Τρία χρόνια μετά το «αδιανόητο», η Αθήνα θυμάται, αλλά φέτος δεν κραυγάζει. Στη συμπλήρωση της τρίτης επετείου από τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών, το κέντρο της πόλης δεν θυμίζει το ηφαίστειο που εξερράγη πέρυσι, ούτε το συγκλονισμένο πλήθος που ανακάλυπτε τότε ότι οι παθογένειες του κρατικού μηχανισμού, πέρα από την ταλαιπωρία, συνεπάγονται και κόστος σε ζωές, με θύματα νέους ανθρώπους, φοιτήτριες και φοιτητές, σε μια μετακίνηση ρουτίνας, στο δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη.
Η εικόνα στους δρόμους της Αθήνας φέτος είναι διαφορετική. Οι άνθρωποι που κατέβηκαν στο κέντρο —σαφώς λιγότεροι από την περσινή πλημμυρίδα, η οποία υπήρξε μία από τις μαζικότερες συγκεντρώσεις από τη Μεταπολίτευση, αφήνοντας εκτεθειμένο το πολιτικό σύστημα που την είχε υποτιμήσει και προκαλώντας τη μεγαλύτερη δημοσκοπική κάμψη για την κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της θητείας της— δεν βρίσκονται εκεί για να εκτονωθούν, αλλά για να δηλώσουν παρόντες σε ένα συλλογικό τραύμα που εξακολουθεί να παράγει έναν βουβό πόνο, όπως μαρτυρεί στο «Β» ο 32χρονος Νίκος: «Είμαστε εδώ γιατί δεν μπορούμε να ξεχάσουμε».
Περπατώντας από το Σύνταγμα προς τα Προπύλαια, η ατμόσφαιρα προδίδει μια αλλαγή στην κοινωνική θερμοκρασία. Ο αυθορμητισμός του πένθους, που υπήρξε ο κινητήριος μοχλός της πρώτης και της δεύτερης επετείου, μοιάζει πλέον να έχει μετουσιωθεί σε μια φάση ξεκάθαρης «θεσμικής αμφισβήτησης», που ανήμερα της τρίτης επετείου καθορίζει τον παλμό της κινητοποίησης.
Ο Ανδρέας, 47 ετών, πολιτικός μηχανικός, παρακολουθεί τη ροή του κόσμου και αποτυπώνει την εσωτερική διαδρομή που διένυσαν πολλοί: «Την πρώτη χρονιά κατέβηκα με μια αφέλεια· πίστευα ότι η Δικαιοσύνη είναι αυτονόητη», λέει. «Τη δεύτερη, η οργή για τη συστηματική συγκάλυψη με έβγαλε ξανά στο δρόμο. Φέτος, δεν έχω πια προσδοκίες από το σύστημα. Είμαι εδώ μόνο για τους γονείς. Είναι το ελάχιστο χρέος μας».
«Στην Ελλάδα όλα ξεχνιούνται μετά από λίγο»
Η ατομική αυτή στάση δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, καθώς συνιστά σύμπτωμα μιας ευρύτερης κοινωνικής διάβρωσης. Η εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα, τα κόμματα, τη Δικαιοσύνη και τον τρόπο λειτουργίας εν γένει του κρατικού μηχανισμού έχει αγγίξει το ναδίρ, με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν μια διαρκή πτώση στους θεσμούς.
Από το περσινό συλλαλητήριο μέχρι σήμερα, η κοινωνική δυσαρέσκεια τροφοδοτήθηκε από μια σειρά θεσμικών ατοπημάτων, με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να δεσπόζει. Παράλληλα, η πρωτοφανής στήριξη της κοινής γνώμης στους αγώνες των αγροτών, μια στήριξη που σε αντίθεση με το παρελθόν δεν είχε ημερομηνία λήξης, επιβεβαίωσε την αλλαγή του κλίματος.
Στο πλήθος, δύο φοιτήτριες με σακίδια στους ώμους, ντυμένες στα μαύρα και με το βλέμμα στραμμένο με καχυποψία προς τα νεοκλασικά της Πανεπιστημίου, ενσαρκώνουν το αγωνιώδες ερώτημα μιας γενιάς που αρνείται να εφησυχάσει. Η ανησυχία τους για την ασφάλεια των συγκοινωνιών παραμένει ζωντανή, παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της πολιτικής ηγεσίας. Είναι χαρακτηριστικό πως μόλις λίγες ημέρες πριν από το συλλαλητήριο, ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, διαβεβαίωνε πως τα τρένα είναι πλέον ασφαλή.
«Η δίκη που ξεκινά είναι ένα τεστ για το αν η ελληνική κοινωνία μπορεί να βρει δικαίωση»
Στο ερώτημα του «Β» για το τι ελπίζει να έχει αλλάξει, η απάντηση της μιας είναι άμεση: «Τι να περιμένω; Στην Ελλάδα όλα ξεχνιούνται μετά από λίγο. Είδαμε τη μεταμέλεια, είδαμε τις υποσχέσεις, αλλά στην ουσία, φοβάμαι ότι αν ξαναμπώ σε τρένο, θα έχω το ίδιο άγχος. Δεν άλλαξε τίποτα. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις μας έδιναν και πριν από τα Τέμπη. Είδαμε τι έγινε» .
«Δεν είμαστε εδώ για να φωνάξουμε. Είμαστε εδώ γιατί περιμένουμε να δούμε αν το σύστημα μπορεί να κρίνει τον εαυτό του», αναφέρει στο «Β» ο 50χρονος Δημήτρης, γραφίστας, ο οποίος δίνει το «παρών» για τρίτη συνεχή χρονιά. «Η δίκη που ξεκινά είναι ένα τεστ για το αν η ελληνική κοινωνία μπορεί να βρει δικαίωση ή αν η αλήθεια θα μείνει για πάντα στο σκοτάδι», σημειώνει.
Αν πέρυσι η διαδήλωση λειτούργησε ως συλλογική έκφραση οδύνης, φέτος μετατρέπεται σε ένα επιτακτικό προσκλητήριο λογοδοσίας, με την επικείμενη δίκη στη Λάρισα να καλείται να λειτουργήσει ως κάθαρση, και τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που κληρώθηκαν για τον χειρισμό της υπόθεσης να κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο: την ευθύνη να απαντήσουν στα αγωνιώδη ερωτήματα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Η δίκη αυτή αποτελεί πλέον τον μοναδικό ορίζοντα για τους πολίτες. Ανάμεσα στον κόσμο, οι απόψεις συγκρούονται.
Η δίκη των Τεμπών και η πολιτική αφετηρία της Καρυστιανού
«Δεν περιμένω να βγει κάτι ουσιαστικό», λέει ο Στέφανος, 52 ετών, κοιτάζοντας προς τη Βουλή. «Το έχω δει το έργο. Θα ψάξουν τους αποδιοπομπαίους τράγους, θα ρίξουν τις ευθύνες στα χαμηλά και η αλήθεια θα μείνει θαμμένη στα συρτάρια. Δεν έχω πια καμία πίστη». Λίγο πιο δίπλα, η Νικολέτα, 21 ετών, φοιτήτρια στη Νομική Αθηνών, διαφωνεί, αν και η φωνή της προδίδει έναν δισταγμό: «Φοβάμαι, αλλά κάπου πρέπει να πιαστούμε. Η απόφαση για τις υποκλοπές μου θύμισε ότι δεν έχουν αλωθεί τα πάντα. Υπάρχει ακόμα μια ρωγμή στο τείχος τους, μια ελπίδα ότι ο νόμος μπορεί να σταθεί όρθιος. Αν χάσουμε κι αυτή την πίστη, δεν μας μένει τίποτα».
Στο φετινό κάδρο, η προετοιμασία της Μαρίας Καρυστιανού για την ίδρυση πολιτικού φορέα προσδίδει μια νέα, σύνθετη διάσταση. Πέρυσι, η πρώην πρόεδρος του Συλλόγου Θυμάτων Τεμπών στάθηκε στην πρώτη γραμμή, καταφέρνοντας να συσπειρώσει χιλιάδες κόσμου και να καλλιεργήσει ισχυρά αισθήματα συλλογικής ταύτισης. Φέτος, όμως, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Εδώ και μήνες, η ίδια ξεδιπλώνει τις πολιτικές της θέσεις, προκαλώντας οριζόντιες αναταράξεις στα κομματικά επιτελεία που διαισθάνονται ότι η ατζέντα της διεκδικεί πλέον σημαντικές δεξαμενές ψηφοφόρων.
Η προοπτική αυτή διχάζει τους διαδηλωτές που βαδίζουν στη Βασιλίσσης Σοφίας. Για πολλούς, η απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού να ανοίξει έναν νέο πολιτικό δρόμο αποτελεί τη μοναδική διέξοδο, μια αναγκαία μετουσίωση του πόνου σε δυναμική πολιτική διεκδίκηση ικανή να φέρει την πολυπόθητη δικαίωση. Ωστόσο, οι επιφυλάξεις παραμένουν βαθιές και διάχυτες. Ένα σημαντικό τμήμα του πλήθους φοβάται το κόστος αυτής της μετάβασης, ανησυχώντας πως η μεταφορά του πένθους στην αρένα της κομματικής αντιπαράθεσης ίσως αλλοιώσει την ουσία του αγώνα, καθιστώντας τον ευάλωτο στα γρανάζια μιας πολιτικής που εξακολουθεί να μην εμπιστεύεται.
«Με φοβίζει η εμπλοκή της Καρυστιανού στην πολιτική»
«Προβληματίστηκα πολύ αν έπρεπε να κατέβω φέτος», εκμυστηρεύεται ο 55χρονος Γιάννης, μαθηματικός. Και συμπληρώνει: «Φοβόμουν ότι η παρουσία μου θα εκληφθεί ως στήριξη στη νέα πολιτική κίνηση, με την οποία δεν είμαι βέβαιος ότι συμφωνώ. Όμως, συνειδητοποίησα ότι η στάση μου δεν έχει να κάνει με τα κόμματα, αλλά με το γεγονός που με διαπερνά εδώ και τρία χρόνια. Δεν είμαι εδώ για να στηρίξω πρόσωπα, είμαι εδώ για τους νεκρούς και για την ανάγκη να μη συμβεί ποτέ ξανά τέτοιο έγκλημα». Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Ειρήνη, 28 ετών: «Νιώθω απογοήτευση που τρία χρόνια μετά δεν έχει αποδοθεί δικαιοσύνη», λέει η ίδια.
«Με φοβίζει η εμπλοκή της Καρυστιανού στην πολιτική, καθώς νιώθω πως ο αγώνας αποδυναμώνεται και εργαλειοποιείται. Δεν θέλω τα Τέμπη να γίνουν άλλη μια επέτειος, όπως το Πολυτεχνείο, που εκτονώνει τον θυμό αντί να οδηγεί στην ουσία. Οι ημέρες μνήμης δεν αρκούν· χρειαζόμαστε ουσιαστική δράση από τους κυβερνώντες».
Λίγο πιο δίπλα, η κυρία Ελένη, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, που επισκέφθηκε την Αθήνα αυτές τις μέρες για να δει την κόρη της και να κάνει τις προγραμματισμένες εξετάσεις της, αλλά και για να δώσει το «παρών» στο συλλαλητήριο, έχει μια διαφορετική οπτική. «Ούτε πέρυσι κατέβηκα για την Καρυστιανού», λέει χαρακτηριστικά. «Δεν ξέρω για ποιο λόγο πρέπει να κάνουμε αυτές τις διακρίσεις. Όσοι βρεθήκαμε εδώ την πρώτη χρονιά, τη δεύτερη, την τρίτη, αλλά και όσοι θα βρεθούν στις επόμενες επετείους, είμαστε άνθρωποι από όλες τις παρατάξεις. Μας έχει ενώσει αυτό που έχει συμβεί».
Καθώς υποχωρούσε η ηλιόλουστη μέρα στην Αθήνα, το πλήθος που βρισκόταν εκεί από το πρωί, με τον καφέ στο χέρι και την πιτσιρικαρία να ακολουθεί, άρχισε να αποχωρεί. Με το πέρας της συγκέντρωσης η ένταση δεν έλειψε, καθώς επεισόδια και προσαγωγές σημάδεψαν τη λήξη της ημέρας. Η στάση αναμονής της πρώτης επετείου έγινε οργή στη δεύτερη, μια οργή γεννημένη από την απουσία απαντήσεων που δηλητηρίασε το κοινωνικό σώμα, για να φτάσουμε φέτος στην παγίωση μιας βαθιάς δυσπιστίας. Η δίκη που ξεκινά σε λίγες ημέρες κουβαλά πλέον όλο το βάρος της προσδοκίας, ως μια ύστατη προσπάθεια να μπει ένα τέλος σε ένα τραύμα που αρνείται να κλείσει.






