόρα μου θα ήταν ζωντανή. Η θεσμοθέτηση του όρου είναι χρέος σεβασμού και μνήμης των γυναικών που έφυγαν και υπόσχεση ελπίδας σ’ αυτές που έμειναν».

Για την Ελένη Κρεμαστιώτη, μητέρα της Ερατούς Μανωλακέλλη, η νομική αναγνώριση του όρου δεν είναι ένα αίτημα που διατυπώνεται με κίνητρα εκδικητικά, ούτε έχει στόχο την αύξηση των ποινών. «Το απαιτούμε για να έχουν διαφορετική αντιμετώπιση στις δίκες, όπως έγινε και γίνεται για τα ρατσιστικά κίνητρα.

Είναι αντιφατικό να ακούς από τα στόματα των κυβερνώντων πως έγινε ακόμα μια γυναικοκτονία, να την προσμετράνε οι στατιστικές υπηρεσίες κι όταν ζητάμε να θεσπιστεί ο όρος να απαντούν πως είναι ανθρωποκτονία. Δεν θέλουν να ασχοληθούν πραγματικά. Ευρωπαϊκά κονδύλια δίνονται για αυτόν τον σκοπό, αλλά γυρνάνε την πλάτη.

Μας γυρνάνε την πλάτη. Κι ό,τι μέτρα έχουν πάρει ως τώρα είναι ημίμετρα. Αυτός είναι και ο σκοπός μας. Να το ανατρέψουμε όλο αυτό. Να μην υπάρξει άλλη Ερατώ. Ξέρω πως είναι δύσκολο, αλλά δεν είναι αδύνατο. Κι όπως πολύ σοφά λέμε: “ο επιμένων νικά”», δηλώνει στο ΒΗΜΑ.

«Για εμάς τους γονείς που χάσαμε τα παιδιά μας, η λέξη “γυναικοκτονία” δεν είναι ιδεολογία. Είναι η αλήθεια της ζωής και του θανάτου τους». Δέσποινα Καλλέα

Πώς σχολιάζουν την απουσία ολοκληρωμένων πολιτικών πρόληψης που μπορούν να σώσουν ζωές ευάλωτων γυναικών. Για τις μητέρες που τόσο βίαια έχασαν τις κόρες τους δεν είναι απλώς ένα θεσμικό κενό.

«Κάθε γυναικοκτονία δεν είναι “απρόβλεπτη”. Στις περισσότερες περιπτώσεις προηγούνται σημάδια, καταγγελίες, φόβος, απειλές, χρόνια κακοποίηση.Όταν δεν υπάρχουν μηχανισμοί έγκαιρης παρέμβασης, ασφαλείς δομές φιλοξενίας, επαρκής εκπαίδευση της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, καθώς και ουσιαστική στήριξη των θυμάτων, το κράτος αποτυγχάνει στον πιο βασικό του ρόλο: την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Για εμάς τους γονείς, αυτή η απουσία δεν είναι θεωρία.

Είναι όλα όσα δεν έγιναν εγκαίρως και κόστισαν τη ζωή των παιδιών μας. Η πρόληψη δεν είναι πολυτέλεια ούτε ευθύνη των ίδιων των γυναικών. Είναι κρατική υποχρέωση και κοινωνική ευθύνη. Και κάθε καθυστέρηση κοστίζει ζωές», τονίζει η Δέσποινα Καλλέα.

Η Κατερίνα Κώτη, προσθέτει: «θα πρέπει να δοθεί μεγάλη έμφαση στην έλλειψη δομών και στην αδυναμία περιορισμού του κακοποιητή. Αυτό αποτελεί αιτία εγκλωβισμού σε γυναίκες που προσπαθούν να φύγουν από βίαιες σχέσεις χωρίς πραγματική προστασία, χωρίς οικονομική στήριξη, χωρίς ασφάλεια για τις ίδιες και τα παιδιά τους».

Μορφές ενσωμάτωσης σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο

Η λέξη γυναικοκτονία μπορεί να μην έχει νομική αναγνώριση στη χώρα μας, τι συμβαίνει όμως σε άλλες χώρες του κόσμου; Η έκθεση «Νομική Αναγνώριση των Γυναικοκτονιών: Μορφές Ενσωμάτωσης σε Ευρωπαϊκό και Διεθνές Επίπεδο», στα πλαίσια του έργου «#Το_όνομά_της: Συνηγορώντας για τη νομική αναγνώριση των γυναικοκτονιών» χαρτογραφεί τις μορφές ενσωμάτωσης του όρου σε εθνικά νομικά πλαίσια στην Ευρώπη και διεθνώς.

Διαβάστε αναλυτικά την έκθεση

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

  • Η Μάλτα θεωρείται η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προχώρησε σε κομβικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με τις γυναικοκτονίες.
  • H Κύπρος, το 2022, θέσπισε τον νόμο περί της «Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών
    Θεμάτων». Ο νόμος διαφοροποιεί το αδίκημα από την κοινή ανθρωποκτονία, εισάγοντας ένα νέο ιδιώνυμο αδίκημα, την γυναικοκτονία.
  • Το Βέλγιο αποτέλεσε ορόσημο με την ψήφιση του λεγόμενου νόμου «Stop Feminicide» τον Ιούνιο του 2023. Αν και δεν εισήχθηκε στον ποινικό κώδικα ένα
    νέο ιδιώνυμο αδίκημα και οι γυναικοκτονίες συνεχίζουν να διώκονται ως ανθρωποκτονίες, με την εισαγωγή του νόμου αναγνωρίστηκε νομικά ο όρος και διαμορφώθηκε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο πρόληψης και καταγραφής.
  • Η Κόστα Ρίκα ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που, ψηφίζοντας τον Νόμο 8589 το 2007, τυποποίησε τη γυναικοκτονία ως νομικά αναγνωρισμένο και διακριτό
    έγκλημα.
  • Το Μεξικό ενσωμάτωσε τις γυναικοκτονίες στην έννομη τάξη του επίσης το 2007 με τον «Γενικό Νόμο για την Πρόσβαση των Γυναικών σε μια Ζωή Απαλλαγμένη από Βία».
  • Η Γουατεμάλα, το 2008, επίσης ενσωμάτωσε τις γυναικοκτονίες στην έννομη τάξη της με το Νόμο 22-2208, που αφορούσε τις γυναικοκτονίες και άλλες μορφές βίας κατά των γυναικών.

«Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μέσω των δράσεων της, φιλοδοξεί να ανοίξει και να προωθήσει περαιτέρω αυτή τη συζήτηση ψύχραιμα, νηφάλια, επιστημονικά και με ενσυναίσθηση, προκειμένου να φωτιστεί το απαιτητικό παρασκήνιο της χάραξης πολιτικής και της θέσπισης νομοθετικών μέτρων για τον περιορισμό, αν όχι την εξάλειψη, ενός κυριολεκτικά θανατηφόρου φαινομένου, έχοντας μόνο ένα στόχο: την αποτελεσματικότερη προστασία των γυναικών. Οι γυναικοκτονίες και ευρύτερα η έμφυλη βία, είναι ένα θέμα που μας αφορά άμεσα όλους και όλες», επισημαίνει ο Ιάσονας Γουσέτης.

«Ένα θέμα, χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, ζωής και θανάτου».

*Πρόκειται για ένα από τα 24 έργα για την πρόληψη και καταπολέμηση της έμφυλης βίας και της βίας κατά των παιδιών που έχουν χρηματοδοτηθεί από τον Απρίλιο στην Ελλάδα στο πλαίσιο του προγράμματος PREVENT. Το πρόγραμμα PREVENT σχεδίασε και κατέθεσε το Ίδρυμα Μποδοσάκη το 2023 στην Ε.Ε. σε συνεργασία με το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ στην Κύπρο και η έγκρισή της χρηματοδότησής του κάνει δυνατή την υλοποίηση αυτών των 24 έργων σήμερα. Συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του προγράμματος Citizens, Equality, Rights and Values (CERV), το Ίδρυμα Μποδοσάκη και το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ, με συνολικό ποσό επιχορήγησης €2,3 εκ.